Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Καλό... 2034 θα φτάσουμε το προ κρίσης ΑΕΠ

Στο 1,9% ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το β' τρίμηνο, πάνω από την Ευρωζώνη για 20ό διαδοχικό τρίμηνο. Μοχλοί η κατανάλωση και οι κατασκευές, «φρένο» ο εξωτερικός τομέας. Με αυτούς τους ρυθμούς, το ΑΕΠ του 2007 ανακτάται το 2034.

Καλό... 2034 θα φτάσουμε το προ κρίσης ΑΕΠ

Το ΑΕΠ της Ελλάδας κατά το β’ τρίμηνο 2026 κατέγραψε ρυθμό αύξησης 1,9% σε ετήσια βάση και 0,3% σε τριμηνιαία βάση, παραμένοντας σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2,0% και 0,2% αντίστοιχα το προηγούμενο τρίμηνο.

Η επίδοση αυτή αποτυπώνει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία εν μέσω διεθνών αναταραχών και αβεβαιότητας συνέχισε να μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο της Ευρωζώνης (+1,2%) για 20ό συναπτό τρίμηνο, αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και το α’ τρίμηνο 2026. Η επίδοση αυτή αποτελεί την 9η υψηλότερη στην Ευρωζώνη, σημειώνει ανάλυση της Eurobank.

Εντούτοις, παρά την ισχυρή μεταπανδημική μεγέθυνση της οικονομίας, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερο κατά 13,6% συγκριτικά με το προ κρίσης χρέους ιστορικό υψηλό του β’ τριμήνου 2007.

Υποθέτοντας διατήρηση του ετήσιου ρυθμού αύξησης του τριμηνιαίου ΑΕΠ στο παρόν επίπεδο (+1,9%), η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στο επίπεδο αυτό το α’ τρίμηνο του 2034.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,8% φέτος και 1,6% το 2027, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) 1,9% και 1,4% και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) 1,9% και 2,0% αντίστοιχα. Πιο μακροπρόθεσμα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ δεν προβλέπεται να ξεπερνά το 1,5% κατά μέσο όρο.

Προσέγγιση δαπάνης

Οι επενδύσεις παγίων αποτέλεσαν βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης και το β’ τρίμηνο 2026, καταγράφοντας ισχυρή ετήσια αύξηση 6,1%, αν και επιβραδυμένες σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (+12,1%), πιθανώς επηρεασμένες και από την αβεβαιότητα λόγω του πολέμου.

Η αύξηση αυτή αποδίδεται σχεδόν εξολοκλήρου (82%) στην οικοδομική δραστηριότητα: η κατασκευή κατοικιών αυξήθηκε κατά €117 εκ., συνεισφέροντας το 21% της ετήσιας αύξησης των πάγιων επενδύσεων, ενώ οι άλλες κατασκευές, κυρίως μεγάλα έργα υποδομής (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι, γραμμές μετρό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, Ελληνικό, κ.ά.) ενισχυθήκαν κατά €338 εκ., το 61% της αύξησης.

Το υπόλοιπο προήλθε κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό: μηχανολογικό και οπλικά συστήματα (+€51 εκ., το 9%) και τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας (+€51 εκ., 9%), παρά την υποχώρηση του μεταφορικού εξοπλισμού (-€45 εκ., -8%).

Τη μεγαλύτερη όμως συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες [π.μ.]) είχε η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την κινητήρια δύναμη που οδηγεί αλλά και ενισχύεται από την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα. Αντιθέτως, ενθαρρυντική είναι η συνέχιση της μείωσης του ελλείμματος στο εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών (-4,7%), η οποία συνεισέφερε 0,5 π.μ. στη μεγέθυνση του β’ τριμήνου.

Οι καθαρές εισαγωγές υπηρεσιών, από την άλλη, υποχώρησαν σημαντικά σε σχέση με το β’ τρίμηνο 2025 σε πραγματικούς όρους (-3,6%), αφαιρώντας 1,2 π.μ. από τον ρυθμό μεγέθυνσης.

Παρά την ανθεκτικότητα του τουρισμού και την αύξηση του κύκλου εργασιών στη ναυτιλία, η σημαντική αύξηση των ναύλων λόγω του πολέμου περιόρισε την πραγματική αξία των εισπράξεων, με αποτέλεσμα η καθαρή συνεισφορά του εξωτερικού τομέα να παραμείνει σε αρνητικό έδαφος (-0.8 π.μ.).

Η σύνθεση του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο 2026 διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη: Η κατανάλωση συνέχισε να αποτελεί μακράν τη μεγαλύτερη συνιστώσα, με το μερίδιό της να παραμένει σταθερά στη ζώνη του 68-70% καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο, σημαντικά υψηλότερα από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (53,2%).

Παράλληλα, το έλλειμμα στο ισοζύγιο αγαθών συνέχισε να αφαιρεί περίπου το 1/8 του ΑΕΠ, απώλεια που εν μέρει αντισταθμίστηκε από το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών. Στα θετικά, το μερίδιο των επενδύσεων παγίων παρέμεινε κοντά στα υψηλότερα επίπεδά του από το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, συμβάλλοντας στην αναπλήρωση του κεφαλαιακού αποθέματος της χώρας.

Εντούτοις, παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη (21,3% του ΑΕΠ) και στην ΕΕ27 (21,5%)· προϋπόθεση όμως για τη σύγκλιση είναι η ταχύτερη αύξηση του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο και άρα οι υψηλότερες συγκριτικά με την ΕΕ27 επενδύσεις ως μερίδιο του ΑΕΠ.

Προσέγγιση παραγωγής

Η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) διαμορφώθηκε σε 1,5% το β’ τρίμηνο 2026, από 1,7% το α’ τρίμηνο, υποδηλώνοντας οριακή επιβράδυνση σε ετήσια βάση. Σε τριμηνιαία βάση, ωστόσο, η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 0,5%, έναντι μόλις 0,1% το προηγούμενο τρίμηνο, καταδεικνύοντας ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας εντός του τριμήνου.

Οι ισχυρότερες ετήσιες αυξήσεις της ΑΠΑ καταγράφηκαν στις κατασκευές, στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες, στη γεωργία και στις δραστηριότητες ενημέρωσης και επικοινωνίας, ενώ αρνητική παρέμεινε η συμβολή του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης.

Παρακάτω παρουσιάζονται αναλυτικά οι κλαδικές εξελίξεις για το β’ τρίμηνο 2026:

  • Κατασκευές: Ο κλάδος διατήρησε την ιδιαίτερα ισχυρή δυναμική του, με την ΑΠΑ να αυξάνεται κατά 13,5% σε ετήσια βάση, από 11,8% το α' τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή συνάδει με τη διατήρηση της οικοδομικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο όγκος της συνολικής οικοδομικής δραστηριότητας κατά την περίοδο Ιουνίου 2025-Μαΐου 2026 ήταν αυξημένος κατά 19,3% σε σχέση με το αντίστοιχο προηγούμενο δωδεκάμηνο.
  • Χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες: Η ανοδική πορεία του κλάδου ενισχύθηκε περαιτέρω, με την ΑΠΑ να αυξάνεται κατά 7,1% σε ετήσια βάση, έναντι 5,5% το προηγούμενο τρίμηνο. Η επίδοση αυτή συνοδεύτηκε από τη συνέχιση της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της οποίας διαμορφώθηκε σε 9,8% τον Ιούνιο 2026. Η καθαρή μηνιαία ροή χρηματοδότησης προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ήταν επίσης θετική κατά €2,2 δισ. τον ίδιο μήνα.
  • Αγροτικός τομέας: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 4,6% σε ετήσια βάση το β΄ τρίμηνο 2026, αντιστρέφοντας την υποχώρηση κατά 1,1% που είχε καταγραφεί το α’ τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί επιστροφή του κλάδου σε θετικό ρυθμό μεταβολής μετά την ασθενέστερη εικόνα στην αρχή του έτους.
  • Τέχνες, ψυχαγωγία και λοιπές υπηρεσίες: Η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 4,3% σε ετήσια βάση, έναντι 3,8% το α’ τρίμηνο, υποδηλώνοντας διατήρηση της θετικής δυναμικής στις δραστηριότητες αναψυχής και λοιπών υπηρεσιών.
  • Ενημέρωση και επικοινωνία: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 3,9% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, διατηρώντας θετική, αν και ηπιότερη, δυναμική σε σχέση με το +5,8% του α’ τριμήνου. Η εξέλιξη αυτή είναι συμβατή με τη βελτίωση του δείκτη παραγωγής του τομέα στη διάρκεια του τριμήνου, από -0,9% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο σε +7,3% τον Μάιο και +9,0% τον Ιούνιο. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η άνοδος στις δραστηριότητες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, παροχής συμβουλών και συναφών δραστηριοτήτων (+20,2% τον Ιούνιο) και στις υπηρεσίες πληροφορίας (+17,6%).
  • Βιομηχανία: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, επιβραδυνόμενη από 4,2% το α’ τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή ήταν συμβατή με τη διατήρηση θετικής, αν και ηπιότερης, δυναμικής της βιομηχανικής παραγωγής. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο μέσος Γενικός Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής αυξήθηκε κατά 3,3% στο πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Ωστόσο, προς το τέλος του β’ τριμήνου καταγράφηκαν ενδείξεις επιβράδυνσης, καθώς τον Ιούνιο ο δείκτης αυξήθηκε κατά μόλις 1,1% σε ετήσια βάση, έναντι 2,8%
  • Δημόσια διοίκηση, εκπαίδευση και υγεία: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε οριακά κατά 0,5% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, παρουσιάζοντας αισθητή επιβράδυνση σε σχέση με την αύξηση κατά 5,3% το προηγούμενο τρίμηνο. Ως εκ τούτου, η δραστηριότητα του κλάδου παρέμεινε αυξημένη σε ετήσια βάση, αλλά με σαφώς ηπιότερο ρυθμό.
  • Διαχείριση ακίνητης περιουσίας: Η ΑΠΑ του κλάδου αυξήθηκε κατά 0,5% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, διατηρώντας θετικό αλλά περιορισμένο ρυθμό μεταβολής. Η δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων παρέμεινε γενικά υποστηρικτική, με τις τιμές των διαμερισμάτων να αυξάνονται κατά 5,7% σε ετήσια βάση το α’ τρίμηνο 2026, αν και με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με το 2025. Παράλληλα, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τα επαγγελματικά ακίνητα εξακολουθούν να καταγράφουν αυξήσεις τόσο στις τιμές όσο και στα μισθώματα γραφείων και καταστημάτων.
  • Επαγγελματικές, επιστημονικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες: Η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 0,7% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, εξέλιξη συμβατή με τη σταδιακή βελτίωση των δεικτών παραγωγής της ΕΛΣΤΑΤ κατά τη διάρκεια του τριμήνου. Ειδικότερα, στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες ο δείκτης παραγωγής μεταβλήθηκε από -3,3% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο σε +3,5% τον Μάιο και +7,8% τον Ιούνιο, ενώ στις διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες από -0,3% σε +2,8% και +4,8%, αντίστοιχα.
  • Εμπόριο, μεταφορές, καταλύματα & εστίαση: Η ΑΠΑ του ευρύτερου κλάδου μειώθηκε κατά 1,1% σε ετήσια βάση το β’ τρίμηνο 2026, μετά από πτώση 1,7% το α’ τρίμηνο. Η εικόνα των επιμέρους δραστηριοτήτων ήταν, ωστόσο, ανομοιογενής. Στις μεταφορές, ο δείκτης παραγωγής μεταβλήθηκε από -3,1% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο σε +3,1% τον Μάιο και +7,4% τον Ιούνιο, υποδηλώνοντας σαφή βελτίωση προς το τέλος του τριμήνου. Αντίστοιχα, στα καταλύματα ο δείκτης παραγωγής παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρός (+26,9%, +34,1% και +34,8% τον Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο αντίστοιχα), ενώ στην εστίαση διατηρήθηκε αρνητικός (-5,7%, -5,2% και -5,6%). Η διαφοροποίηση αυτή υποδηλώνει ότι η υποχώρηση της ΑΠΑ του ευρύτερου κλάδου αντανακλά αντίρροπες εξελίξεις μεταξύ των επιμέρους δραστηριοτήτων.

