Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε την επιβολή διοικητικού προστίμου ύψους 3,255 εκατ. ευρώ στην Banque Internationale à Luxembourg (BIL), διαπιστώνοντας σοβαρή παράβαση των εποπτικών υποχρεώσεων που διέπουν τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζών.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η τράπεζα δεν εφάρμοσε, επί έναν χρόνο, τα εγκεκριμένα εσωτερικά μοντέλα για τον υπολογισμό της αναμενόμενης ζημίας από δάνεια λιανικής και επιχειρηματικά ανοίγματα που είχαν περιέλθει σε κατάσταση αθέτησης. Η πρακτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην υπολογίζεται με ακρίβεια το λεγόμενο «έλλειμμα» μεταξύ των προβλεπόμενων ζημιών και των λογιστικών προβλέψεων, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα το ύψος των εποπτικών κεφαλαίων μιας τράπεζας.
Η ΕΚΤ εξηγεί ότι όταν οι αναμενόμενες ζημίες που προκύπτουν από τα εσωτερικά μοντέλα υπερβαίνουν τις προβλέψεις που έχει σχηματίσει μια τράπεζα, η διαφορά πρέπει να αφαιρείται από τα εποπτικά της κεφάλαια. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι η κεφαλαιακή θέση αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τους πραγματικούς κινδύνους που έχει αναλάβει το πιστωτικό ίδρυμα.
Εξαιτίας της μη εφαρμογής των εγκεκριμένων μοντέλων, η Banque Internationale à Luxembourg εμφάνισε υψηλότερα εποπτικά κεφάλαια και, κατά συνέπεια, ευνοϊκότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας για τρία διαδοχικά τρίμηνα, από το τέταρτο τρίμηνο του 2023 έως και το δεύτερο τρίμηνο του 2024. Οι συγκεκριμένοι δείκτες αποτελούν βασικό μέτρο αξιολόγησης της οικονομικής ανθεκτικότητας μιας τράπεζας και της δυνατότητάς της να απορροφά ενδεχόμενες ζημιές.
Κατά την επιμέτρηση της κύρωσης, η ΕΚΤ εφάρμοσε τον οδηγό που χρησιμοποιεί για τον καθορισμό διοικητικών προστίμων, κατατάσσοντας την παράβαση στην κατηγορία των «σοβαρών». Η κλίμακα αξιολόγησης της εποπτικής αρχής περιλαμβάνει πέντε επίπεδα βαρύτητας, από «ήσσονος σημασίας» έως «εξαιρετικά σοβαρή» παράβαση.
Η Banque Internationale à Luxembourg διατηρεί το δικαίωμα να προσβάλει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.