Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί σε μειονεκτική θέση έναντι των ΗΠΑ καθώς οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις αρχίζουν να εντάσσουν την «AI openness» – την ετοιμότητα και το άνοιγμα μιας χώρας στην τεχνητή νοημοσύνη – στα κριτήρια για τις επενδυτικές τους αποφάσεις.
Στελέχη από τον χρηματοπιστωτικό, βιομηχανικό και τεχνολογικό κλάδο αναφέρουν στους Financial Times ότι εξετάζουν πλέον το διαθέσιμο ταλέντο στην τεχνητή νοημοσύνη, τις υποδομές και το ρυθμιστικό περιβάλλον κάθε χώρας πριν αποφασίσουν πού θα εγκαταστήσουν νέα κέντρα έρευνας και ανάπτυξης, παραγωγικές μονάδες ή άλλες δραστηριότητες.
Η Μαρία Κριστίνα Μπιφούλκο, επικεφαλής στρατηγικής της ιταλικής Prysmian, προειδοποίησε ότι εάν η Ευρώπη δεν δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες, επενδύσεις μπορεί να κατευθυνθούν σε αγορές που συνδυάζουν φιλικότερες πολιτικές για την AI με μεγαλύτερη ρυθμιστική βεβαιότητα.
Ενδεικτική είναι η πρακτική μεγάλης αμερικανικής τράπεζας, η οποία χρησιμοποιεί σύστημα «φωτεινού σηματοδότη» για να αξιολογεί τις χώρες, εξετάζοντας μεταξύ άλλων αν οι κυβερνήσεις δίνουν προτεραιότητα στην υιοθέτηση της AI και αν οι κανόνες προστασίας δεδομένων επιτρέπουν τη χρήση εταιρικών και πελατειακών δεδομένων σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Στέλεχος της τράπεζας ανέφερε ότι η εταιρεία είναι λιγότερο διατεθειμένη να αυξήσει το προσωπικό της σε χώρες που κατατάσσει στην «κόκκινη» ζώνη.
Το ζήτημα φέρνει στο προσκήνιο το δίλημμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιχειρεί αφενός να επιταχύνει την υιοθέτηση της AI και αφετέρου να περιορίσει την εξάρτησή της από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς ομίλους. Η ΕΕ ήταν η πρώτη μεγάλη δικαιοδοσία που θέσπισε ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη μέσω του AI Act.
Ωστόσο, η αυστηρότερη ρύθμιση ενδέχεται να αυξάνει το κόστος και την πολυπλοκότητα για τις επιχειρήσεις. Αντίθετα, η Βρετανία έχει υιοθετήσει πιο ελαστική προσέγγιση στη ρύθμιση της AI. Χαρακτηριστικά, η δανέζικη Novo επέλεξε το Λονδίνο για το νέο της κέντρο AI, στο πλαίσιο συνεργασίας με την Amazon Web Services για την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην ανακάλυψη φαρμάκων.
Παράλληλα, η Ευρώπη αντιμετωπίζει προβλήματα στην ταχεία ανάπτυξη data centers, υψηλότερο ενεργειακό κόστος, βραδύτερη υιοθέτηση εφαρμογών AI από τους πελάτες και μικρότερη χρηματοδότηση σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Η Aveva, ο βιομηχανικός βραχίονας λογισμικού της Schneider Electric, εξετάζει ήδη την ενσωμάτωση της «ωριμότητας AI» στις επενδυτικές της αποφάσεις. Στα κριτήρια περιλαμβάνονται η ετοιμότητα και το άνοιγμα μιας χώρας στην τεχνολογία, αλλά και το διαθέσιμο ταλέντο, η υπολογιστική ισχύς, το ενεργειακό δίκτυο και η έρευνα αιχμής.
Όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της Aveva, Κάσπαρ Χέρτσμπεργκ, πρόκειται για παράγοντες που θα επηρεάζουν τον επενδυτικό σχεδιασμό των επιχειρήσεων όλο και περισσότερο.