Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες τα κράτη έχουν τον χρόνο να διορθώνουν αργά τα λάθη τους. Και υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η Ιστορία επιταχύνεται. Τότε η καθυστέρηση δεν είναι απλώς μια διοικητική αδυναμία. Μετατρέπεται σε εθνικό κίνδυνο.
Σε μια τέτοια στιγμή βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα.
Ο κόσμος μέσα στον οποίο οικοδομήσαμε την ασφάλεια, την οικονομία και τις προσδοκίες μας αλλάζει. Οι πόλεμοι επέστρεψαν στην Ευρώπη και στη γειτονιά της. Η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, η τεχνολογία και οι εφοδιαστικές αλυσίδες χρησιμοποιούνται πλέον ως μέσα γεωπολιτικής πίεσης. Η τεχνητή νοημοσύνη αναδιαμορφώνει την παραγωγή, την άμυνα και την εργασία. Η κλιματική αλλαγή απειλεί υποδομές, καλλιέργειες και υδάτινους πόρους.
Παράλληλα, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να θεωρεί αυτονόητο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλαμβάνουν επ’ αόριστον το μεγαλύτερο μέρος της προστασίας της. Γι’ αυτό αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες και θέτει ως ορίζοντα το 2030 για την ενίσχυση της στρατηγικής της ετοιμότητας.
Η παλαιά εποχή των βεβαιοτήτων αποχωρεί. Το ερώτημα δεν είναι εάν μπορούμε να εμποδίσουμε την αλλαγή. Είναι εάν θα τη συναντήσουμε, παραφράζοντας τον Καβάφη, «σαν έτοιμοι από καιρό, σα θαρραλέοι».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση για την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» είναι στρατηγικά σωστή. Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών απέδειξαν ότι καμία χώρα δεν προστατεύεται μόνο με αεροσκάφη, πλοία και συμβατικά οπλικά συστήματα. Χρειάζεται ενιαίο δίκτυο έγκαιρης προειδοποίησης και πολυεπίπεδη άμυνα απέναντι σε αεροσκάφη, πυραύλους, drones και νέες μορφές απειλών.
Η αξία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» βρίσκεται κυρίως στην αρχιτεκτονική της. Τα διαφορετικά μέσα δεν θα λειτουργούν πλέον ως ανεξάρτητα και ασύνδετα οπλικά συστήματα. Αισθητήρες, ραντάρ, πλοία, αεροσκάφη, χερσαίες μονάδες και κέντρα διοίκησης θα εντάσσονται σε ένα κοινό δίκτυο συλλογής και αξιοποίησης πληροφοριών.
Η Ελλάδα, με τη γεωγραφία και τις ιδιαίτερες συνθήκες ασφαλείας της, δεν έχει την πολυτέλεια να αρχίσει να σχεδιάζει ένα τέτοιο σύστημα όταν η απειλή θα έχει ήδη εκδηλωθεί. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί επένδυση στον πόλεμο. Αποτελεί επένδυση στην πρόληψη, στην αποτροπή και στη διατήρηση της ειρήνης.
Η στρατηγική επιλογή είναι επομένως ορθή. Η επιτυχία της, όμως, θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή. Από το εάν θα ολοκληρωθεί εγκαίρως, θα συνδεθεί αποτελεσματικά με τα υφιστάμενα συστήματα και θα εξασφαλίσει ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Δεν αρκεί να αγοράσουμε τεχνολογία. Πρέπει να αποκτήσουμε γνώση, παραγωγική ικανότητα και δυνατότητα μελλοντικών αναβαθμίσεων.
Η ίδια ακριβώς λογική χρειάζεται τώρα να εφαρμοστεί στην οικονομία.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από ένα «Σχέδιο Αθηνά»: ένα πολυεπίπεδο εθνικό σύστημα οικονομικής ασφάλειας, παραγωγικής ανθεκτικότητας και τεχνολογικής προετοιμασίας.
Το όνομα δεν είναι τυχαίο. Η Αθηνά δεν συμβολίζει μόνο τη σοφία. Συμβολίζει τη στρατηγική σκέψη, την τεχνική γνώση και τη νίκη που επιτυγχάνεται με πρόβλεψη και οργάνωση, όχι με τυφλή δύναμη.
Όπως κανένα οπλικό σύστημα δεν επαρκεί μόνο του για την άμυνα της χώρας, έτσι και κανένας υψηλός ρυθμός ανάπτυξης δεν εξασφαλίζει από μόνος του την οικονομική της ασφάλεια. Μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται και ταυτόχρονα να εξαρτάται υπερβολικά από την εισαγόμενη ενέργεια, την ξένη τεχνολογία, τον υπερτουρισμό ή λίγες μεγάλες αγορές.
Το «Σχέδιο Αθηνά» πρέπει να συνδέσει όσα σήμερα αντιμετωπίζουμε αποσπασματικά. Το πρώτο επίπεδο είναι η ενεργειακή ασφάλεια. Η χώρα χρειάζεται διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού, αποθήκευση ενέργειας, σύγχρονα δίκτυα και ισχυρές διεθνείς διασυνδέσεις. Χρειάζεται επίσης σχέδιο προστασίας των ενεργειακών υποδομών από φυσικές καταστροφές, κυβερνοεπιθέσεις και γεωπολιτικές αναταράξεις.
Το δεύτερο είναι η διατροφική και υδατική ασφάλεια. Η κλιματική αλλαγή και η ερημοποίηση απειλούν ήδη παραγωγικές περιοχές. Απαιτείται νέα πολιτική διαχείρισης του νερού, εκσυγχρονισμός της γεωργίας, στρατηγικά αποθέματα και διασφάλιση της εγχώριας παραγωγής βασικών αγαθών.
Το τρίτο επίπεδο είναι η τεχνολογική και ψηφιακή αυτονομία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να παράγει τα πάντα. Οφείλει όμως να διαθέτει ασφαλή υπολογιστικά κέντρα, ισχυρή κυβερνοάμυνα, κρίσιμες ψηφιακές υποδομές και ελληνικές δυνατότητες στην τεχνητή νοημοσύνη, στα αυτόνομα συστήματα και στη διαχείριση δεδομένων.
Το τέταρτο είναι η παραγωγική και εφοδιαστική ανθεκτικότητα. Πρέπει να γνωρίζουμε ποια κρίσιμα προϊόντα μπορεί να στερηθεί η χώρα σε περίπτωση μιας μεγάλης διεθνούς διαταραχής. Φάρμακα, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, αμυντικό υλικό, τρόφιμα και μηχανήματα δεν μπορούν να εξαρτώνται αποκλειστικά από μακρινές και ευάλωτες αλυσίδες εφοδιασμού.
Το πέμπτο επίπεδο είναι η δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική αντοχή. Η μείωση του δημόσιου χρέους, τα επαρκή ταμειακά διαθέσιμα και ένα ισχυρό τραπεζικό σύστημα δεν είναι μόνο οικονομικοί στόχοι. Είναι προϋποθέσεις εθνικής αυτονομίας. Μια υπερχρεωμένη χώρα έχει μικρότερη ελευθερία επιλογών όταν ξεσπά μια κρίση.
Το έκτο και σημαντικότερο επίπεδο είναι οι άνθρωποι. Χωρίς τεχνικούς, μηχανικούς, ερευνητές, γιατρούς και εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό δεν υπάρχει οικονομική ασφάλεια. Το δημογραφικό, η εκπαίδευση και η επιστροφή Ελλήνων του εξωτερικού πρέπει να αντιμετωπιστούν ως πυρήνας της εθνικής στρατηγικής.
Στην ευρύτερη περιοχή, η Τουρκία επενδύει συστηματικά όχι μόνο στις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και στην αμυντική βιομηχανία, στις μεταφορές, στην ενέργεια και στην τεχνολογία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να παρασυρθεί σε έναν αδιέξοδο ανταγωνισμό αριθμών. Οφείλει, όμως, να διασφαλίσει ότι η απόσταση δυνατοτήτων δεν θα διευρύνεται.
Η αμυντική ισορροπία κρίνεται στα οπλικά συστήματα. Η συνολική ισορροπία ισχύος, όμως, κρίνεται στην οικονομία, στην τεχνολογία, στην παραγωγή και στην ποιότητα των θεσμών.
Η χώρα χρειάζεται, επομένως, δύο συμπληρωματικές ασπίδες. Την «Ασπίδα του Αχιλλέα» για την προστασία του εθνικού χώρου και το «Σχέδιο Αθηνά» για την προστασία της οικονομικής και παραγωγικής της υπόστασης.
Η πραγματική εθνική αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται από διακηρύξεις. Γεννιέται από την προετοιμασία. Από την οικονομία που παράγει, το κράτος που προβλέπει, την κοινωνία που αντέχει και την ηγεσία που τολμά να κοιτάξει πέρα από τον επόμενο εκλογικό κύκλο.
Έτοιμη από καιρό δεν είναι η χώρα που γνωρίζει από πού θα έλθει η επόμενη κρίση. Είναι εκείνη που μπορεί να αντέξει, από όπου κι αν έλθει. Και όταν η νέα εποχή φθάσει στην πόρτα της, να σταθεί απέναντί της σαν έτοιμη από καιρό και θαρραλέα.
* Ο Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Tράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Βήμα της Κυριακής.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.