Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Στην οικονομία, όπως και στη ζωή, δωρεάν γεύμα δεν υπάρχει. Κάποιος πληρώνει πάντοτε τον λογαριασμό. Το μόνο που αλλάζει είναι ποιος, πότε και με ποιον τρόπο.
Αξίζει να το θυμόμαστε αυτές τις ημέρες, καθώς η κυβέρνηση ζητεί από την Ευρώπη μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης και ενδεχομένως, να μειώσει προσωρινά τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το έχει εξηγήσει καθαρά. Χωρίς ευρωπαϊκή εξαίρεση, λέει, μια μείωση του ΕΦΚ πρέπει να αντισταθμιστεί από περικοπή άλλης δαπάνης ή αύξηση άλλου φόρου, καθώς διαφορετικά δεν υπάρχει ο αναγκαίος δημοσιονομικός χώρος.
Στην ίδια κατεύθυνση, από διαφορετική αφετηρία, κινείται και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Προκρίνει στοχευμένα αντί οριζόντιων μέτρων και προειδοποιεί ότι οι γενικευμένες μειώσεις ΦΠΑ και ΕΦΚ έχουν μεγάλο δημοσιονομικό κόστος και μικρότερη αποτελεσματικότητα από τα στοχευμένα μέτρα.
Μέχρι εδώ, η αριθμητική είναι μάλλον απλή.
Εάν μειωθεί ο ΦΠΑ στα τρόφιμα, ο καταναλωτής μπορεί να πληρώσει λιγότερα στο ταμείο, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η μείωση θα περάσει πράγματι στις τιμές. Το Δημόσιο, όμως, θα εισπράξει λιγότερα. Εάν μειωθεί ο ΕΦΚ, ο οδηγός μπορεί να πληρώσει λιγότερα στην αντλία, αλλά ο προϋπολογισμός θα χάσει έσοδα. Εάν αντί γι' αυτό επιδοτηθεί η τιμή, το κόστος επιστρέφει πάλι στον προϋπολογισμό.
Και εάν ο λογαριασμός καλυφθεί με δανεισμό, δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται στο μέλλον και αποκτά τόκο.
Η Κύπρος επέλεξε διαφορετικό δρόμο. Μηδενίζει τον ΦΠΑ σε σειρά βασικών προϊόντων και μειώνει φόρους στην ενέργεια. Δεν ανακάλυψε, όμως, κάποιο δημοσιονομικό «δωρεάν γεύμα». Η ίδια η κυβέρνησή της εξηγεί ότι η δυνατότητα αυτή προέκυψε από τα πλεονάσματα και τη σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους. Χρησιμοποιεί, δηλαδή, δημοσιονομικό χώρο που προηγουμένως δημιούργησε.
Αυτό ακριβώς κινδυνεύει να χαθεί μέσα στη συζήτηση περί «ευελιξίας». Μπορεί να είναι χρήσιμη, ακόμη και απαραίτητη σε μία κρίση, καθώς επιτρέπει σε μια κυβέρνηση να αντιμετωπίσει μια έκτακτη ανάγκη χωρίς να περικόψει άμεσα κάποια άλλη δαπάνη. Δεν μετατρέπει, όμως, τη δαπάνη σε δωρεάν χρήμα. Και όσο ακριβότερο γίνεται το χρήμα, τόσο ακριβότερη γίνεται και η ψευδαίσθηση ότι ο λογαριασμός μπορεί απλώς να μετατεθεί.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεβαίνουν διεθνώς, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τον πληθωρισμό, τα επιτόκια και το ύψος των κρατικών χρεών. Το αμερικανικό δεκαετές ξεπέρασε ενδοσυνεδριακά χθες το 5,34%, στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002, ενώ ισχυρές πιέσεις καταγράφονται και στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων.
Δεν είναι μία λεπτομέρεια που αφορά μόνον τους traders. Όταν ανεβαίνει το κόστος με το οποίο δανείζονται τα κράτη, αργά ή γρήγορα επηρεάζεται το κόστος χρήματος για ολόκληρη την οικονομία. Και όταν ένα κράτος χρηματοδοτεί σημερινές ανάγκες με περισσότερο χρέος, οι αυριανοί προϋπολογισμοί καλούνται να πληρώσουν περισσότερους τόκους.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού προειδοποίησε χθες και γι' αυτό: οι συνεχείς ρήτρες διαφυγής μπορεί κάποια στιγμή να πλήξουν την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρώπης απέναντι στις αγορές.
Η Ελλάδα γνωρίζει από πρώτο χέρι τι συμβαίνει όταν οι αγορές αρχίζουν να αμφισβητούν τη δημοσιονομική αξιοπιστία ενός κράτους.
Γι' αυτό και η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο εάν πρέπει να μειωθεί ο ΦΠΑ, ο ΕΦΚ ή να δοθεί μία ακόμη επιδότηση. Ούτε στο εάν οι Βρυξέλλες θα επιτρέψουν μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς χρησιμοποιείται αυτή η ευελιξία και ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό.
Ισχύει για ένα κράτος, όπως ισχύει για μια επιχείρηση ή ένα νοικοκυριό. Μπορείς να περιορίσεις μια δαπάνη, να χρησιμοποιήσεις τις αποταμιεύσεις σου ή να δανειστείς. Στην τελευταία περίπτωση μπορείς να μεταθέσεις την πληρωμή για αύριο.
Μόνο που αύριο ο λογαριασμός θα βρίσκεται ακόμη εκεί. Και θα έχει πάνω του και τόκο. Γιατί η ευελιξία μπορεί να αλλάζει τον χρόνο ή τον τρόπο πληρωμής. Δεν καταργεί τον λογαριασμό. Και αυτός, αργά ή γρήγορα, πάντα πληρώνεται.