"Συνταγή καταστροφής στην ενέργεια"

Ο ανταγωνισμός στην ενέργεια δεν προχώρησε και κρίσιμα θέματα παραμένουν εκκρεμή, τονίζει ο Άλεξ Παπαλεξόπουλος. Πού οφείλονται οι στρεβλώσεις. Πώς θα πέσουν οι τιμές ρεύματος. Ο αδύνατος κρίκος.

  • Συνέντευξη στον Μιχάλη Καϊταντζίδη
Οι ρυθμιζόμενες τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια και η μη σύνδεση των τιμών λιανικής με αυτές της χονδρικής αποτελούν πηγές προβλημάτων και στρεβλώσεων που διατηρούν καθηλωμένο τον ενεργειακό τομέα της οικονομίας.

Τις απόψεις αυτές, που στηρίζονται σε εμπειρία από πολλές χώρες του κόσμου, καταθέτει με τη συνέντευξή του στο euro2day ο κ. Άλεξ Παπαλεξόπουλος, από τους πλέον ειδικούς παγκοσμίως στα θέματα διάρθρωσης των ενεργειακών αγορών και ηλεκτρικών συστημάτων.

Ο ίδιος τονίζει ότι την προηγούμενη δεκαετία, παρότι η αγορά είχε απελευθερωθεί, ο ανταγωνισμός δεν λειτούργησε, ενώ το πολιτικό προσωπικό χαρακτήριζε την απελευθέρωση της αγοράς «αναγκαίο κακό», που μας επιβλήθηκε, αντί να το αξιοποιήσει για την αποδέσμευση κεφαλαίων και την ανάπτυξη. Εκφράζεται δε απόλυτα θετικά για τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης αναφορικά με την ενεργειακή αγορά, αν και, όπως επισημαίνει, ο χρόνος για την ολοκλήρωση των αλλαγών είναι περιορισμένος.

Ο κ. Παπαλεξόπουλος το 1998 ίδρυσε την εταιρία συμβούλων ECCO International, η οποία εδρεύει στο Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνιας. Η εταιρία του, της οποίας σήμερα είναι εκτελεστικός πρόεδρος, προσφέρει υπηρεσίες σε κυβερνήσεις, παραγωγούς ενέργειας και διαχειριστές συστημάτων σε θέματα σχεδιασμού συστημάτων, τεχνικών ανάλυσης λειτουργιών δικτύου, τιμολόγησης, παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ενέργειας.

Πριν από το 1998, ο κ. Παπαλεξόπουλος εργάστηκε για μεγάλο διάστημα ως επικεφαλής της ομάδας αναδιάρθρωσης της βιομηχανίας ηλεκτρισμού της Καλιφόρνιας, εισάγοντας εκ νέου κανόνες για τη λειτουργία της αγοράς, τη διαμόρφωση των κωδίκων συναλλαγών, τη διαμόρφωση προτύπων και του απαραίτητου λογισμικού για την υποστήριξη της αγοράς ηλεκτρισμού.

Επισκέπτεται συχνά την Ελλάδα, ενώ η εταιρία του έχει αναλάβει να μελετήσει θέματα διείσδυσης των ΑΠΕ στο σύστημα για λογαριασμό της ΔΕΗ.

Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

Euro2day:
Στην Ελλάδα, την τελευταία δεκαετία, οι κυβερνήσεις ακολούθησαν ένα μοντέλο απελευθέρωσης της ενεργειακής αγοράς, το οποίο στην ουσία ήταν μη απελευθέρωση. Το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι τα κρατικά μονοπώλια έγιναν υπερδεσπόζουσες κρατικές εταιρίες. Κατά την άποψή σας, ποιο μοντέλο απελευθερωμένης αγοράς θα ταίριαζε στα ελληνικά δεδομένα;

Δρ Αλέξης Παπαλεξόπουλος: Κάθε χώρα είναι υποχρεωμένη να διαμορφώνει τη διάρθρωση της ενεργειακής αγοράς της, λαμβάνοντας υπόψη τους πολιτικούς, εμπορικούς και διαχειριστικούς περιορισμούς που ισχύουν. Η ελληνική ενεργειακή αγορά είναι μία αγορά φυσικών ανταλλαγών, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου έχουν χαρακτηριστικά χρηματιστηριακών αγορών. Σαφώς η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού χαρακτηρίζεται από τη λειτουργία μιας υπερδεσπόζουσας εταιρίας, της ΔΕΗ, η οποία έχει μία κάθετη δομή, που ξεκινάει από την παραγωγή του καυσίμου και φτάνει στην προμήθεια του τελικού καταναλωτή. Έπειτα από μία 10ετία λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς στην Ελλάδα, έχει γίνει σαφές ότι η πορεία προς την απελευθέρωση της ενεργειακής αγοράς βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμη φάση.

Ο ανταγωνισμός δεν αναπτύχθηκε όπως αναμενόταν και η κυβέρνηση καλείται να επιλύσει πολύ σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, μέσα σε πολύ περιορισμένα χρονικά περιθώρια. Κατά την προηγούμενη δεκαετία, όταν επιχειρείτο η απελευθέρωση της αγοράς, οι φορείς χάραξης της ενεργειακής πολιτικής απέφυγαν να αντιμετωπίσουν τη διαδικασία αυτή ως μία ευκαιρία με πολύ συγκεκριμένους στόχους, όπως ο εκσυγχρονισμός του ενεργειακού τομέα και της ΔΕΗ ειδικότερα, η βελτίωση των συνθηκών για λειτουργική αποδοτικότητα και επενδύσεις. Αντίθετα, αποδέχτηκαν την απελευθέρωση της ενεργειακής αγοράς ως αναγκαίο κακό και ως συνέπεια της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ε.Ε. Το λεγόμενο πολιτικό κόστος κυριάρχησε και αντιμετωπίστηκαν ως «δεύτερης κατηγορίας» τα κρίσιμα θέματα της αποδοτικότητας, του κόστους και των επενδύσεων.

Κατά την άποψή μου, τα κρίσιμα θέματα της ελληνικής ενεργειακής αγοράς είναι:

* Διαρθρωτικά θέματα της χονδρεμπορικής αγοράς και η έλλειψη ενός σαφούς πλαισίου για την άσκηση της δραστηριότητας στο συγκεκριμένο πεδίο.
* Η κάθετη διαρθρωτική δομή της ΔΕΗ.
* Η μη ενσωμάτωση του κόστους των ρύπων στην τιμή της ενέργειας.
* O αδύνατος ρόλος της ΡΑΕ στην παρακολούθηση της αγοράς.

Πιστεύω ότι οι κύριες πρωτοβουλίες που ανέλαβαν οι αρμόδιοι για τη χάραξη της ενεργειακής πολιτικής, στο πλαίσιο ενσωμάτωσης των κοινοτικών οδηγιών, έχουν τη δυναμική να επιλύσουν τα τρέχοντα προβλήματα της αγοράς.

Αυτές οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν:

α. Τον διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ στη μεταφορά,
β. τη σύνδεση των τιμών λιανικής με αυτές της χονδρικής, ώστε οι δεύτερες να αντικατοπτρίζονται στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής, και έτσι η ΔΕΗ να ανταγωνίζεται με κανόνες ανοιχτής αγοράς και με κατάργηση των σταυροειδών επιδοτήσεων μεταξύ των τιμολογίων,
γ. την εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν στη χονδρεμπορική αγορά, με τις κοινοτικές οδηγίες και τη δημιουργία χρηματιστηριακής αγοράς ενέργειας,
δ. την ενίσχυση του ρόλου της ΡΑΕ, ώστε να επιβάλλει τη συμμόρφωση όλων των παικτών στους κανόνες της αγοράς.

Euro2day: Το τελευταίο 10μηνο, και έπειτα από πιέσεις της Ε.Ε. (μέσω του μνημονίου), η κυβέρνηση, σε συνεργασία με τη ΔΕΗ, προκρίνει ένα σύστημα ανταλλαγών ενέργειας (energy swaps) ως μέσο για τη μείωση του ποσοστού της ΔΕΗ στην εσωτερική αγορά. Πιστεύετε ότι ένα παρόμοιο μοντέλο θα οδηγήσει σε άνοιγμα της αγοράς, δηλαδή στην είσοδο και νέων παικτών;

Δρ Αλέξης Παπαλεξόπουλος:
Οι ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας (energy swaps) αποτελούν ένα σημαντικό οικονομικό εργαλείο, το οποίο, αν εφαρμοστεί σωστά, μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των παικτών στην εγχώρια ενεργειακή αγορά και κατά συνέπεια να οδηγήσει σε μία περισσότερο απελευθερωμένη αγορά και με αυξημένη ρευστότητα, προς όφελος των καταναλωτών. Οι ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας εφαρμόστηκαν με επιτυχία σε άλλες αγορές και είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Είναι μία διαφανής και βιώσιμη εναλλακτική λύση προς την εκποίηση παραγωγικού δυναμικού.

Το επιθυμητό χαρακτηριστικό που οι ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας διαθέτουν είναι ότι επιτρέπουν την πώληση ενός μέρους ή του συνόλου της παραγωγής μονάδας, ή μονάδων παραγωγής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς καμία μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του περιουσιακού στοιχείου. Η εκποίηση παραγωγικών μονάδων, ως τρόπος για την απελευθέρωση της αγοράς, αποτελεί ένα δραστικό μέτρο, το οποίο, όπως είναι φυσικό, αποξενώνει μόνιμα τον ιδιοκτήτη από το περιουσιακό του στοιχείο.

Υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, παρόμοια μέτρα (εκποίηση μονάδων) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πολύ προσεκτικά, ή να αποφεύγονται. Έτσι, οι ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας είναι μέτρο που μπορεί να προτιμηθεί έναντι άλλων περισσότερο δραστικών μέτρων, καθώς μπορούν να προσφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα με βάση τη διεθνή εμπειρία.

Euro2day: Σε μία ομιλία που κάνατε στην Αθήνα το 2008, χαρακτηρίσατε «συνταγή καταστροφής» τη μη σύνδεση της τιμής λιανικής με την τιμή χονδρικής στο ηλεκτρικό. Αναγνωρίζουμε ότι το μοντέλο αυτό είναι μη ορθολογικό. Ωστόσο, με το μοντέλο αυτό, η ΔΕΗ συνέχιζε να έχει κέρδη, με εξαίρεση την περίοδο των πολύ αυξημένων τιμών πετρελαίου, ενώ και ο Έλληνας καταναλωτής συνέχιζε να απολαμβάνει χαμηλές τιμές. Πώς το εξηγείτε; Μήπως αποτελεί και αυτό ελληνικό παράδοξο;

Δρ Αλέξης Παπαλεξόπουλος:
Πράγματι, η διεθνής εμπειρία προσφέρει σοβαρά επιχειρήματα στον ισχυρισμό ότι η μη σύνδεση της χονδρικής με τη λιανική τιμή αποτελεί συνταγή καταστροφής σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Στην Ελλάδα, όπως αναφέραμε και πιο πριν, η χονδρεμπορική αγορά απελευθερώθηκε, έστω και με τους ειδικούς κανόνες που ισχύουν και τα δομικά της προβλήματα, τη στιγμή που οι τιμές λιανικής είναι πλήρως ρυθμιζόμενες. Το γεγονός ότι οι δύο τιμές δεν είναι συνδεδεμένες δεν επιτρέπει οι τιμές χονδρικής να αντανακλούν στις τιμές λιανικής, κάτι που εκθέτει τη ΔΕΗ σε επιπλέον κινδύνους.

Οι ρυθμιζόμενες τιμές κανονικά θα πρέπει να αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα σε συνθήκες απελευθερωμένης αγοράς. Ρυθμιζόμενες τιμές για όλους τους καταναλωτές, και όχι μόνο για τους οικιακούς, συνιστούν ανασταλτικό παράγοντα για την ανάπτυξη των ενεργειακών αγορών. Επιπλέον, αναστέλλουν σημαντικά την ανάπτυξη του παράγοντα «απόκριση ζήτησης» (demand response), ο οποίος έχει αποδειχτεί ότι προσφέρει ουσιαστικά οφέλη στον καταναλωτή και στο περιβάλλον.

Με τη δομή που έχει σήμερα η ελληνική ενεργειακή αγορά, η ΔΕΗ συνεχίζει να έχει κέρδη λόγω εξωτερικών παραγόντων, και επειδή η αγορά λιανικής δεν είναι ανεπτυγμένη, κάτι όμως που δεν θα συνεχίζεται για πάντα. Θα μπουν και άλλοι προμηθευτές στην αγορά αυτή, οι οποίοι, επωφελούμενοι από το καθεστώς των σταυροειδών επιδοτήσεων που εφαρμόζει η ΔΕΗ, θα της αποσπούν πελάτες και μάλιστα τους καλύτερους. Αυτή η κατάσταση θα πρέπει να αποφευχθεί οπωσδήποτε, καθώς δεν επιτρέπει στη ΔΕΗ να ανταγωνίζεται με ίσους όρους. Επιπλέον, μπορεί να αυξήσει σημαντικά τα λειτουργικά ρίσκα της ΔΕΗ, ενώ θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις όχι μόνο στη ΔΕΗ, αλλά και στο σύνολο της αγοράς.

Η αιτία για τους κινδύνους αυτούς βασίζεται σε αυτό που έχουμε παρατηρήσει σε άλλες αγορές. Δηλαδή, όταν οι συνθήκες που επικρατούν σε μία αγορά εξασθενίζουν ουσιωδώς τον κύριο παίκτη, τότε υποφέρει όλη η αγορά.

Euro2day: Ένα από τα επιχειρήματα των πολέμιων της απελευθέρωσης της αγοράς είναι ότι με αυτήν θα αυξηθούν οι τιμές για τον καταναλωτή. Τι τους απαντάτε;

Δρ Αλέξης Παπαλεξόπουλος:
Αυτό δεν είναι αλήθεια. Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι το άνοιγμα της ενεργειακής αγοράς, εφόσον αυτή λειτουργεί σωστά, οδηγεί σε καλύτερες υπηρεσίες και προϊόντα και σε περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές με χαμηλότερο κόστος, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Προς στιγμήν και βραχυπρόθεσμα, οι τιμές μπορεί να ανέβουν, καθώς υφίστανται τις επιπτώσεις από τη μετάβαση σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με μικρότερες επιδοτήσεις και διαρθρωτικά προβλήματα.

Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, οι τιμές σταθεροποιούνται σε ανταγωνιστικά επίπεδα. Επιπλέον, οι αγορές όπου λειτουργεί ο ανταγωνισμός επιτρέπουν στις ιδιωτικές επενδύσεις να συμβάλλουν στη βελτίωση των ενεργειακών υποδομών και του ενεργειακού μίγματος. Υπό τις παρούσες συνθήκες οικονομικής στενότητας στους προϋπολογισμούς των κρατών, παρόμοιες επενδύσεις δεν είναι πάντα εφικτές, ενώ η υλοποίησή τους είναι ουσιώδης για τη διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας, τη βελτίωση της υποδομής και την προστασία του περιβάλλοντος. Εντέλει, για παρόμοιες επενδύσεις, οι οποίες είναι εντάσεως κεφαλαίου, τους επιχειρηματικούς κινδύνους αναλαμβάνουν οι ιδιωτικοί φορείς που τις υλοποιούν και όχι οι φορολογούμενοι, όπως ισχύει στο πλήρως ρυθμιζόμενο καθεστώς.

Euro2day: Τα τελευταία χρόνια, αυξάνεται ο ρόλος των ΑΠΕ στα ενεργειακά ισοζύγια. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, ως μέσο προώθησης έχει επιλεγεί ένα σύστημα επιδότησής τους, μέσω των τιμών αγοράς από το σύστημα «feed in tariff» (ενίσχυση των ΑΠΕ, μέσω της τιμής αγοράς της κιλοβατώρας).

Συμμερίζεστε την άποψη που τελευταία εδραιώνεται και σε επίπεδο Ε.Ε., ότι οι υψηλές τιμές κιλοβατώρας ΑΠΕ θα πρέπει να αναθεωρηθούν προς τα κάτω, ώστε να μην επιβαρύνεται υπέρμετρα ο καταναλωτής; Επιπλέον, τίθεται συνεχώς το θέμα του κόστους των επενδύσεων, οι οποίες βαίνουν μειούμενες σε τεχνολογίες όπως τα φωτοβολταϊκά και όχι μόνο. Πώς, κατά την άποψή σας, μπορεί να συγκεραστεί η βιωσιμότητα επενδύσεων που έγιναν σε περιόδους υψηλού κόστους με τις χαμηλότερες τιμές αγοράς, τις οποίες αναμένει η αγορά στο άμεσο μέλλον;

Δρ Αλέξης Παπαλεξόπουλος:
Το σύστημα feed in tariff αποτέλεσε μία παγκοσμίως επιτυχημένη μέθοδο, που επέτρεψε στις ανανεώσιμες πηγές να καθιερωθούν και να ανταγωνιστούν τη συμβατική βιομηχανία των ορυκτών καυσίμων. Το επίπεδο των τιμών που απολαμβάνουν οι ΑΠΕ εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες, την πολιτική πραγματικότητα και τους εμπορικούς περιορισμούς που ισχύουν σε κάθε χώρα.

Προφανώς, όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο των τιμών που απολαμβάνουν οι ΑΠΕ, τόσο ισχυρότερο είναι και το κίνητρο για μεγαλύτερες επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές. Την ίδια στιγμή, όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο των τιμών που απολαμβάνουν οι ΑΠΕ, τόσο αυξάνει και το κόστος που επιβαρύνει τους καταναλωτές. Περαιτέρω, όσο αυξάνει το επίπεδο διείσδυσης των ΑΠΕ, τόσο αυξάνονται και τα λειτουργικά προβλήματα του δικτύου, όπως και οι ανάγκες για επενδύσεις σε αυτό.

Πιστεύω ότι είναι ουσιώδες να εφαρμόζεις υψηλές τιμές μέσω του feed in tariff, σε αρχικά στάδια, ώστε να διασφαλίζεις ότι οι επενδύσεις στις ΑΠΕ είναι κερδοφόρες και ανταγωνιστικές έναντι των συμβατικών καυσίμων. Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, από τη στιγμή που το κόστος του διοξειδίου του άνθρακα και των άλλων ρύπων δεν συνυπολογίζεται στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής από συμβατικά καύσιμα, στο πλαίσιο διαμόρφωσης της τιμής της κιλοβατώρας στη χονδρεμπορική αγορά.

Τα παραπάνω αποτελούν έναν ασφαλή τρόπο για να προσδιορίσει κάποιος το πεδίο στο οποίο θα κινηθεί η συγκεκριμένη αγορά. Ως εκ τούτου, οι υψηλές τιμές, μέσω των feed in tariffs, είναι κρίσιμες για τη βιομηχανία των ΑΠΕ, προκειμένου να ανταγωνιστούν τα συμβατικά καύσιμα, ιδίως τη στιγμή που μειώνεται το κόστος τους και επιχειρούν να προσεγγίσουν κρίσιμα μεγέθη. Όσο ωριμάζουν οι συνθήκες στην αγορά, πιστεύω ότι οι τιμές μέσω των feed in tariffs θα πρέπει να μειώνονται αντιστοίχως.

Υψηλά feed in tariffs θα δημιουργήσουν «φούσκα» και στρεβλώσεις στην αγορά, με αναπόφευκτη συνέπεια την επιβάρυνση των καταναλωτών. Σε βάθος χρόνου και όσο η βιομηχανία των ΑΠΕ προσεγγίζει κρίσιμα μεγέθη, τα πλεονεκτήματα των συμβατικών καυσίμων θα περιορίζονται. Έτσι, έχει νόημα η σταδιακή μείωση των τιμών για τις ΑΠΕ. Πιστεύω ότι οι τεχνολογίες των αιολικών και των φωτοβολταϊκών θα είναι σε θέση να καταστούν ανταγωνιστικές στο μέλλον.
 
Ωστόσο, το να χαρακτηριστούν ανταγωνιστικές στα αρχικά στάδια ανάπτυξής τους είναι και άδικο και αντιπαραγωγικό. Καταληκτικά, έως ότου γίνουν πραγματικότητα οι συνθήκες για ουσιαστική ωρίμανση των ΑΠΕ, πρέπει να υιοθετούνται τρόποι ενίσχυσής τους.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus