Παρά τις επιφυλάξεις που καταγράφονται για τη φετινή σεζόν, με σημαντικό μέρος των Ελλήνων να δηλώνει ότι και το 2026 δεν σχεδιάζει να πραγματοποιήσει διακοπές, η εικόνα του 2025 δείχνει ότι η ταξιδιωτική ζήτηση παραμένει ανθεκτική.
Η προηγούμενη χρονιά εξελίχθηκε σε χρονιά-ρεκόρ για τα ταξίδια των Ελλήνων, τόσο σε επίπεδο αριθμού μετακινήσεων όσο και ταξιδιωτικών δαπανών, με τις επιδόσεις να ξεπερνούν πλέον τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η βασική διαφοροποίηση, ωστόσο, αφορά τη διάρκεια των ταξιδιών και το είδος της διαμονής που επιλέγουν οι ταξιδιώτες, τάσεις που αντανακλούν την οικονομική πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), οι συνολικές ταξιδιωτικές δαπάνες ξεπέρασαν τα 4,1 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων ετών, επιβεβαιώνοντας ότι παρά το αυξημένο κόστος μετακινήσεων, διαμονής και εστίασης, τα ταξίδια παραμένουν υψηλά στις προτεραιότητες των ελληνικών νοικοκυριών.
Πάντως, η αύξηση των δαπανών δεν αποδίδεται αποκλειστικά στις ανατιμήσεις, αλλά συνοδεύεται και από σημαντική άνοδο τόσο του αριθμού των ταξιδιωτών όσο και των ταξιδιών που πραγματοποιήθηκαν μέσα στη χρονιά.
Το 2025 ταξίδεψαν για προσωπικούς λόγους 5,4 εκατ. Ελληνες όλων των ηλικιών, αριθμός αυξημένος κατά 7,2% σε σχέση με το 2024. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στον αριθμό των ταξιδιών, τα οποία ανήλθαν σε 9,6 εκατ., σημειώνοντας άνοδο 11%. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ότι οι Ελληνες δεν ταξίδεψαν απλώς ακριβότερα, αλλά και συχνότερα, πραγματοποιώντας περισσότερες αποδράσεις κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
Το οικονομικό αποτύπωμα της ταξιδιωτικής δραστηριότητας ήταν ακόμη πιο έντονο. Οι συνολικές ταξιδιωτικές δαπάνες διαμορφώθηκαν στα 4,1 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 11,3% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Για τον πληθυσμό ηλικίας 15 ετών και άνω οι δαπάνες ανήλθαν στα 3,86 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 2,34 δισ. ευρώ το 2019, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική ενίσχυση της ταξιδιωτικής κατανάλωσης μέσα σε μία εξαετία.
Αλλάζουν συνήθειες
Και μπορεί να καταγράφηκε άνοδος σε επίπεδο ταξιδιών και δαπανών, ωστόσο, σε ό,τι αφορά τη διαμονή, οι Ελληνες εξακολουθούν να επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, όπως εξοχικές κατοικίες ή φιλοξενία από συγγενείς και φίλους προκειμένου να περιορίσουν τα έξοδα.
Η συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχούσε στο 52,1% των ταξιδιών και στο 71,6% των συνολικών διανυκτερεύσεων. Αυξηση, πάντως, κατά 18,6% παρουσίασαν και τα ταξίδια με διαμονή σε ξενοδοχεία.
Μία ακόμη αλλαγή συνηθειών αφορά τη διάρκεια διαμονής. Οσοι πήγαν διακοπές, φαίνεται ότι… ψαλίδισαν τον αριθμό των διανυκτερεύσεων, με τα ταξίδια 1-3 διανυκτερεύσεων να σημειώνουν άνοδο 26,7% ετησίως. Ακολουθησαν τα ταξίδια 8-14 διανυκτερεύσεων με άνοδο 17,7% και εκείνα των 4-7 διανυκτερεύσεων με αύξηση 9,8%. Αντιθετα, τα πολυήμερα ταξίδια, 15 ημερών και άνω, κατέγραψαν μικρή άνοδο 1,6%.
Στις μετακινήσεις, τα χερσαία μέσα παρέμειναν η κυρίαρχη επιλογή, καλύπτοντας το 66,7% των ταξιδιών. Ωστόσο, τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση κατέγραψαν τα αεροπορικά ταξίδια, τα οποία ενισχύθηκαν κατά 20,8%, αντανακλώντας την αυξημένη κινητικότητα προς προορισμούς του εξωτερικού αλλά και τα ελληνικά νησιά.
Πού ταξίδεψαν
Παρά τη δυναμική των ταξιδιών στο εξωτερικό, η Ελλαδα εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό προορισμό των Ελλήνων. Περίπου το 85% των ταξιδιών πραγματοποιήθηκε εντός της χώρας, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαχρονική σημασία του εσωτερικού τουρισμού για τις τοπικές οικονομίες και τις επιχειρήσεις φιλοξενίας.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά τη σημαντική ενίσχυση των ταξιδιών στο εξωτερικό, ο εγχώριος τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική επιλογή των ελληνικών νοικοκυριών και σημαντικό τροφοδότη της τουριστικής κατανάλωσης στις περιφέρειες της χώρας.
Ωστόσο, η εξωστρέφεια των Ελλήνων ενισχύθηκε αισθητά, καθώς τα ταξίδια στο εξωτερικό αυξήθηκαν κατά 18,8% σε σχέση με το 2024, ενώ οι σχετικές δαπάνες ενισχύθηκαν κατά 16,3%, φτάνοντας τα 983,6 εκατ. ευρώ.
Στις προτιμήσεις των Ελλήνων ταξιδιωτών στο εξωτερικό, η Ιταλία διατήρησε την πρώτη θέση, συγκεντρώνοντας το 12,9% των ταξιδιών εκτός συνόρων. Ακολουθησαν η Αλβανια με ποσοστό 11,9%, η Γερμανια με 6,7%, το Ηνωμένο Βασίλειο με 6,5% και η Γαλλια με 5,4%. Οι επιλογές αυτές αναδεικνύουν τη σταθερή προτίμηση σε ευρωπαϊκούς προορισμούς που συνδυάζουν εύκολη πρόσβαση, συχνές αεροπορικές συνδέσεις και δυνατότητα για σύντομες αποδράσεις.
Η ανάλυση των δαπανών δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιωτικού προϋπολογισμού κατευθύνθηκε στην εστίαση. Συγκεκριμένα, οι δαπάνες για εστιατόρια, καφέ και λοιπές υπηρεσίες εστίασης αντιστοιχούσαν στο 32,1% του συνόλου ή περίπου 1,18 δισ. ευρώ. Ακολουθησαν οι μεταφορές με ποσοστό 22,7% και δαπάνη 837,6 εκατ. ευρώ, η διαμονή με 21,6% και 795,6 εκατ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο 23,6% αφορούσε λοιπές αγορές και υπηρεσίες.
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στη μέση ημερήσια δαπάνη. Για ταξίδια στο εσωτερικό διάρκειας μίας έως τριών διανυκτερεύσεων διαμορφώθηκε στα 96,3 ευρώ, ενώ για αντίστοιχες αποδράσεις στο εξωτερικό σχεδόν διπλασιάστηκε, φτάνοντας τα 180,2 ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει το υψηλότερο κόστος των διεθνών μετακινήσεων.
Η εποχικότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζει και τις ταξιδιωτικές συνήθειες των Ελλήνων. Ο Αυγουστος συγκέντρωσε το 31,3% των ταξιδιών και σχεδόν το 35% των διανυκτερεύσεων, ενώ ακολούθησε ο Ιουλιος με ποσοστό 17,5%. Συνολικά, σχεδόν ένα στα δύο ταξίδια πραγματοποιήθηκε μέσα στο δίμηνο Ιουλιου - Αυγουστου, επιβεβαιώνοντας ότι η κορύφωση της ταξιδιωτικής δραστηριότητας εξακολουθεί να τοποθετείται στην «καρδιά» του καλοκαιριού.
Τρίτη ηλικία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι δημογραφικές τάσεις που καταγράφει η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ. Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στην ηλικιακή ομάδα άνω των 65 ετών, καθώς ο αριθμός των τουριστών ενισχύθηκε κατά 24%, τα ταξίδια που πραγματοποίησαν αυξήθηκαν κατά 28,7%, ενώ οι συνολικές δαπάνες τους διαμορφώθηκαν στα 682,5 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 21% σε σχέση με το 2024.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι μεγαλύτερες ηλικίες επανέρχονται δυναμικά στην ταξιδιωτική δραστηριότητα, αξιοποιώντας περισσότερο τον ελεύθερο χρόνο τους και ενισχύοντας τη ζήτηση, τόσο για ταξίδια εντός Ελλάδας όσο και για προορισμούς του εξωτερικού.
Για τις τουριστικές επιχειρήσεις, οι ταξιδιώτες της τρίτης ηλικίας εξελίσσονται σε μια ολοένα πιο σημαντική ομάδα-στόχο, καθώς ταξιδεύουν συχνά εκτός της περιόδου αιχμής και συμβάλλουν στη διεύρυνση της τουριστικής περιόδου.
Η συγκεκριμένη τάση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον κλάδο, καθώς οι ταξιδιώτες μεγαλύτερης ηλικίας διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία στον χρόνο των μετακινήσεών τους, ενισχύοντας τη ζήτηση και εκτός της περιόδου υψηλής ζήτησης.
Δεν ταξίδεψαν
Παρά τη συνολικά θετική εικόνα, η έρευνα καταγράφει και τη δυσκολία σημαντικού μέρους των νοικοκυριών να ταξιδέψει. Περισσότεροι από τους μισούς Ελληνες (56,4%) που δεν πραγματοποίησαν προσωπικό ταξίδι μέσα στο 2025 δήλωσαν ότι βασικός λόγος ήταν η οικονομική αδυναμία. Ακολουθησαν οι λόγοι υγείας με ποσοστό 20,8% και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις ή η έλλειψη ελεύθερου χρόνου με 16,7%.
Υπενθυμιζεται ότι, σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ τον Μαιο του 2026, η συγκράτηση των ταξιδιωτικών δαπανών παραμένει βασική τάση για τη φετινή περίοδο, καθώς οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και το αυξημένο κόστος μετακίνησης, διαμονής και διατροφής επηρεάζουν τις αποφάσεις των νοικοκυριών.
Περίπου οι μισοί ερωτηθέντες (50%) δήλωσαν ότι δεν προγραμματίζουν να πραγματοποιήσουν καλοκαιρινές διακοπές το 2026, έναντι 52% το 2025, στοιχείο που αποτυπώνει ότι, παρά την ανθεκτικότητα της ταξιδιωτικής ζήτησης, η οικονομική παράμετρος εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για μεγάλο μέρος των Ελλήνων.