Κατατέθηκε στις 26/10/2026 στη Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις – Προστασία συνεπών οφειλετών…».
Σκοπός, μεταξύ άλλων, είναι η κατάργηση του Κώδικα Δεοντολογίας και η υιοθέτηση ενός νέου πλαισίου διμερούς ρύθμισης οφειλών μέσω, πάλι, ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
Πρόσφατα, μάλιστα, το Υπουργείο είχε εκδώσει την εξής ανακοίνωση: «Με το νέο πλαίσιο βάζουμε καθαρούς κανόνες στην αγορά του ιδιωτικού χρέους και πραγματικές συνέπειες όταν αυτοί παραβιάζονται. Για πρώτη φορά μπαίνει τέλος στις διαπραγματεύσεις χωρίς προθεσμίες.
Θεσπίζουμε πλαφόν 15% στην προκαταβολή, αντί για απαιτήσεις 30%, 40% ή ακόμη και 50%. Προστατεύουμε τον συνεπή οφειλέτη. Όσο τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με κατάσχεση ή πλειστηριασμό. Και αν ο servicer δεν του δώσει πλήρη στοιχεία για το χρέος του μέσα σε 45 ημέρες, οι τόκοι παγώνουν».
Διαβάζοντας τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, και έχοντας παρακολουθήσει τις συζητήσεις στη Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, πρέπει να τονίσουμε τα εξής:
α) Τόσα χρόνια -από το 2014- υπήρχαν προθεσμίες στις διαπραγματεύσεις με τους servicers και τις τράπεζες (Νόμος 4224/2013 και Κώδικας Δεοντολογίας της ΤτΕ). Το νομοσχέδιο ουσιαστικά μεταφέρει τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων του Κώδικα Δεοντολογίας χωρίς να φέρνει κάτι ουσιαστικά νέο.
Νέες είναι μόνο οι συνέπειες της παραβίασης των προθεσμιών: αν ο δανειστής δεν προτείνει κατάλληλη λύση ρύθμισης εντός τριμήνου, η υπόθεση χαρακτηρίζεται αυτοδικαίως «εκπρόθεσμη», αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση των τόκων και δεν επιτρέπεται ούτε η έναρξη νέων ούτε η συνέχιση εκκρεμών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ενδιαφέρουσα είναι και η έμφαση που δίνει το νομοσχέδιο στην πρόταση ρύθμισης εκ μέρους του δανειστή. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι η πρόταση «πρέπει να είναι κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη βάσει της ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και της περιουσιακής του κατάστασης…».
Ωστόσο για να είμαστε ρεαλιστές, η εν λόγω έμφαση δεν είναι αρκετή· καθότι πάλι τα δικαστήρια θα έρθουν να κρίνουν το τυχόν παράλογο ή μη των προτάσεων των δανειστών (όπως πράττουν και σήμερα). Δεν προβλέπεται, άρα, υποχρεωτικότητα για διατύπωση συγκεκριμένης πρότασης ρύθμισης ούτε συγκεκριμένα κριτήρια και μέθοδος υπολογισμού. Πάλι, επομένως, γίνεται αναφορά σε αόριστες έννοιες που ως συνήθως διαμορφώνουν πεδίο δόξης λαμπρό για συνεχείς δικαστικές διαμάχες.
β) Στο πλαίσιο του ισχύοντος εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών η προκαταβολή, εφόσον επίκειται πλειστηριασμός, δύναται να ανέλθει, κατά την κρίση του δανειστή, έως το 10% του κεφαλαίου όπως αυτό διαμορφώνεται από την πρόταση του υπολογιστικού εργαλείου, δηλαδή μετά τις οικείες διαγραφές, ενώ οι ευάλωτοι οφειλέτες εξαιρούνται πλήρως της εν λόγω πρόβλεψης.
Το παρόν νομοσχέδιο αντίθετα προβλέπει προκαταβολή στη ρύθμιση έως 15% «επί του κεφαλαίου» χωρίς καμία από τις παραπάνω δικλίδες ασφαλείας. Δεν προϋποθέτει πλειστηριασμό, δεν διευκρινίζει ότι πρόκειται για το κεφάλαιο μετά από τυχόν διαγραφή και δεν εξαιρεί τους ευάλωτους οφειλέτες. Απλώς επιτρέπει στον δανειστή («δύναται») να μειώσει την προκαταβολή ή να την εξαιρέσει.
Στην πράξη οι servicers ζητούν συνήθως για τη ρύθμιση, όταν εκκρεμεί πλειστηριασμός, ως προκαταβολή ποσό μεταξύ 15-25% της αγοραίας αξίας της υπέγγυας ακίνητης περιουσίας. Άρα το 15% όχι μόνο είναι αυξημένο σε σχέση με την πρόβλεψη του εξωδικαστικού μηχανισμού και «νομιμοποιεί» μια πρακτική που υπό το ισχύον δίκαιο θα μπορούσε να ελεγχθεί δικαστικά ως καταχρηστική, αλλά, ενίοτε, ανατρέπει και την ήδη ισχύουσα πρακτική (αυτό παρατηρήθηκε ορθά και κατά τη συζήτηση στη Βουλή από αρκετούς φορείς).
γ) «Προστατεύουμε τον συνεπή οφειλέτη. Όσο τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με κατάσχεση ή πλειστηριασμό». Αυτό διατύπωσε το αρμόδιο Υπουργείο στην ως άνω ανακοίνωσή του. Ωστόσο, όπως σωστά παρατηρήθηκε και στη συζήτηση στη Βουλή, το νομοσχέδιο βαφτίζει νέο κάτι δεδομένο στη δικαιικό μας σύστημα· όσο τηρεί ο οφειλέτης τη ρύθμιση ούτως ή άλλως δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με κατάσχεση ή πλειστηριασμό αφού πλέον η απαίτηση δεν είναι ληξιπρόθεσμη. Άρα δεν κομίζει κάτι νέο το νομοσχέδιο.
Ωστόσο αυτό που είναι πράγματι νέο (πέραν των προβλεπόμενων κυρώσεων σε βάρος των Servicers) αποτελεί η ρύθμιση περί αυτόματης αναστολής της διαδικασίας του πλειστηριασμού μετά από ενημέρωση του συμβολαιογράφου. Κάθε πράξη που διενεργείται κατά παράβαση της διάταξης αυτής είναι, κατά το νομοσχέδιο, «αυτοδικαίως άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα».
Άρα αν ενώ τηρείται μια ρύθμιση, ένας Servicer προχωράει στη διαδικασία του πλειστηριασμού το νομοσχέδιο προβλέπει αυτόματη αναστολή χωρίς ανάγκη δικαστικής προσφυγής (άσκηση ανακοπής κ.τλ.).
Δυσκολεύομαι να φανταστώ, παρά ταύτα, έναν συμβολαιογράφο ο οποίος σαν οιονεί δικαιοδοτικό όργανο θα εξετάζει τα έγγραφα που του έχει προσκομίσει ο οφειλέτης και, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια δικαστική απόφαση, θα αποφασίζει την αναστολή ενώ ο επισπεύδων servicer δεν τον έχει ενημερώσει σχετικώς.
Άρα πιθανόν τον λόγο θα έχουν πάλι τα δικαστήρια όπου θα προσφεύγουν οι οφειλέτες, όπως γίνεται και τώρα, για να προσβάλουν τους ακύρως διενεργηθέντες πλειστηριασμούς. Η «αυτόματη» αναστολή είναι, επομένως, λιγότερο αυτόματη απ’ όσο παρουσιάζεται και οι διατάξεις επαναλαμβάνουν, εν πολλοίς, τα ήδη ισχύοντα.
δ) Υπάρχει ήδη από το 2000 νομοθετικό πλαίσιο που υποχρεώνει τα πιστωτικά ιδρύματα να δίνουν στον οφειλέτη αντίγραφα των συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής, καθώς και αντίγραφα των υφιστάμενων καρτελών και παραστατικών εντός 90 ημερών.
Ειδικά για τους servicers προβλέφθηκε σχετική διάταξη το 2023 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 που εφαρμόζεται και στους servicers, άρθρο 47 παρ. 3 ν. 2873/2000 και για τους servicers ειδικά βλ. άρθρο 13 ν. 5072/2023). Πάλι επομένως δεν εισάγει κάποια νέα ρύθμιση το νομοσχέδιο. Ωστόσο νέα είναι η κύρωση (αν και όχι τόσο ουσιώδους σημασίας): αν τα στοιχεία δεν χορηγηθούν εμπροθέσμως και πλήρως, η απαίτηση δεν παράγει συμβατικούς τόκους και τόκους υπερημερίας.
ε) Νέα δεν είναι και η ρύθμιση για το ανώτατο όριο τοκοφορίας των οφειλών. Βάσει νόμου που ισχύει από το 2004 (νόμος 3259/2004) περιορίζεται η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή στο τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου (και για αγρότες στο διπλάσιο). Οι δανειστές οφείλουν να επανυπολογίσουν την οφειλή εντός έξι μηνών, και αυτοδικαίως περιορίζεται και το ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής.
Αυτή τη ρύθμιση προσπάθησε, άρα, το Υπουργείο να παρουσιάσει ως νέα, αλλά τούτο ακριβώς προβλεπόταν και μέχρι σήμερα βάσει του νόμου του 2004, χωρίς την ανάγκη υποβολής κάποιας αίτησης (όπως αναφέρει και η υπ’ αριθμ. 696/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου: «Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα»).
Εξάλλου, όπως παραδέχτηκε και η εκπρόσωπος της Eνωσης Ελληνικών Τραπεζών στη Βουλή, αν δεν συμφωνεί στον υπολογισμό ο οφειλέτης θα πρέπει να προσφύγει δικαστικά· και το μεγαλύτερο πρόβλημα στο νόμο του 2004 είναι οι διάφοροι μέθοδοι υπολογισμού και τα ζητήματα που ακόμα και σήμερα, μετά από 20 περίπου χρόνια εφαρμογής του, δεν έχουν λυθεί (και δεν λύνονται ούτε από το παρόν νομοσχέδιο).
στ) Τέλος, στη νέα διαδικασία διμερούς ρύθμισης είχε προβλεφθεί ότι η σύμβαση θα αποτελούσε τίτλο εκτελεστό (το περίφημο «άρθρο 23»), και άρα δεν θα χρειαζόταν να προσφύγει ο δανειστής στο δικαστήριο για να εκδώσει δικαστική απόφαση (θα μπορούσε να προχωρήσει σε πράξεις εκτέλεσης με την ίδια τη υπογεγραμμένη από τα μέρη σύμβαση, εφόσον αυτή δεν τηρούνταν).
Που όμως ήδη η σύμβαση αναδιάρθρωσης στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020 από τον Ιούνιο του 2026 προβλέπεται ότι αποτελεί τίτλο εκτελεστό (ά. 27 παρ. 3) και οι servicers έχουν από καιρό την εντολή να "περνάνε", όπου μπορούν, τις διμερείς συμβάσεις ρύθμισης μέσω «διαμεσολάβησης» για να έχουν τον εκτελεστό τίτλο του νόμου 4640/2019.
Το εν λόγω άρθρο, σε κάθε περίπτωση, αποσύρθηκε από το νομοσχέδιο τελευταία στιγμή.
* Ο Γιώργος Ψαράκης (ΜΔΕ, LL.M., PgCert) είναι δικηγόρος Αθηνών, εταίρος στη δικηγορική εταιρεία «Ψαράκης-Κεφαλάς» (www.psarakislegal.com).
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.