Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν ανοίξει για τα καλά την πόρτα στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ωστόσο, παρά την ευρεία υιοθέτηση της τεχνολογίας, η αξιοποίησή της σε πιο προηγμένες εφαρμογές παραμένει αρκετά περιορισμένη.
Είτε πρόκειται για σύνθετα μοντέλα και εξατομικευμένες λύσεις είτε για την agentic AI και τα αυτόνομα συστήματα, το εγχώριο επιχειρείν δεν έχει καταφέρει ακόμη να κάνει μαζικά το πέρασμα από τη βασική αξιοποίηση της ΤΝ σε λύσεις με μεγαλύτερη μετασχηματιστική δύναμη.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην εξάπλωση της ΤΝ και το βάθος αξιοποίησής της αναδεικνύει η νέα μελέτη «Unlocking Greece’s AI Potential 2026», που εκπόνησε η Strand Partners για λογαριασμό της Amazon Web Services (AWS).
Η μελέτη βασίζεται σε έρευνα σε 1.000 επιχειρήσεις και 1.000 πολίτες σε όλη την Ελλάδα και εξετάζει την εξέλιξη της υιοθέτησης της ΤΝ, τον ρόλο των υποδομών cloud στην περαιτέρω ανάπτυξή της, αλλά και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις μπροστά στην ανάδυση τεχνολογιών νέας γενιάς, όπως η πρακτοριακή ΤΝ (agentic AI) και η φυσική ΤΝ (physical AI).
Σύμφωνα με τη μελέτη, η υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης από τις ελληνικές επιχειρήσεις έχει αυξηθεί στο 47%, από 34% έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας ετήσιο ρυθμό αύξησης 38%. Πρόκειται για τον τέταρτο υψηλότερο ρυθμό στην Ευρώπη, σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 29%.
Ευρεία υιοθέτηση, περιορισμένη προηγμένη αξιοποίηση
Η αυξανόμενη διείσδυση της ΤΝ, σε συνδυασμό με τη βαθύτερη ενσωμάτωση των τεχνολογιών cloud, οδηγεί παράλληλα τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν την τεχνολογία όλο και περισσότερο ως στρατηγικό εργαλείο για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά τους. Όσες την έχουν ήδη εντάξει στη λειτουργία τους καταγράφουν, σύμφωνα με τη μελέτη, μετρήσιμα οφέλη, από την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων έως την επιτάχυνση της καινοτομίας και τις ισχυρότερες προοπτικές ανάπτυξης.
Παρόλα αυτά, η εικόνα αλλάζει όταν η έρευνα εξετάζει το βάθος της υιοθέτησης. Το 61% των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν ΤΝ παραμένει επικεντρωμένο σε βασικές χρήσεις, οι οποίες αποσκοπούν κυρίως στην αύξηση της αποδοτικότητας και στον εξορθολογισμό των διαδικασιών. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται, μεταξύ άλλων, η χρήση δημοσίως διαθέσιμων chatbots για εργασίες ρουτίνας και η αξιοποίηση έτοιμων λύσεων ΤΝ.
Το ποσοστό, πάντως, έχει υποχωρήσει από 66% πέρυσι, εξέλιξη που, σύμφωνα με τη μελέτη, καταδεικνύει μια σταδιακή μετατόπιση προς περισσότερο μετασχηματιστικές μορφές αξιοποίησης της τεχνολογίας. Την ίδια στιγμή, το 22% των επιχειρήσεων έχει φτάσει στο ενδιάμεσο στάδιο, ενσωματώνοντας την ΤΝ σε πολλαπλές λειτουργίες και αξιοποιώντας την τόσο για τη βελτίωση της αποδοτικότητας όσο και για τη δημιουργία πιο καινοτόμων εμπειριών για τους πελάτες.
Στο πλέον μετασχηματιστικό στάδιο βρίσκεται μόλις το 17% των επιχειρήσεων που έχουν υιοθετήσει ΤΝ, αν και το ποσοστό εμφανίζεται ενισχυμένο σε σχέση με το 12% πριν από έναν χρόνο. Πρόκειται για επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν πιο σύνθετα συστήματα, συνδυάζουν πολλαπλά μοντέλα, αναπτύσσουν προσαρμοσμένες λύσεις ή προχωρούν στην αξιοποίηση αυτενεργής και αυτόνομης ΤΝ.
Το cloud ως καταλύτης
Καθοριστικό υπόβαθρο για την περαιτέρω διείσδυση της ΤΝ αποτελεί το cloud, η χρήση του οποίου διευρύνεται επίσης με ταχείς ρυθμούς στην ελληνική αγορά. Το 60% των επιχειρήσεων χρησιμοποιεί πλέον υπηρεσίες cloud, έναντι 49% πέρυσι, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 58% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο 67% για τις μεγάλες.
Μάλιστα, σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις (47%) χαρακτηρίζει την πρόσβαση σε υποδομές cloud ως έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που διευκόλυναν την υιοθέτηση και ενσωμάτωση της ΤΝ. Σημαντική εμφανίζεται και η συμβολή της κρατικής στήριξης, καθώς το 66% όσων έχουν υιοθετήσει την τεχνολογία δηλώνει ότι οι επιχορηγήσεις ή τα δημόσια προγράμματα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο, ενώ για το 17% ήταν καθοριστικής σημασίας.
Η έκθεση συνδέει την περαιτέρω εξέλιξη της αγοράς με έναν συνδυασμό πρόσβασης σε υποδομές cloud, εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, δημόσιας στήριξης και ψηφιακής φιλοδοξίας, παράγοντες που, όπως επισημαίνει, μπορούν να επιτρέψουν σε περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις να κινηθούν πέρα από τη βασική υιοθέτηση και προς τις περισσότερο μετασχηματιστικές δυνατότητες της ΤΝ.
Η έλλειψη ετοιμότητας για την επόμενη γενιά ΤΝ
Παρά τη διεύρυνση των υποδομών και την αυξανόμενη υιοθέτηση της ΤΝ, η ετοιμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων για το επόμενο κύμα της τεχνολογίας παραμένει περιορισμένη. Μόλις το 19% δηλώνει ότι αισθάνεται πλήρως ή πολύ έτοιμο να υιοθετήσει τεχνολογίες νέας γενιάς, όπως η agentic AI, η φυσική ΤΝ και η προηγμένη ρομποτική, ενώ το 36% εμφανίζεται «κάπως» έτοιμο και το 41% ελάχιστα ή καθόλου προετοιμασμένο. Στις νεοφυείς επιχειρήσεις, από την άλλη, η εικόνα είναι αισθητά καλύτερη, με το αντίστοιχο ποσοστό να φτάνει το 34%.
Χαρακτηριστική είναι η εικόνα στην agentic AI. Μόλις το 22% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έχει ακούσει για την τεχνολογία και, μεταξύ αυτών, μόλις το 2% αναφέρει ότι την έχει αναπτύξει πλήρως, ενώ το 18% βρίσκεται ακόμη σε φάση πειραματισμού ή πιλοτικής εφαρμογής. Την ίδια στιγμή, το 44% σχεδιάζει ή εξετάζει το ενδεχόμενο να την αξιοποιήσει, ενώ το 26% δεν έχει σχετικά σχέδια.
Το έλλειμμα δεξιοτήτων αναδεικνύεται στο βασικότερο εμπόδιο για όσους δηλώνουν απροετοίμαστοι απέναντι στις τεχνολογίες επόμενης γενιάς, σε ποσοστό 41%, ενώ ακολουθούν οι ανεπαρκείς εσωτερικοί οικονομικοί πόροι με 34%.
Τα πρώτα αποτελέσματα από τις επιχειρήσεις που έχουν ήδη κάνει το βήμα δείχνουν, ωστόσο, τη δυναμική της τεχνολογίας. Μεταξύ όσων εφαρμόζουν agentic AI, το 54% καταγράφει αυξημένη λειτουργική αποδοτικότητα ή παραγωγικότητα, το 48% ταχύτερη λήψη και εκτέλεση αποφάσεων και το 39% βελτιωμένη δυνατότητα κλιμάκωσης των λειτουργιών τους.
Η μελέτη εντοπίζει έτσι ένα σαφές «κενό ετοιμότητας»: το ενδιαφέρον για τις νέες τεχνολογίες αυξάνεται, χωρίς όμως οι περισσότερες επιχειρήσεις να διαθέτουν ακόμη τις δεξιότητες, τους πόρους και την οργανωσιακή ετοιμότητα που απαιτούνται για την αξιοποίησή τους σε μεγάλη κλίμακα.
Το στοίχημα της ανάπτυξης των startups
Η μεγαλύτερη ετοιμότητα των startups για την επόμενη γενιά της ΤΝ αποτυπώνει και τον ευρύτερο ρόλο τους στο ελληνικό οικοσύστημα. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι νεοφυείς επιχειρήσεις συγκαταλέγονται στα ισχυρότερα πλεονεκτήματα της Ελλάδας, ενσωματώνοντας την τεχνολογία σε μεγαλύτερο βάθος. Η δυναμική αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις όσο οι εταιρείες αναπτύσσονται και επιχειρούν να κλιμακώσουν τη δραστηριότητά τους.
Ενδεικτικό είναι ότι το 41% των startups δηλώνει πως θα εξέταζε το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την Ευρώπη προκειμένου να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξη και κλιμάκωση της επιχείρησής του. Αντίθετα, το 44% απαντά ότι δεν θα εξέταζε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ενώ το 15% εμφανίζεται αναποφάσιστο.
Η μελέτη διευκρινίζει ότι οι απαντήσεις αυτές δεν συνιστούν συγκεκριμένα σχέδια αποχώρησης, αλλά αποτυπώνουν την προθυμία των επιχειρήσεων να εξετάσουν τη μετεγκατάσταση εφόσον αυτή προσφέρει ευνοϊκότερες συνθήκες ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια ανάπτυξης, η διευκόλυνση της ταχείας επέκτασης των επιχειρήσεων και ένα αναλογικό ρυθμιστικό περιβάλλον αναδεικνύονται σε βασικούς παράγοντες για τη διατήρηση και περαιτέρω ανάπτυξη του ελληνικού οικοσυστήματος startups.
«Η Ελλάδα έχει δημιουργήσει ισχυρά θεμέλια για να εξελιχθεί σε μία από τις κορυφαίες οικονομίες ΤΝ στην Ευρώπη — με ισχυρή δυναμική στην υιοθέτηση της τεχνολογίας, διευρυνόμενες υποδομές cloud, αυξανόμενη δεξαμενή ταλέντου και μια δυναμική κοινότητα startups», σημείωσε ο Θανάσης Πατσακάς, Country Manager της AWS για την Ελλάδα, την Κύπρο και τη Μάλτα.
«Τα ευρήματα της φετινής μελέτης δείχνουν ότι αυτή η δυναμική επιταχύνεται, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό αναξιοποίητο δυναμικό. Το επόμενο βήμα είναι να βοηθήσουμε επιχειρήσεις κάθε μεγέθους να προχωρήσουν πέρα από τις βασικές χρήσεις της ΤΝ και να αξιοποιήσουν μετασχηματιστικές εφαρμογές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά τους.
Η AWS παραμένει προσηλωμένη στην υποστήριξη αυτής της πορείας — μέσω τοπικών υποδομών, όπως το AWS Local Zone στην Αθήνα, επενδύσεων στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, καθώς και των εργαλείων και υπηρεσιών που χρειάζονται οι επιχειρήσεις για να καινοτομούν σε μεγάλη κλίμακα», κατέληξε.