Σε κρίσιμο ορόσημο για την κυβέρνηση εξελίσσεται η διαχείριση της ενεργειακής κρίσης, καθώς η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τα νοικοκυριά και ο πληθωρισμός, στο 5%, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το οικονομικό κλίμα. Με τον χειμώνα προ των πυλών, το κυβερνητικό επιτελείο καλείται να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ανάγκη για πρόσθετη στήριξη των πολιτών και στη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Το πρώτο στίγμα των κυβερνητικών προθέσεων θα δοθεί αύριο, με τις ανακοινώσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης και τα υπόλοιπα μέτρα στήριξης. Η προτεραιοποίηση, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, είναι σαφής: πρώτο το πετρέλαιο θέρμανσης, ακολούθως το ντίζελ και στη συνέχεια η βενζίνη, με ιδιαίτερη μέριμνα για τους πιο ευάλωτους πολίτες και τις περιοχές με αυξημένες ανάγκες θέρμανσης.
Όπως σημείωσε (στο EΡΤnews) ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Θανάσης Κοντογεώργης, η αυριανή κυβερνητική παρέμβαση θα αφορά τόσο το επίδομα θέρμανσης όσο και την τιμή στην αντλία. Στόχος είναι η ενίσχυση να αποτυπωθεί εμπράκτως στους καταναλωτές, σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει ιδιαίτερα το κόστος διαβίωσης.
Παράλληλα, η Αθήνα διεκδικεί από την Ε.Ε. μεγαλύτερα περιθώρια για πρόσθετες παρεμβάσεις, με την επιστολή του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζητώντας να εξαιρεθούν οι έκτακτες δαπάνες για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης από τον υπολογισμό των δημοσιονομικών ορίων.
Η ανάγκη για περισσότερα μέτρα είναι δεδομένη, αλλά οι δυνατότητες δεν είναι απεριόριστες. Το κυβερνητικό επιτελείο διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσθετες παροχές πρέπει να είναι συμβατές με τις αντοχές της οικονομίας και τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Σαφείς και κοστολογημένες
Στο ίδιο πλαίσιο, ασκεί κριτική στην αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι οι προτάσεις για επιπλέον παροχές οφείλουν να συνοδεύονται από σαφείς και κοστολογημένες πηγές χρηματοδότησης, διαφορετικά ενδέχεται να απαιτήσουν νέους φόρους ή να θέσουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα, βάζοντας την οικονομία και τη χώρα σε νέες περιπέτειες.
«Αυτή η παράταξη δεν θα υποσχεθεί μαγικές λύσεις, μαγικές συνταγές, “λεφτόδεντρα” και δεν θα υποθηκεύσει το μέλλον των παιδιών μας και των επόμενων γενεών. Οι υποσχέσεις της αντιπολίτευσης που υπερβαίνουν την οροφή δαπανών πρέπει να συνοδεύονται από αυξήσεις φόρων, ειδάλλως η χώρα θα τεθεί σε καθεστώς επιτήρησης», δήλωσε σχετικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης.
Στην επιχειρηματολογία του Μεγάρου Μαξίμου κεντρική θέση έχουν οι διεθνείς ανατιμήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται αρμόδιες πηγές, από την έναρξη του πολέμου τον περασμένο Μάρτιο η τιμή του πετρελαίου Brent αυξήθηκε κατά 44,6%, ενώ στην Ελλάδα η αμόλυβδη ανατιμήθηκε κατά 21,6% και το πετρέλαιο κίνησης κατά 41%. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις στα καύσιμα κινούνται στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Παράλληλα, επικαλείται την αύξηση κατά 150% της τιμής του φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει από τις χαμηλότερες τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη. Στα διαθέσιμα εργαλεία προστασίας των καταναλωτών εντάσσει και τα σταθερά τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος.
Την ίδια στιγμή, τα διυλιστήρια έχουν συνεισφέρει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, περισσότερα από 90 εκατ. ευρώ μέσω εμπορικών εκπτώσεων από τα μέσα Ιουλίου. Το κρίσιμο για τον πολίτη, σύμφωνα με την εν λόγω επιχειρηματολογία, είναι η τελική τιμή στην αντλία και όχι ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται η ενίσχυση. Επισημαίνεται δε πως «τα διυλιστήρια της χώρας έχουν εξαγωγική δράση σε μία Ευρώπη που έχει χάσει πολλές μονάδες και ορισμένες χώρες ανησυχούν για την επάρκεια εφοδιασμού και την ενεργειακή ασφάλεια».