Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ανάπτυξη με τους πολλούς σε κρίση δεν γίνεται

Ανάπτυξη με τους πολλούς σε κρίση δεν γίνεται
Εικόνα με χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης (ΑΙ generated image)

Μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται γρηγορότερα από άλλες, κι όμως οι πολίτες της να είναι δυσαρεστημένοι. Αυτό δεν είναι ίσως περίεργο, ούτε ανησυχητικό, αν συμβαίνει για κάποιο μεταβατικό διάστημα.

Όταν όμως διαρκεί πολλά χρόνια, μετατρέπεται σε οξύ πολιτικό πρόβλημα. Αυτή ακριβώς είναι η απειλή που θα ενισχύσει το αναμενόμενο νέο κύμα ακρίβειας στην Ευρώπη, κι ακόμη περισσότερο στην Ελλάδα.

Διότι αυτή τη φορά το ενεργειακό σοκ δεν βρίσκει τους καταναλωτές μετά από περίοδο ευημερίας, αλλά ήδη δυσαρεστημένους από τις τεράστιες ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών.

Σήμερα το φυσικό αέριο κοστίζει περίπου 150% περισσότερο από πριν από έναν χρόνο, με κίνδυνο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο αν ο χειμώνας αποδειχτεί βαρύς (λόγω και των μειωμένων αποθεμάτων), ενώ τα καύσιμα έχουν αυξηθεί σε δυσβάστακτα επίπεδα, με την αμόλυβδη και το diesel πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο.

Η ΕΚΤ προβλέπει πως ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί στα τέλη του 2026, καθώς στη συνέχεια αναμένει υποχώρηση των τιμών της ενέργειας. Όμως η σταδιακή επίδραση στα περισσότερα προϊόντα και στις υπηρεσίες, και προοδευτικά στα τρόφιμα, αναμένεται να συνεχιστεί και το 2027.

Μπροστά σε αυτή τη λαίλαπα που φαίνεται να έρχεται, τα μέτρα της κυβέρνησης αρχίζουν να μοιάζουν με ασπιρίνη.

Το νέο κύμα ακρίβειας βρίσκει την Ελλάδα ευάλωτη

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, που αποδεικνύεται ξανά περισσότερο ευάλωτη στην ακρίβεια. Ενδεικτικό είναι ότι από τον Μάρτιο έως τον Αύγουστο είχε υψηλότερο πληθωρισμό από την ευρωζώνη στους πέντε από τους έξι μήνες.

Κάποιοι θα εστιάσουν στο αντεπιχείρημα της ισχυρότερης ανάπτυξης, της μειωμένης ανεργίας και των αυξήσεων στον κατώτατο μισθό. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: η Ελλάδα ξεκίνησε από πολύ χαμηλή θέση.

Το ΔΝΤ σημειώνει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 26% από το 2020. Παρά την εντυπωσιακή αυτή άνοδο, βρίσκεται ακόμη μόλις στο 92% του επιπέδου πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα προσπαθεί ακόμη να καλύψει μέρος της τεράστιας απόστασης που έχασε. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης είναι μόλις 68% του μέσου όρου της ΕΕ, στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία, η οποία από περίπου 47% το 2015 μας έχει πλέον φτάσει.

 

 

Υπό αυτό το πρίσμα, η ταχύτερη ανάπτυξη είναι ασφαλώς πολύτιμη, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της πολιτικό εμβόλιο απέναντι στη δυσαρέσκεια. Κι αν στα πρώτα χρόνια μετά την ελληνική κρίση ήταν εύκολο να εξηγηθεί ότι απαιτείται χρόνος επούλωσης, σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Όσο περνά ο χρόνος, τόσο ο πολίτης συγκρίνει λιγότερο τη σημερινή του κατάσταση με το παρελθόν και περισσότερο με αυτά που ακούει γύρω του περί ανάπτυξης, επενδυτικής βαθμίδας, νέων επενδύσεων και ρεκόρ εταιρικών κερδών.

Το ερώτημα που έχει ο ίδιος, ένα ερώτημα που αρχίζει να στοιχειώνει συνολικά την Ευρώπη, είναι πότε θα δει αυτή τη βελτίωση στο βιοτικό του επίπεδο.

Ο Ατζέμογλου και η ρωγμή στην ευημερία

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Ντάρον Ατζέμογλου φαίνεται να έχει πιάσει ακριβώς αυτή τη διάσταση στο τελευταίο του βιβλίο, What Happened to Liberal Democracy? Remaking a Politics of Shared Prosperity.

Βασική του θέση είναι ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία άνθιζε όσο κατάφερνε να συνδέσει τις ελευθερίες και την ανάπτυξη με τη διάχυση της ευημερίας. Δηλαδή όταν οι εργατικές και μικρομεσαίες τάξεις είχαν λόγο να πιστεύουν ότι η πρόοδος αφορά και τις ίδιες.

Σταδιακά όμως, η αποβιομηχάνιση στη Δύση και η διεύρυνση των ανισοτήτων άρχισαν να αποξενώνουν αυτά τα τμήματα της κοινωνίας από τους θεσμούς που παραδοσιακά στήριζαν.

Γι' αυτό και ο Ατζέμογλου προτείνει την επιστροφή σε έναν φιλελευθερισμό που θα αφορά την εργατική τάξη, με μεγαλύτερη έμφαση σε θέσεις εργασίας, δημόσιες υπηρεσίες και «κοινή ευημερία».

Οι λύσεις που προτείνει ούτε είναι ούτε ακούγονται εύκολες. Περιληπτικά προτείνει περισσότερες καλές δουλειές, θεσμικά ισχυρότερη εργασία, AI που να ενδυναμώνει τους εργαζόμενους αντί να τους υποκαθιστά, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες, περισσότερη δύναμη στις τοπικές κοινωνίες και λιγότερη πολιτισμική επιβολή από πάνω προς τα κάτω.

Δεν είναι σίγουρο ότι έχει την απόλυτη συνταγή της λύσης, σε μια περίοδο με μεγάλες αβεβαιότητες και απανωτές κρίσεις. Το τι μπορεί να συμβεί, όμως, εάν χαθεί ο δεσμός μεγάλου μέρους της κοινωνίας με το «σύστημα», το βλέπουμε ήδη μπροστά μας.

Γαλλία-Γερμανία: Όταν η δυσαρέσκεια φτάνει στην κάλπη

Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν προηγείται στις μετρήσεις για τις προεδρικές εκλογές του 2027 με 33% έως 36%, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν περνά στον δεύτερο γύρο σε τρία από τα πέντε σενάρια και ισοβαθμεί για τη δεύτερη θέση σε ένα τέταρτο. Η πίεση στο γαλλικό πολιτικό κέντρο έρχεται πλέον και από τις δύο πλευρές.

Η Γερμανία στέλνει επίσης ηχηρό μήνυμα. Στις εκλογές του 2025 το AfD είχε πάρει 20,8%. Σήμερα οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις το τοποθετούν μεταξύ 27% και 30%, ενώ σε τελευταία μέτρηση της GMS το AfD κατέγραψε 30%, το CDU/CSU 20% και το SPD 11%. Δηλαδή το AfD μόνο του συγκεντρώνει σχεδόν όσο τα δύο κόμματα που κυριάρχησαν στη μεταπολεμική Γερμανία μαζί.

Τελευταίο χτύπημα τα αποτελέσματα οι εκλογές της Κυριακής σε δύο γερμανικά κρατίδια οι οποίες έδειξαν νέα άνοδο του AfD και βουτιά του CDU

Επί χρόνια, η εντυπωσιακή άνοδος των αντισυστημικών δυνάμεων, κυρίως στα δεξιά, αποδιδόταν πρωτίστως στη μετανάστευση, στην ασφάλεια, σε ταυτοτικά θέματα και στην πολιτισμική σύγκρουση. Όλα αυτά εξακολουθούν να έχουν σημασία, σήμερα όμως αποτελούν μέρος της εικόνας.

Δίπλα τους έχει προστεθεί η συνεχής πίεση στο βιοτικό επίπεδο, το κόστος της κατοικίας, η ακριβή ενέργεια. Και κυρίως, η αίσθηση σημαντικού τμήματος των κοινωνιών ότι το οικονομικό σύστημα παράγει πλούτο για ένα μέρος της κοινωνίας, αφήνοντας πολλούς έξω.

Ελλάδα: Ο κατακερματισμός δεν είναι ασπίδα διαρκείας

Προς το παρόν η ελληνική πολιτική σκηνή, ιδίως δε η κυβέρνηση, φαίνεται να εφησυχάζει, με διάφορες θεωρίες ότι η εποχή των μνημονίων έχει αφήσει ανεξίτηλη σφραγίδα στο εκλογικό ακροατήριο.

Οι δημοσκοπήσεις άλλωστε προσφέρουν μια αίσθηση σχετικής ασφάλειας, καθώς και τα τρία μεγάλα κόμματα, ΝΔ, ΕΛ.Α.Σ. και ΠΑΣΟΚ, κινούνται, παρά τις διαφορές τους, εντός του βασικού ευρωπαϊκού πλαισίου.

Εν τούτοις, στις έξι πρόσφατες δημοσκοπήσεις τα τρία μεγαλύτερα κόμματα αθροίζουν κατά μέσο όρο περίπου 50% στην πρόθεση ψήφου. Στο αντίστοιχο «γκάλοπ των γκάλοπ» οκτώ εταιρειών τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 2023, ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ άθροιζαν 65,7%.

Η διαφορά είναι πάνω από 15 μονάδες. Σήμερα αυτό το μεγάλο υπόλοιπο αποτυπώνεται στον κατακερματισμό σε μικρότερα κόμματα και στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη».

Όμως η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή δεν έχει βρει έναν κυρίαρχο πολιτικό φορέα για να την εκφράσει. Απλώς συσσωρεύεται και… αναμένει τον ηγέτη που θα καταφέρει να την εκφράσει αποτελεσματικά.

Κι όσο περνούν τα χρόνια από την κρίση, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η απαίτηση να περάσει η ανάπτυξη στο διαθέσιμο εισόδημα, στην αγοραστική δύναμη και στην καθημερινότητα των πολλών.

Εν ολίγοις, ανάπτυξη με τους πολλούς να βρίσκονται σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κρίση δεν γίνεται για πολύ, τουλάχιστον στα γνήσια δημοκρατικά πολιτεύματα, όπου κάθε πολίτης, φτωχός ή πλούσιος, μορφωμένος ή όχι, έχει και μία ψήφο.

Το καμπανάκι χτυπά ήδη στη Γαλλία και ίσως ακόμη πιο δυνατά στη Γερμανία. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο να θεωρήσουμε ότι στην Ελλάδα δεν πρόκειται να ξανακουστεί.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο