Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Εμμεσοι φόροι: Η Ελλάδα 4η στην ΕΕ, εισπράξεις 7 δισ. από τα καύσιμα

Ανοιχτό κρατά η κυβέρνηση το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης του ΕΦΚ στα καύσιμα, με το Γενικό Λογιστήριο να «ζυγίζει» το κόστος. Η έμμεση φορολογία παραμένει στο 17,3% του ΑΕΠ.

Εμμεσοι φόροι: Η Ελλάδα 4η στην ΕΕ, εισπράξεις 7 δισ. από τα καύσιμα

«Ζεστό» κρατάει η κυβέρνηση το θέμα της ενδεχόμενης προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, προκειμένου να αμβλυνθούν οι πιέσεις που δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί από την ξέφρενη «κούρσα» των διεθνών τιμών.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά την πρώτη αναφορά που έκανε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του στο ERTNEWS, επανήλθε χθες Κυριακή στο θέμα, τονίζοντας στην κυριακάτικη ανασκόπησή του, ότι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέψει έκτακτες εθνικές παρεμβάσεις χωρίς αυτές να προσμετρώνται στα όρια δαπανών, «θα μπορούσαμε να εξετάσουμε και την προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα».

Βαρύνοντα ρόλο θα διαδραματίσει σε κάθε περίπτωση και η εισήγηση από την πλευρά του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καθώς ο ΕΦΚ αποτελεί μία από τις βασικότερες και πιο σταθερές πηγές τακτικών εσόδων του προϋπολογισμού.

Μια οριζόντια -ακόμα και προσωρινή- μείωση θα δημιουργούσε μεγάλο δημοσιονομικό κενό, το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί είτε με περικοπές δαπανών είτε με άλλους φόρους.

Πάντως, με την προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα να παραμένει στο τραπέζι, το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο θα προχωρήσει τις επόμενες ώρες στην εξειδίκευση των μέτρων που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, με στόχο το πετρέλαιο θέρμανσης να βγει στην αγορά στις 15 Οκτωβρίου, κάτω από το 1,75 ευρώ το λίτρο.

Παράλληλα, η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, ώστε να ενισχυθεί η στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στις υψηλότερες τιμές.

Σήμερα το επίδομα κυμαίνεται από 100 έως 800 ευρώ, ενώ για περιοχές της χώρας με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες μπορεί να φτάσει έως και τα 1.200 ευρώ.

Για το ντίζελ κίνησης, επεκτείνεται και τον Οκτώβριο η επιδότηση στην αντλία, για να μην επιβαρυνθούν περαιτέρω οι μεταφορές, οι επαγγελματίες και οι επιχειρήσεις.

Σήμερα η επιδότηση ανέρχεται σε 10 λεπτά το λίτρο μαζί με τον ΦΠΑ, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και αύξησή της στα 20 λεπτά, εφόσον το επιτρέψουν τα δημοσιονομικά περιθώρια. Ο διαθέσιμος «κουμπαράς» για νέες παρεμβάσεις, από το υπερπλεόνασμα του 2025, υπολογίζεται αυτή τη στιγμή σε περίπου 130-150 εκατ. ευρώ.

ΕΦΚ και ΦΠΑ

Όσον αφορά στους ΕΦΚ, αξίζει να σημειωθεί ότι- σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Κρατικού Προϋπολογισμού-, τα συνολικά ετήσια έσοδα που εισπράττει το ελληνικό Δημόσιο αποκλειστικά από τους συγκεκριμένους φόρους και τον ΦΠΑ στα καύσιμα ανέρχονται συνολικά σε 6,5 με 7 δισ. ευρώ ανάλογα με την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Ειδικότερα, περίπου 4 δισ. ευρώ αφορούν τους ΕΦΚ, περίπου 1 δισ. ευρώ τον πρόσθετο ΦΠΑ 24% που επιβάλλεται πάνω στην αξία του ΕΦΚ (δηλαδή επιβάλλεται φόρος επί του φόρου), ενώ τα υπόλοιπα έσοδα προέρχονται από τον ΦΠΑ επί της καθαρής αξίας των καυσίμων.

Προφανώς το ποσό κυμαίνεται ανάλογα με την διακύμανση των διεθνών τιμών.

Ο μεγαλύτερος όγκος των εισπράξεων προέρχεται από τον ΕΦΚ και τον ΦΠΑ που βαραίνει τις βενζίνες (2,5 δισ. ευρώ συνολικά), ακολουθεί το ντίζελ κίνησης που τροφοδοτεί τον προϋπολογισμό με 1,9 δισ. ευρώ έσοδα και το πετρέλαιο θέρμανσης με περίπου 360 εκατ. ευρώ. Τα υπόλοιπα έσοδα προέρχονται από τον ΦΠΑ επί της καθαρής αξίας των καυσίμων, ενώ πολύ μικρό μέρος προέρχεται από το υγραέριο και τα λοιπά καύσιμα περιορισμένης χρήσης.

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της επιβάρυνσης των καυσίμων από τους φόρους, αρκεί να αναφέρουμε ότι με τη μέση τιμή της αμόλυβδης στα 2,15 ευρώ το λίτρο, το 53,2% κατευθύνεται στα κρατικά ταμεία, λόγω των ΕΦΚ και του ΦΠΑ.

Στο πετρέλαιο κίνησης οι επιβαρύνσεις είναι λίγο μικρότερες, λόγω διαφορετικής φορολογικής δομής. Ο ΕΦΚ στο ντίζελ είναι σημαντικά χαμηλότερος (0,41 ευρώ ανά λίτρο, έναντι 0,70 ευρώ ανά λίτρο στη βενζίνη).

Συνεπώς, αν υποθέσουμε ότι η τρέχουσα μέση τιμή είναι στα 2,10 ευρώ το λίτρο, το ποσοστό των φόρων είναι χαμηλότερο από της βενζίνης, αλλά το κράτος εξακολουθεί να εισπράττει σχεδόν το 40% της τελικής τιμής (συγκεκριμένα το 39,2%).

 

Η έμμεση φορολογία στην Ελλάδα

Οι ευάλωτες οικονομικά κοινωνικές ομάδες και η μεσαία τάξη στην Ελλάδα, συνεχίζουν να πληρώνουν το βαρύ «τίμημα» της υψηλής έμμεσης φορολογίας, με αποτέλεσμα να μειώνεται δραματικά η αγοραστική τους δύναμη.

Πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), για τις επιπτώσεις μεταβολών του ΦΠΑ στην Ελλάδα, σημειώνει χαρακτηριστικά ότι: «η ελληνική φορολογική δομή χαρακτηρίζεται από έντονη και διαχρονικά αυξανόμενη εξάρτηση από την έμμεση φορολογία, σε βαθμό αισθητά υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Με έτος αναφοράς το 2023, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα ανήλθαν στο 17,3% του ΑΕΠ, κατατάσσοντας τη χώρα στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.

Ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ε.Ε. διαμορφώθηκε στο 13% του ΑΕΠ. Η απόσταση αυτή αποτυπώνει ένα βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού φορολογικού συστήματος, τη σημαντικά μεγαλύτερη βαρύτητα που έχει η φορολόγηση της κατανάλωσης στη χρηματοδότηση των δημόσιων εσόδων, κάτι που θέτει δυσκολίες σε κάθε κίνηση επιλεκτικής μείωσης των συντελεστών, ειδικά εν όψει ενός κρίσιμου εκλογικού κύκλου.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα ως προς τη σύνθεση των συνολικών φορολογικών εσόδων. Το 2023, οι έμμεσοι φόροι αντιπροσώπευαν το 44,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα, έναντι 33,2% κατά μέσο όρο στην ΕΕ-27. Η απόκλιση αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά συνιστά διαρθρωτικό χαρακτηριστικό του ελληνικού φορολογικού συστήματος.

Η εικόνα της έμμεσης φορολογίας δεν άλλαξε ούτε την τελευταία διετία. Τα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν για το 2024 και το 2025 δείχνουν ότι η έμμεση φορολογία συνεχίζει να στέκεται στο …ύψος της (17,1%-17,3%), κινούμενη σε επίπεδα-ρεκόρ τόσο σε απόλυτα ποσά όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ, τροφοδοτούμενη κυρίως από τον ΦΠΑ, λόγω της συνεχιζόμενης ακρίβειας (πληθωρισμός) αλλά και της μεγάλης επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών (διασύνδεση POS-ταμειακών).

Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη χώρα στην 4η υψηλότερη θέση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται κοντά στο 13,5%. Δηλαδή, για κάθε 1 ευρώ που εισπράττει το κράτος από άμεσους φόρους (π.χ. φόρος εισοδήματος), εισπράττει περίπου 1,51 ευρώ από έμμεσους φόρους, επιβεβαιώνοντας τη δομική εξάρτηση του προϋπολογισμού από την κατανάλωση.

Το 2023, τα συνολικά έσοδα - μόνο από τον ΦΠΑ- ήταν 23,2 δισ. ευρώ, το 2024 αναρριχήθηκαν στα 26,3 δισ. ευρώ και στα 29,2 δισ. ευρώ το 2025. Συνολικά, ο ΦΠΑ καλύπτει πλέον περίπου το 32% των συνολικών φορολογικών εσόδων της χώρας.

Γιατί δεν μειώνεται

Τα σημαντικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζουν οι έμμεσοι φόροι (εισπραξιμότητα, σταθερότητα κ.λπ.) είναι αυτά που… βολεύουν τις εκάστοτε κυβερνήσεις και δεν προχωρούν στη μείωσή τους. Προβάλλουν το αφήγημα της δημοσιονομικής σταθερότητας, ειδικά μετά την -τουλάχιστον- δεκαετή οικονομική κρίση.

Όσον αφορά στο ΦΠΑ, που αποτελεί τη βασικότερη και πιο άμεση πηγή εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια οριζόντια μείωση θα δημιουργούσε μια μεγάλη «τρύπα» στα δημόσια έσοδα, απειλώντας τα πλεονάσματα και τη δημοσιονομική σταθερότητα που απαιτούν οι ευρωπαϊκοί κανόνες.

Το κεντρικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι οι μειώσεις φόρων συχνά «απορροφώνται» από τους μεσάζοντες και τις επιχειρήσεις (ως αύξηση του δικού τους περιθωρίου κέρδους) αντί να φτάσουν στην τσέπη του πολίτη.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο