Ποιος φοβάται τον Κασιδιάρη;

Αποφυλακίζεται, έχοντας εκτίσει ποινή για την υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή και ανακοινώνει επιστροφή στην πολιτική. Το παράδοξο δεν εξαντλείται στην απόφασή του. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι γνωρίζει πως υπάρχει πρόθυμο ακροατήριο.

Δημοσιεύθηκε: 16 Σεπτεμβρίου 2026 - 07:27

Load more

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Το ερώτημα δεν είναι αν ο Ηλίας Κασιδιάρης θα μπορέσει τελικώς να πολιτευθεί. Αυτό αφορά το ισχύον νομικό πλαίσιο και, ενδεχομένως, την κρίση του Αρείου Πάγου. Το πολιτικό ζήτημα είναι για ποιους λόγους ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε για τη συμμετοχή του στην εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή μπορεί, την ημέρα της αποφυλάκισής του, να θεωρεί ότι διαθέτει πολιτικό μέλλον.

Η εκτίμησή του, άλλωστε, δεν στερείται προηγουμένου. Το 2023 οι Σπαρτιάτες, τους οποίους υποστήριξε δημοσίως, συγκέντρωσαν 4,64% και εισήλθαν στη Βουλή. Υπάρχει, συνεπώς, ένα υπαρκτό πολιτικό ακροατήριο και το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνον στο πώς θα αντιμετωπιστεί θεσμικά η έκφρασή του, αλλά κυρίως στους λόγους για τους οποίους αυτό το ακροατήριο υπάρχει.

Πριν από περισσότερο από μισό αιώνα, ο Νίκος Πουλαντζάς, στο «Φασισμός και Δικτατορία», είχε ασχοληθεί εκτενώς με τον ρόλο της μικροαστικής τάξης στην άνοδο του φασισμού. Δεν υποστήριξε ότι ο φασισμός ήταν δημιούργημά της ούτε, βεβαίως, ότι όσοι ανήκαν σε αυτήν ήταν εκ φύσεως επιρρεπείς σε αυτόν.

Εντόπισε, όμως, στην κοινωνική τους θέση μια βαθιά αντίφαση: την προσήλωση σε όσα είχαν αποκτήσει, την προσδοκία περαιτέρω κοινωνικής ανόδου και, ταυτόχρονα, τον φόβο της υποβάθμισης και της απώλειας.

Με σημερινούς όρους, η παρατήρηση αφορά πολύ ευρύτερα τα μεσαία και μικρομεσαία στρώματα. Ανθρώπους που έχουν αρκετά ώστε να φοβούνται ότι θα τα χάσουν, αλλά όχι αρκετά ώστε να αισθάνονται βέβαιοι ότι θα τα διατηρήσουν.

Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία για μία χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η οικονομική και κοινωνική διαστρωμάτωση εξακολουθεί να έχει έντονα μικρομεσαία χαρακτηριστικά. Μικροί επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι και άνθρωποι που απέκτησαν ένα σπίτι, δημιούργησαν μια δουλειά και πίστεψαν ότι η επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα συγκροτούν ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν χρειάζεται αυτά τα κοινωνικά στρώματα να έχουν εξαθλιωθεί για να αισθανθούν οργή ή ανασφάλεια. Αρκεί να βλέπουν ότι η θέση την οποία θεωρούσαν κεκτημένη γίνεται ολοένα περισσότερο επισφαλής και ότι η σκάλα που επί δεκαετίες πίστευαν πως ανέβαιναν μπορεί πλέον να οδηγεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη, το κόστος της στέγασης απορροφά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος και η μικρή επιχείρηση βρίσκεται συχνά αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον στο οποίο δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί.

Παράλληλα, το μεταναστευτικό δημιουργεί σε τμήμα της κοινωνίας την αίσθηση απώλειας ελέγχου, ενώ η αδιαφάνεια και η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς ενισχύουν την πεποίθηση ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο για όλους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το κρίσιμο πολιτικό συναίσθημα δεν είναι κατ' ανάγκην η φτώχεια. Είναι ο φόβος της κοινωνικής καθόδου. Η αίσθηση, δηλαδή, ότι όσα αποκτήθηκαν με κόπο μπορεί να χαθούν και ότι το πολιτικό σύστημα, το οποίο επί δεκαετίες υποσχόταν σταθερότητα, ασφάλεια και κοινωνική πρόοδο, δεν είναι πλέον σε θέση να τα εγγυηθεί.

Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη του πολιτικού Κέντρου. Όσο αδυνατεί να προσφέρει πειστικές απαντήσεις σε πραγματικά προβλήματα, τόσο αφήνει χώρο σε εκείνους που προσφέρουν εύκολες λύσεις. Η ακρίβεια αποκτά έναν ένοχο, η ανασφάλεια έναν εχθρό, το μεταναστευτικό μια μονοσήμαντη εξήγηση και η αδυναμία του κράτους αντιμετωπίζεται με την υπόσχεση ενός ισχυρότερου κράτους.

Ο Κασιδιάρης, λοιπόν, είναι η αφορμή και όχι το πραγματικό πρόβλημα. Η Δημοκρατία διαθέτει νόμους για όσους τους παραβιάζουν και θεσμούς για να προστατεύει τη λειτουργία της. Κανένας νόμος, όμως, δεν μπορεί να εξαφανίσει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που δημιουργούν ακροατήριο για τα άκρα. Αυτό είναι δουλειά της πολιτικής. Και όταν η πολιτική αποτυγχάνει, το κενό δεν μένει κενό. Το καταλαμβάνουν άλλοι.

Αυτό είναι και το μέτρο της ποιότητας και του έργου του πολιτικού προσωπικού της χώρας και όσων βάστηξαν τα ηνία της τα προηγούμενα χρόνια.

ΥΓ. Για όσους αναρωτιούνται, δε, έως πού μπορεί να φθάσει “όλο αυτό”, δηλαδή ποιο είναι το δυνητικό του δημοσκοπικό «ταβάνι», σημειώνουμε απλά ότι σε τελευταία έρευνα που διενεργήθηκε στην Γερμανία, το AfD πιάνει 30%, το CDU/CSU (εν πολλοίς το κυριότερο συντηρητικό κόμμα) 20% και το SPD (Σοσιαλδημοκράτες) 11%. Με άλλα λόγια το ακροδεξιό AfD, συγκεντρώνει περίπου όσο τα δυο κυριότερα γερμανικά κόμματα εξουσίας από τον Β’ Παγκόσμιο έως τώρα, μαζί!

Τροφή για... σκέψη.

 

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων