Με βάση το ζητούμενο της βιωσιμότητας σε συνδυασμό με την ανταγωνιστικότητα η Τράπεζα Πειραιώς πέραν των μεγάλων επιχειρήσεων κάνει πλέον focus στις μικρομεσαίες εταιρείες ώστε να καταστούν βιώσιμες, ανταγωνιστικές και δανειοδοτούμενες.
Στο πλαίσιο του Μεσογειακού Φόρουμ της UNEP FI η πρεμιέρα του οποίου έγινε εχθές στην Αθήνα με την Τράπεζα Πειραιώς να είναι συνδιοργανώτρια ο διευθύνων σύμβουλος της Χρήστος Μεγάλου τόνισε ότι η τράπεζα Πειραιώς θα παράσχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στις μικρομεσαίες προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της νέας εποχής.
Ερωτηθείς για τους τομείς στους οποίους οι επενδυτές τοποθετούν τα κεφάλαιά τους υπογράμμισε ότι οι τομείς του shipping, της ενέργειας, της αποθήκευσης ενέργειας και των data centers βρίσκονται στην αιχμή των επενδυτικών επιλογών.
Δεν παρέλειψε όμως να επισημάνει ότι στον τομέα της αποθήκευσης ενέργειας δεν έχουν γίνει στην ελληνική αγορά τα απαραίτητα βήματα. «Δεν βλέπουμε ιδιαίτερα αποτελέσματα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά», τόνισε. Ένας ακόμη τομέας στον οποίο η τράπεζα Πειραιώς πρωταγωνιστεί είναι ο αγροτοδιατροφικός.
«Ο πρωτογενής τομέας πρέπει να ενισχυθεί και συνεργαζόμαστε με την κυβέρνηση προκειμένου να δοθούν λύσεις και να αναπτυχθούν με βάση την πράσινη ανάπτυξη οι επιχειρήσεις του αγροτικού τομέα», υπογράμμισε.
Οι πράσινες χρηματοδοτήσεις της τράπεζας Πειραιώς προς τις επιχειρήσεις ανέρχεται σε 5 δισ. ευρώ. Τα δάνεια που είναι συνδεδεμένα με τα αυστηρά κριτήρια του ESG και το επιτόκιό τους συνδέεται επίσης με αυτά ανέρχονται σε 1,4 δις ευρώ που αντιστοιχούν σε 108 δανειακές συμβάσεις.
Σε δύσκολη θέση η Ευρώπη
Στην βιωσιμότητα του ενεργειακού μοντέλου της Ευρώπης αλλά και στα προβλήματα που αυτό προκαλεί στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της Γηραιάς Ηπείρου στάθηκε στην τοποθέτησή του ο Chief Corporate&Investment Banking του ομίλου Πειραιώς και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής Θοδωρής Τζούρος.
«Όλοι έχουμε δει ότι η Ευρώπη ακολούθησε μια ιδιαίτερα φιλόδοξη πολιτική για την επίτευξη του στόχου μηδενικών καθαρών εκπομπών (net zero) έως το 2050», τόνισε και πρόσθεσε: «Είδαμε όμως και το κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη χωρίς να έχει εξασφαλιστεί επαρκής αντικαταστατική ισχύς. Το φυσικό αέριο χαρακτηρίστηκε ως «μεταβατικό καύσιμο», περιορίζοντας ουσιαστικά τις δυνατότητες νέων επενδύσεων. Σήμερα δεν πραγματοποιούνται έρευνες για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στην Ευρώπη».
Αποτέλεσμα όλων αυτών σύμφωνα με τον Θ. Τζούρο είναι η Ευρώπη να είναι «δέσμια τιμών» και η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, στον κόμβο TTF, να κυμαίνεται γύρω στα 28 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες (MMBtu) όταν στις ΗΠΑ η τιμή διαμορφώνεται στα 3 ευρώ.
«Από τις αρχές του έτους η τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά περίπου 160%», τόνισε. «Όταν η Ευρώπη πληρώνει 28 δολάρια και οι ΗΠΑ 3 δολάρια μην μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια είδαμε βιομηχανίες στην Ευρώπη να κλείνουν, στους κλάδους του τσιμέντου, του χάλυβα, του αλουμινίου και των λιπασμάτων», συμπλήρωσε.
«Η Ευρώπη έχει καταστεί «price taker» στα κρίσιμα ζητήματα ενέργειας και κλίματος. Το 2027 έχουμε ανακοινώσει ότι θα σταματήσουμε τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Υπενθυμίζω ότι σήμερα η Ελλάδα εξακολουθεί να εισάγει περίπου το 50% του φυσικού αερίου της από τη Ρωσία», κατέληξε.