Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Το απόρρητο των επικοινωνιών είναι, κατά το Σύνταγμα, απαραβίαστο. Και η προστασία των προσωπικών δεδομένων αποτελεί κατοχυρωμένο δικαίωμα, με ένα ολόκληρο ευρωπαϊκό και εθνικό θεσμικό οικοδόμημα να έχει στηθεί για την προάσπισή του.
Στα χαρτιά, λοιπόν, είμαστε καλά προστατευμένοι. Στην πραγματικότητα, όμως;
Τα τελευταία χρόνια μάθαμε ότι κορυφαίοι πολιτικοί, ανώτατοι στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι πολίτες, μπορούν να βρεθούν στο στόχαστρο παρακολουθήσεων. Μάθαμε για τις επισυνδέσεις της ΕΥΠ. Μάθαμε για το Predator και τις δυνατότητες ενός παράνομου λογισμικού παρακολούθησης.
Πλέον, σύμφωνα με το χθεσινό «Βήμα», αριθμοί κινητών τηλεφώνων και διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αξιωματούχων, υπουργών, πολιτικών, στρατιωτικών, στελεχών του Μαξίμου, ακόμη και του ίδιου του πρωθυπουργού, εμφανίζονται σε πλατφόρμες εμπορίας δεδομένων.
Όχι στο σκοτεινό Διαδίκτυο. Σε πλατφόρμες προσβάσιμες με λίγα «κλικ», έναντι χρημάτων ή ακόμη και δωρεάν.
Κατά πάγια δημοσιογραφική αντίληψη, μία αποκάλυψη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος όταν προκαλεί την παρέμβαση των αρμόδιων Αρχών για τη διερεύνηση τυχόν αξιόποινων πράξεων. Για όσα διαβάσαμε χθες υπάρχει περίπτωση να ασχοληθεί κανείς;
Οι υποκλοπές, το Predator και οι data brokers δεν είναι ίδιες υποθέσεις, ούτε υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν τη μεταξύ τους σύνδεση. Υπάρχει όμως ένας κοινός παρονομαστής: το απόρρητο και η ιδιωτικότητα του πολίτη, που μοιάζουν πλέον διάτρητα.
Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσοι κανόνες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και ποτέ άλλοτε δεν αφήναμε πίσω μας τόσα πολλά δεδομένα. Στο κινητό, στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στις εφαρμογές, στις συναλλαγές και στις κάθε είδους ψηφιακές υπηρεσίες που χρησιμοποιούμε καθημερινά.
Η τεχνολογία άλλαξε την έκταση του προβλήματος. Η προστασία του απορρήτου δεν αφορά πλέον μόνον εάν κάποιος ακούει και καταγράφει μια τηλεφωνική συνομιλία. Αφορά το ποιος συλλέγει τα στοιχεία μας, πού τα αποθηκεύει, σε ποιον τα μεταβιβάζει, ποιος μπορεί να τα αγοράσει και τελικά τι μπορεί να κάνει με αυτά.
Με λίγα λόγια, πρόκειται για υπόθεση που δεν αφορά μόνον τον φίλτατο Κυριάκο Μητσοτάκη αλλά όλους μας. Διότι εάν τα προσωπικά δεδομένα ακόμη και ανθρώπων που λόγω της θέσης τους θα ανέμενε κανείς να απολαμβάνουν αυξημένη προστασία μπορούν να εντοπιστούν τόσο εύκολα, είναι προφανές πόσο εκτεθειμένος είναι ο απλός πολίτης και εξίσου ασαφές ποιος τελικά τον προστατεύει.
Θεσμούς έχουμε και με το παραπάνω. Η ΑΔΑΕ είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη ακριβώς για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων εποπτεύει την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Υπάρχουν η Δικαιοσύνη, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας και οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Τη δουλειά τους, όμως, την κάνουν;
Διότι στην πράξη το πλέγμα προστασίας που δημιούργησε η Πολιτεία μοιάζει να υπολείπεται μιας πραγματικότητας η οποία εξελίσσεται πολύ ταχύτερα από αυτό. Είναι αντίστοιχα προφανές δε ότι δεν αρκεί η εκ των υστέρων αντίδραση.
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν μπορεί να αρχίζει κάθε φορά που ένα δημοσίευμα αποκαλύπτει ότι αυτά έχουν ήδη διαρρεύσει, εμπορευθεί ή χρησιμοποιηθεί. Η ευθύνη των αρμόδιων θεσμών είναι πρωτίστως προληπτική: να εντοπίζουν τα κενά πριν τα εκμεταλλευθούν άλλοι και να παρεμβαίνουν πριν η ζημιά καταστεί μη αναστρέψιμη.
Η ίδια η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με το «Βήμα», εξετάζει ήδη πρόσφατη καταγγελία σχετικά με δραστηριότητες συγκεκριμένης πλατφόρμας. Επισημαίνει, μάλιστα, ότι όταν πρόκειται για πρόσωπα σε ευαίσθητες δημόσιες ή θεσμικές θέσεις, τίθενται ζητήματα κυβερνοασφάλειας και ενδεχομένως εθνικής ασφάλειας.
Το απόρρητο δεν προστατεύεται επειδή το κατοχυρώνει το Σύνταγμα ή επειδή υπάρχει ο GDPR. Προστατεύεται όταν κάποιος ελέγχει ποιος το παραβιάζει, σταματά την παραβίαση και επιβάλλει τις συνέπειες.