Σε όρους κλαδικής διάρθρωσης, το εμπόριο, οι μεταφορές, τα καταλύματα και η εστίαση αποτελούν τον μεγαλύτερο κλάδο της οικονομίας, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 22,5% της συνολικής ΑΠΑ, και ακολουθούν η δημόσια διοίκηση, εκπαίδευση και υγεία (18,5%), η διαχείριση ακίνητης περιουσίας (16,6%), η βιομηχανία (16,1%), οι επαγγελματικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες (6,6%), οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες (4.7%), η ενημέρωση και επικοινωνία (4,7%), ο αγροτικός τομέας (3,8%), οι τέχνες (3,7%) και οι κατασκευές (2,7%).

Συνολικά, η εικόνα του β' τριμήνου 2026 υποδηλώνει ότι η αύξηση της ΑΠΑ παραμένει θετική αλλά με σαφείς διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Η ισχυρή δυναμική των κατασκευών, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, της ενημέρωσης και επικοινωνίας και, σε μικρότερο βαθμό, άλλων υπηρεσιών αντισταθμίζεται εν μέρει από την αδυναμία του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης.

Σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα, η μέση κλαδική διάρθρωση της ΑΠΑ την περίοδο 2023-2026 διαφοροποιείται αισθητά από την προ κρίσης περίοδο, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης του σχετικού βάρους των κατασκευών και της ενίσχυσης της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και ορισμένων υπηρεσιών υψηλότερης έντασης γνώσης.

Αντίθετα, το σχετικό βάρος της βιομηχανίας και του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης παραμένει συνολικά κοντά στα προ κρίσης επίπεδα. Η σύγκριση αυτή υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές, χωρίς όμως πλήρη ανατροπή της βασικής κλαδικής της σύνθεσης.

Ιδιαίτερα στις κατασκευές, η σημερινή ισχυρή αύξηση της δραστηριότητας συντελείται από σαφώς χαμηλότερη βάση σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, ενώ η ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών και ορισμένων υπηρεσιών υποδηλώνει σταδιακή μετατόπιση προς δραστηριότητες μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου και γνώσης.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο