Η ταυτόχρονη πολιτική επικράτηση του εθνικιστικού και λαϊκιστικού ρεύματος στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γαλλία, στη Γερμανία και στη Βρετανία αποτελεί κάτι περισσότερο από μια μετατόπιση προς τα δεξιά. Το πιθανότερο είναι ότι σηματοδοτεί το τέλος της μεταπολεμικής Δύσης όπως τη γνωρίσαμε. Δηλαδή μιας συμμαχίας κρατών που, παρά τις διαφορές τους, στηριζόταν στην οικονομική συνεργασία, στους πολυμερείς θεσμούς, στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη μεταφέρει το κέντρο βάρους της αμερικανικής πολιτικής προς τον προστατευτισμό και τη συναλλακτική αντίληψη των συμμαχιών. Η άνοδος του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, η ενίσχυση του AfD στη Γερμανία και η επιρροή του Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία συμπληρώνουν μια ευρύτερη πολιτική μεταβολή. Ακόμη και χωρίς αυτοδύναμη κυβερνητική εξουσία, οι δυνάμεις αυτές επηρεάζουν ήδη την ατζέντα για τη μετανάστευση, την ασφάλεια, τη Ρωσία, την πράσινη μετάβαση και την εθνική κυριαρχία.
Η σημαντικότερη συνέπεια δεν θα ήταν αναγκαστικά η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η μετατροπή της σε μια Ευρώπη των «εθνικών βέτο». Οι κυβερνήσεις θα παρέμεναν στην Ένωση, αλλά θα επιχειρούσαν να ανακτήσουν αρμοδιότητες και να χρησιμοποιούν συστηματικότερα το δικαίωμα αρνησικυρίας.
Οι αποφάσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η πολιτική άμυνας, η διεύρυνση της ΕΕ και η μετανάστευση θα γίνονταν δυσκολότερες. Χωρίς τη γαλλογερμανική συνεννόηση, θα περιορίζονταν επίσης οι δυνατότητες για κοινό δανεισμό, τραπεζική ένωση και ενίσχυση του κοινοτικού προϋπολογισμού.
Θα ήταν, όμως, σοβαρό λάθος να αποδοθεί η άνοδος αυτών των κομμάτων αποκλειστικά στον εθνικισμό, στη μετανάστευση ή στον λαϊκισμό. Στη Γερμανία και στη Γαλλία σημαντικό μέρος των πολιτών θεωρεί ότι τα συστημικά κόμματα φέρουν ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση. Εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, αγρότες και στελέχη της παραγωγής βλέπουν το κόστος της ενέργειας και της ζωής να αυξάνεται, τη βιομηχανία να χάνει ανταγωνιστικότητα και τις κυβερνήσεις να αδυνατούν να προστατεύσουν την παραγωγική βάση της Ευρώπης.
Τα συστημικά κόμματα έχουν ευθύνη για την υποβάθμιση του διεθνούς και ιδιαίτερα του γεωοικονομικού ρόλου της Ευρώπης.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία υπήρξε ο καταλύτης της ενεργειακής ανατροπής και η Ρωσία δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη δική της ευθύνη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όμως, δεν είναι αθώες για όσα ακολούθησαν. Επί πολλά χρόνια δεν διαμόρφωσαν σοβαρή ενεργειακή και βιομηχανική στρατηγική. Ιδιαίτερα η Γερμανία στήριξε σημαντικό μέρος του παραγωγικού της υποδείγματος στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ ταυτόχρονα περιόριζε άλλες σταθερές πηγές ενέργειας. Η Ευρώπη θεώρησε ότι η παγκοσμιοποίηση θα εξασφάλιζε διαρκώς φθηνή ενέργεια, ανοικτές αγορές και γεωπολιτική σταθερότητα.
Πολύ πριν από τη ρήξη με τη Μόσχα, η Ευρωπαϊκή Ένωση όφειλε να έχει διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού, να έχει επενδύσει στα δίκτυα, στις διασυνδέσεις και στην αποθήκευση και να έχει οργανώσει την πράσινη μετάβαση με αξιόπιστη ενεργειακή εφεδρεία. Έπρεπε επίσης να έχει δημιουργήσει μηχανισμούς προστασίας των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Όταν επήλθε η κρίση, αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το σχετικά φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο με ακριβότερες λύσεις, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα στήριζαν συστηματικότερα τη δική τους βιομηχανία.
Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του κόστους παραγωγής, η αναστολή επενδύσεων και η μεταφορά δραστηριοτήτων εκτός Ευρώπης. Ιδιαίτερα στη Γερμανία επηρεάστηκαν η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία, τα λιπάσματα, το γυαλί και τμήματα της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Για αρκετούς πολίτες, επομένως, η αποκατάσταση ενός λειτουργικού διαλόγου με τη Ρωσία δεν αποτελεί ιδεολογική ταύτιση με το Κρεμλίνο, αλλά οικονομική αναγκαιότητα. Η ψήφος προς το AfD ή τον Εθνικό Συναγερμό λειτουργεί συχνά ως πίεση για αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής και προστασία της εγχώριας παραγωγής.
Τα παραδοσιακά κόμματα κάνουν λάθος όταν χαρακτηρίζουν συλλήβδην αυτούς τους ψηφοφόρους ακραίους ή αντιευρωπαϊστές. Αν δεν αναγνωρίσουν τις πραγματικές οικονομικές απώλειες και την κοινωνική ανασφάλεια, θα συνεχίσουν να ενισχύουν τις δυνάμεις που επιχειρούν να περιορίσουν.
Αυτό δεν σημαίνει επιστροφή στις παλαιές σχέσεις με τη Ρωσία σαν να μην μεσολάβησε ο πόλεμος. Σημαίνει ότι η Ευρώπη χρειάζεται δική της στρατηγική: ασφάλεια και αποτροπή, αλλά συγχρόνως διπλωματική προοπτική, έλεγχο του κόστους των επιλογών της και προστασία της παραγωγικής της αυτονομίας.
Η απώλεια της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας δεν είναι ένα ακόμη κλαδικό πρόβλημα. Απειλεί την ίδια την υπόσταση της Ευρώπης ως αυτόνομου πολιτικού και οικονομικού πόλου. Χωρίς ισχυρή βιομηχανία δεν μπορεί να υπάρξει τεχνολογική εξέλιξη, επαρκής άμυνα, ποιοτική απασχόληση ούτε βιώσιμο κοινωνικό κράτος.
Παράλληλα, ο αμερικανικός προστατευτισμός και τα ενδεχόμενα ευρωπαϊκά αντίμετρα μπορούν να προκαλέσουν νέες εμπορικές συγκρούσεις. Οι αγορές θα αντιδρούσαν στην πολιτική αβεβαιότητα αυξάνοντας το κόστος δανεισμού, ιδιαίτερα για τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος.
Για την Ελλάδα, μια τέτοια μεταβολή θα ήταν περισσότερο επικίνδυνη απ' όσο φαίνεται. Είναι ανοικτή οικονομία, διαθέτει υψηλό δημόσιο χρέος και εξαρτάται σημαντικά από την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Η αποδυνάμωση των κοινών πολιτικών θα μπορούσε να αυξήσει τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, να περιορίσει τις επενδύσεις και να επηρεάσει τις εξαγωγές, τη ναυτιλία και τον τουρισμό.
Σε μια Ευρώπη εθνικών προτεραιοτήτων, οι πλουσιότερες χώρες θα μπορούσαν επίσης να επιδιώξουν μικρότερο κοινοτικό προϋπολογισμό, περιορίζοντας τους πόρους της συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της ασφάλειας. Σε μια συναλλακτική διεθνή τάξη, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να θεωρεί δεδομένη ούτε την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ούτε την αυτόματη αμερικανική υποστήριξη απέναντι στην Τουρκία. Θα χρειαστεί να διαθέτει περισσότερους εθνικούς πόρους για την άμυνα, ενώ στο μεταναστευτικό οι αυστηρότεροι έλεγχοι των βόρειων χωρών μπορεί να εγκλωβίσουν περισσότερους ανθρώπους στα κράτη πρώτης εισόδου.
Η Αθήνα χρειάζεται, επομένως, ισχυρές ευρωπαϊκές συμμαχίες, αλλά όχι μόνο, διαφοροποίηση των ενεργειακών σχέσεων, ενίσχυση της άμυνας, μείωση του χρέους και ξεκάθαρη πολιτική για την εγχώρια παραγωγή.
Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς η άνοδος τεσσάρων αντισυστημικών πολιτικών προσώπων ή κομμάτων. Είναι η κρίση ενός ευρωπαϊκού συστήματος το οποίο, ενώ υπερασπίζεται ορθά τις δημοκρατικές αξίες και τη διεθνή νομιμότητα, δεν κατόρθωσε να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών του. Δεν κατάφερε δηλαδή να προστατεύσει την Ευρώπη.
Οι συστημικές στρατηγικές κατέληξαν δυστυχώς να οδηγούν τις ψήφους των πολιτών στα αντισυστημικά κόμματα για την επιβίωση του Ευρωπαϊκού Συστήματος!
Δύσκολοι και επικίνδυνοι δρόμοι.
* Ο Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Tράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Βήμα της Κυριακής.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.