Αυτό επιβεβαιώνουν τα στοιχεία για τον αμερικανικό χρηματιστηριακό δείκτη S&P 500 από το 1950 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τον πίνακα του Creative Planning, η μέση ποσοστιαία πτώση από το υψηλότερο σημείο στο χαμηλότερο εντός του ημερολογιακού έτους ήταν -13,6% από το 1950 μέχρι το 2025. Η μέση ετήσια απόδοση ήταν 11,7% την ίδια περίοδο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντίστοιχη μέγιστη πτώση του δείκτη S&P 500 εντός του 2026 ήταν 5% από την αρχή της χρονιάς μέχρι την 13η Μαρτίου ενώ η συνολική ετήσια απόδοση -2,9%.
Η μεγαλύτερη πτώση από το υψηλό στο χαμηλό επίπεδο καταγράφηκε το 2008, την χρονιά της μεγάλης χρηματοοικονομικής κρίσης. Η μεγαλύτερη πτώση ήταν της τάξης του 48,8% ενώ η ετήσια απόδοση ήταν -37%.
Η επόμενη χειρότερη χρηματιστηριακή χρονιά για τον δείκτη S&P 500 ήταν το 1974. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πτώση ήταν της τάξης του 37,6% με την ετήσια απόδοση να είναι επίσης αρνητική και ίση με -25,9%. Το 1974 ήταν η χρονιά που παραιτήθηκε ο τότε πρόεδρος Νίξον λόγω του σκανδάλου του Γουότεργκεϊτ.
Η τρίτη χειρότερη χρονιά με κριτήριο την υποχώρηση από το υψηλό στο χαμηλό είναι το 1987 με μέγιστη πτώση -33,5% και ετήσια θετική απόδοση ίση με 5,8%.
Ακολουθεί το 1962 με την μεγαλύτερη πτώση να είναι ίση με 26,9% και την ετήσια απόδοση να είναι αρνητική και ίση με 8,8%. Το 1962 σημαδεύθηκε από την κρίση των πυραύλων της Κούβας.
Το 2022 καταγράφεται επίσης ως μια από τις χειρότερες χρηματιστηριακές χρονιές με μέγιστη υποχώρηση της τάξης του -25,4% και ετήσια απόδοση ίση με -18,1%.
Επομένως, υπάρχουν χρονιές με μεγάλες διακυμάνσεις. Αν λοιπόν δεν μπορεί κάποιος να ανεχθεί διακυμάνσεις της τάξης του 6% από το υψηλό στο χαμηλό σημείο του S&P 500 ίσως θα πρέπει να ξανασκεφθεί τις επενδύσεις σε μετοχές.