Την εμπιστοσύνη που της δείχνουν οι παγκόσμιοι καταναλωτές γαλλίου, πριν καν ξεκινήσει η παραγωγή του στη νέα της μονάδα στα μέσα στο 2027, σηματοδοτεί το δεύτερο μεγάλο deal της Metlen και το γεγονός ότι “κλείδωσε” έναν ακόμη αγοραστή παρ' ότι η τιμή για το κρίσιμο μέταλλο κινείται σε ακόμη πιο υψηλά επίπεδα απ' αυτά που ίσχυαν κατά τη πρώτη συμφωνία τον περασμένο Ιούλιο.
Σε μια συγκυρία όπου το γάλλιο καλπάζει στα δυσθεώρητα ύψη των 3.350 δολαρίων το κιλό, ο ελληνικός όμιλος ανακοίνωσε χθες την προπώληση του 16% της μελλοντικής ετήσιας παραγωγής του σε μεγάλη ιαπωνική εταιρεία χημικών - η συμφωνία εμπιστευτικότητας δεν επιτρέπει να δημοσιοποιηθεί η ταυτότητά της - χωρίς απ’ ότι φαίνεται ο παράγοντας "τιμή" να λειτουργεί ανασταλτικά.
Σπάζοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, πρόκειται για περίπου 150 δολάρια υψηλότερα από τα ούτως ή άλλως υψηλά των 3.200 δολ του περασμένου καλοκαιριού, όταν και σύναψε το πρώτο deal με αμερικανικό τεχνολογικό κολοσσό (για το 25% της παραγωγής), δείγμα όπως λένε οι αναλυτές του capability που βλέπουν στην Metlen οι παγκόσμιοι παίκτες του χώρου.
Στην ουσία, και παρ’ ότι οι τιμές του κρίσιμου αυτού μετάλλου καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, η εταιρεία κατάφερε μέσα σε τρεις μήνες να πουλήσει το 41% της προβλεπόμενης ετήσιας παραγωγής της, δείγμα ότι το εγχείρημα στέφεται από επιτυχία, καθώς κερδίζει την εμπιστοσύνη μιας εξαιρετικά δύσκολης και απαιτητικής αγοράς.
Κι αυτό, χωρίς να έχει ακόμη ξεκινήσει η παραγωγή του γερμανίου και του σκανδίου, καθώς και των οξειδίων χαλκού, ψευδαργύρου, κασσίτερου, που πρόκειται να παράγονται από το 2027 και μετά στη νέα βιομηχανική γραμμή της Αλουμίνιον της Ελλάδος.
Το γεγονός ότι ακόμη και τώρα που οι τιμές βρίσκονται σε τέτοια ύψη, οι διεθνείς αγοραστές σπεύδουν να κλείσουν ποσότητες, κάνει την διοίκηση να αναμένει ότι “η συνολική σχεδιαζόμενη παραγωγή των 50 MT ετησίως, θα έχει πωληθεί για μερικά χρόνια, αρκετά πριν ξεκινήσει η παραγωγή (προβλέπεται για το Γ΄ τρίμηνο του 2027)” της νέας μονάδας στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, ύψους 200 εκατ ευρώ, που αφορά ένα ολοκληρωμένο συγκρότημα βωξίτη, αλουμίνας και γαλλίου.
Η αριθμητική των deals
Κάνοντας την αριθμητική του δεύτερου αυτού deal, αναλυτές, όπως η Morgan Stanley, σχολιάζουν ότι πέραν της μείωσης του κινδύνου ως προς την εμπορική διάθεση της παραγωγής πριν την έναρξη λειτουργίας, τα οικονομικά μεγέθη για το τομέα των κρίσιμων μετάλλων (Critical & Rare Metals) διαμορφώνονται πολύ υψηλότερα απ’ αυτά που είχαν παρουσιαστεί στο Capital Markets Day του Λονδίνου τον Απρίλιο του 2025.
Τότε, ο πήχης για τα αναμενόμενα λειτουργικά κέρδη από το συγκεκριμένο segment είχε τοποθετηθεί πολύ χαμηλά και συγκεκριμένα στα 40 εκατ. ευρώ.
Κατά τον αμερικανικό οίκο, έχοντας ως βάση το benchmark της Argus στα 3.350 δολ/ κιλό, η πώληση του συνόλου της παραγωγής με όρους παρόμοιους με αυτούς της αγοράς spot μεταφράζεται σε EBITDA περίπου 140 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά τρεις φορές περισσότερα του ενδεικτικού μεγέθους που είχε παρουσιαστεί στο Λονδίνο.
Συνυπολογίζοντας μάλιστα και τις επόμενες συμφωνίες που θα ανακοινωθούν, εκτιμάται ότι μόνο από το γάλλιο θα έχει καλυφθεί πάνω από το 50% της πρόβλεψης για EBITDA 260 εκατ. ευρώ από το σύνολο του τομέα των κρίσιμων μετάλλων (Critical & Rare Metals) με ορίζοντα το 2028.
Δεν περνά φυσικά απαρατήρητο ότι και η δεύτερη μεγάλη συμφωνία στο γάλλιο δεν αφορά ευρωπαίο πελάτη.
Στο γιατί απουσιάζει το ευρωπαικό ενδιαφέρον, παρ’ ότι η επένδυση σχεδιάστηκε αρχικά για να καλύψει τις ανάγκες της Γηραιάς Ηπείρου, την απάντηση είχε δώσει τον περασμένο Ιούλιο ο ίδιος ο Ευ. Μυτιληναίος κατά την τελετή της European Metals, όπου είχε παραδώσει το τιμόνι του φορέα στη διάδοχό του.
Στην πρώτη θέση της ζήτησης και των παραγγελιών που δέχεται ο όμιλος, όπως είχε τότε πει, βρίσκεται η Ιαπωνία. Στη δεύτερη, οι ΗΠΑ, στην τρίτη, η Ν. Κορέα, με την Ευρώπη να καταλαμβάνει μόλις την 4η θέση.
«Κι αυτό καθώς το γάλλιο χρησιμοποιείται δυστυχώς σε πολύ προηγμένες τεχνολογικές εφαρμογές, για τις οποίες η Ευρώπη δεν διαθέτει την ανάλογη βιομηχανία. Ξεκινήσαμε να κάνουμε την επένδυση για να καλύψουμε τις ανάγκες της Ευρώπης. Ισως όμως να μην έχουμε Ευρωπαίους πελάτες», είχε αναφέρει τότε ο επικεφαλής της Metlen.