Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Το σεντούκι άνοιξε και η κυβέρνηση έδωσε μία πρώτη απάντηση στην ενεργειακή κρίση και στον «βαρύ χειμώνα» που η ίδια πλέον προεξοφλεί. Περιορισμένες, υπό τις δημοσιονομικές συνθήκες, αλλά σημαντικές οι παρεμβάσεις της και αναμφίβολα αναγκαίες.
Μόνον που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: οι άμεσες επιδοτήσεις στην αντλία ισχύουν, προς το παρόν, έως το τέλος Οκτωβρίου. Η δύσκολη περίοδος, αντιθέτως, βρίσκεται ακόμη μπροστά μας.
Και κάπου εδώ αρχίζει να δημιουργείται η εντύπωση των μέτρων με το σταγονόμετρο. Η κυβέρνηση παρατείνει ή αναπροσαρμόζει τις παρεμβάσεις της ανάλογα με την εξέλιξη των τιμών και σήμερα γνωρίζουμε τι θα συμβεί έως τις 31 Οκτωβρίου. Και μετά; Θα το ξαναδούμε.
Η εξήγηση είναι εύλογη: οι διεθνείς τιμές παρουσιάζουν μεγάλη μεταβλητότητα και ουδείς γνωρίζει σήμερα πόσο θα κοστίσει η ενεργειακή κρίση τους επόμενους μήνες. Πολιτικά, όμως, υπάρχει μία άλλη όψη. Όταν ο πολίτης γνωρίζει τι θα πληρώνει για τις επόμενες δύο εβδομάδες, αλλά όχι για τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο, δύσκολα αποκτά αίσθημα ασφάλειας για τον χειμώνα που έρχεται.
Και τα σημερινά δεδομένα δεν προσφέρονται για εφησυχασμό.
Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε τον Σεπτέμβριο στο 5%, με το φυσικό αέριο ακριβότερο κατά 55,2%, το diesel κατά 38,8%, τη βενζίνη κατά 22,5% και το ηλεκτρικό ρεύμα κατά 15%. Το ΔΝΤ, παράλληλα, κατέβασε στο 1,8% την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη και ανέβασε στο 4,2% εκείνη για τον πληθωρισμό εφέτος.
Και η ενεργειακή κρίση δεν σταματά στην αντλία. Περνά στο κόστος μεταφοράς, στην παραγωγή, στο ράφι και τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα. Οι επιδοτήσεις μπορούν να περιορίσουν την επιβάρυνση. Δύσκολα, όμως, μπορούν να εμποδίσουν όλες τις δευτερογενείς επιπτώσεις της.
Το κυριότερο είναι ότι ο εφετινός χειμώνας δεν αρχίζει από το μηδέν. Βρίσκει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας ήδη πιεσμένο από μια πολυετή περίοδο ακρίβειας, από το στεγαστικό και από την αίσθηση ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών δεν φθάνει πάντοτε έως το οικογενειακό πορτοφόλι.
Οι δημοσκοπήσεις το καταγράφουν. Η ακρίβεια παραμένει μακράν το σημαντικότερο πρόβλημα, ενώ περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δηλώνουν ότι το βιοτικό τους επίπεδο έχει χειροτερεύσει. Ακόμη περισσότεροι θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την κατάσταση με την απαιτούμενη ταχύτητα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πολιτικός κίνδυνος. Διότι μια κυβέρνηση μπορεί να προηγείται καθαρά στις δημοσκοπήσεις και ταυτόχρονα να χάνει έδαφος στην κοινωνία. Μπορεί οι δείκτες ανάπτυξης και απασχόλησης να βελτιώνονται και ο πολίτης να αισθάνεται φτωχότερος. Στην πολιτική, άλλωστε, δεν ψηφίζουν οι δείκτες. Ψηφίζουν οι άνθρωποι που τους βιώνουν.
Όσα συμβαίνουν αυτές τις ημέρες στη Γαλλία και στην Αλβανία δεν προσφέρονται για εύκολες αναλογίες. Άλλες κοινωνίες, άλλα προβλήματα, άλλες πολιτικές συνθήκες. Προσφέρουν όμως μία χρήσιμη υπενθύμιση: η συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί κάποια στιγμή να βρει την αφορμή για να περάσει από τις μετρήσεις της κοινής γνώμης στον δρόμο.
Η Βρετανία έχει προσφέρει στην πολιτική ιστορία και τον σχετικό όρο. Ο «Χειμώνας της Δυσαρέσκειας» του 1978-79, δανεισμένος από τον Σαίξπηρ, έμεινε στην Ιστορία όχι απλώς για τις απεργίες που παρέλυσαν τη χώρα, αλλά επειδή αποτύπωσε τη στιγμή κατά την οποία η οικονομική πίεση μετατράπηκε σε κρίση εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση.
Προφανώς, η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Βρετανία του 1979. Το δίδαγμα, όμως, παραμένει.
Οι κυβερνήσεις δεν κινδυνεύουν επειδή ένας δείκτης πληθωρισμού γράφει 4% ή 5%. Κινδυνεύουν όταν ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας πειστεί ότι χάνει τον έλεγχο της καθημερινότητάς του και, ακόμη περισσότερο, ότι εκείνοι που κυβερνούν δεν μπορούν να του τον επιστρέψουν.
Γι’ αυτό και το κυβερνητικό στοίχημα είναι πολύ μεγαλύτερο από τα λεπτά που θα αφαιρεθούν από το λίτρο του πετρελαίου ή της βενζίνης. Είναι να αποτρέψει την οικονομική πίεση από το να μετατραπεί σε κοινωνική και, εντέλει, πολιτική δυσαρέσκεια.
Ο δύσκολος χειμώνας είναι ήδη εδώ. Το ερώτημα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνον πόσο θα κοστίσει για να τον κάνει ηπιότερο. Είναι τι θα αφήσει πίσω του όταν περάσει. Διότι οι επιδοτήσεις, κάποια στιγμή, τελειώνουν.
Τα απόνερα, όμως, μπορεί να φθάσουν μέχρι την κάλπη.