ΝΑΥΤΙΛΙΑ: Η εκρηκτική άνοδος των αξιών στα δεξαμενόπλοια, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλούν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η κρίση στο Ορμούζ, οδηγεί ορισμένους από τους πιο έμπειρους Έλληνες πλοιοκτήτες σε μια αξιοσημείωτη αλλαγή στρατηγικής: πωλούν δεξαμενόπλοια σε επίπεδα-ρεκόρ και κατευθύνουν τις νέες επενδύσεις τους σε άλλες κατηγορίες πλοίων.
Την ίδια στιγμή, όμως, μεγάλες δυνάμεις του χώρου, όπως η Dynacom του Γιώργου Προκοπίου, συνεχίζουν ακάθεκτοι τις παραγγελίες τους, όπως θα διαβάσετε παρακάτω.
Τα στοιχεία της ελληνικής ναυλομεσιτικής Allied QuantumSea για τον Ιούλιο αποτυπώνουν καθαρά τη μεταστροφή. Συνολικά 18 πλοία άλλαξαν χέρια, με Έλληνες πλοιοκτήτες να πωλούν 14 και να αγοράζουν μόλις τέσσερα. Και ενώ οι αγορές αφορούσαν πλοία ξηρού φορτίου, από τις 14 πωλήσεις οι επτά αφορούσαν δεξαμενόπλοια.
Η εικόνα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι Έλληνες εφοπλιστές δεν εγκαταλείπουν την αγορά των tankers επειδή οι προοπτικές κερδοφορίας έχουν υποχωρήσει. Αντίθετα, η πρωτοφανής κερδοφορία έχει εκτοξεύσει τις αξίες των πλοίων σε επίπεδα που δημιουργούν ισχυρό κίνητρο για ρευστοποιήσεις.
Η Allied QuantumSea επισημαίνει ότι τον Ιούλιο η δραστηριότητα στη secondhand αγορά ήταν ξεκάθαρα προσανατολισμένη στις πωλήσεις, ενώ οι νέες παραγγελίες κατευθύνθηκαν κυρίως σε dry bulk και containerships και αφορούσαν παραδόσεις από το 2027 και μετά.
Η διαφορά στον χρονισμό είναι κρίσιμη. Μια πώληση μεταχειρισμένου πλοίου αποφέρει άμεσα κεφάλαια, την ώρα που ένα νεότευκτο πλοίο που παραγγέλνεται σήμερα δεν θα ενταχθεί στον στόλο πριν από αρκετά χρόνια.
ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ: Ωστόσο, το ελληνικό ενδιαφέρον για τα VLCC παραμένει. Η Dynacom Tankers Management του Γιώργου Προκοπίου φέρεται να πρόσθεσε αυτή την εβδομάδα τέσσερα VLCCs στο βιβλίο παραγγελιών της στη Hengli Shipbuilding.
Η Dynacom Tankers Management φέρεται να παρήγγειλε τέσσερα νεότευκτα δεξαμενόπλοια χωρητικότητας 306.000 dwt έκαστο, στη μεγαλύτερη ναυπηγική εταιρεία VLCC παγκοσμίως, την κινεζική Hengli Heavy Industry.
Η τιμή και οι ημερομηνίες παράδοσης δεν έχουν γίνει γνωστές, ωστόσο πηγές της ναυπηγικής αγοράς εκτιμούν ότι τα πλοία δύσκολα θα παραδοθούν πριν από το 2029, καθώς το βιβλίο παραγγελιών της Hengli είναι ήδη ιδιαίτερα φορτωμένο.
Εφόσον επιβεβαιωθεί η συμφωνία, η Dynacom θα έχει παραγγείλει 20 VLCCs στη Hengli από το 2024, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της ως του πλοιοκτήτη με το μεγαλύτερο βιβλίο παραγγελιών VLCC διεθνώς.
Σύμφωνα με την Clarksons, η Dynacom έχει συνολικά 28 VLCCs υπό παραγγελία, έναντι 25 της Capital Maritime.
ΤΑΝΚΕΡ: Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι εάν τα σημερινά επίπεδα αξιών αποτελούν μια ακραία «φούσκα» ή εάν η αγορά έχει περάσει σε μια νέα κανονικότητα. Οι τιμές των VLCC έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και περίπου δύο δεκαετίες.
Σύμφωνα με τον Matt Freeman της Veson Nautical, ένα VLCC δεκαετίας αποτιμάται περίπου στα 127,3 εκατ. δολάρια, έναντι μόλις 48,7 εκατ. δολαρίων που αποτελεί τον μακροπρόθεσμο διάμεσο όρο.
Με άλλα λόγια, ένα πλοίο 10 ετών έχει σήμερα περίπου 2,6 φορές υψηλότερη αξία από τον μακροχρόνιο μέσο όρο, επίπεδα που θυμίζουν τον super-cycle του 2008.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή στα παλαιότερα πλοία. VLCC ηλικίας 15 ετών αλλάζουν χέρια σε τιμές υψηλότερες από εκείνες που κόστιζε ένα καινούργιο VLCC μόλις πριν από τέσσερα χρόνια.
«Τίποτα δεν φαίνεται πλέον πολύ ακριβό», σχολιάζει χαρακτηριστικά η Εύα Τζίμα, επικεφαλής έρευνας και αποτιμήσεων της Cass Technava, καθώς οι επενδυτές του κλάδου προσπαθούν ακόμη να αφομοιώσουν τα επίπεδα στα οποία πωλούνται τα μεγάλα crude tankers.
Η ίδια επισημαίνει ότι πλέον σύγχρονα suezmaxes πωλούνται σχεδόν στην τιμή ενός νεότευκτου VLCC, ενώ όσοι είχαν προσαρμοστεί ταχύτερα στα υψηλότερα επίπεδα της αγοράς τους προηγούμενους μήνες «δεν έχουν κανέναν λόγο να μετανιώνουν».
Η στρατηγική των Ελλήνων εφοπλιστών δεν σημαίνει, πάντως, έξοδο από τα tankers. Αντίθετα, δείχνει περισσότερο μια προσπάθεια αξιοποίησης των εξαιρετικά υψηλών αποτιμήσεων, με ταυτόχρονη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων.
Συνολικά, οι Έλληνες πλοιοκτήτες κατέγραψαν 19 επιβεβαιωμένες παραγγελίες νεότευκτων τον Ιούλιο, ενώ άλλα τρία πλοία βρίσκονταν σε δηλωμένες options, ανεβάζοντας το σύνολο στα 22.
HELLENIQ ENERGY: Η Goldman Sachs έδωσε το έναυσμα για δεύτερο σερί ρεκόρ στη μετοχή, η οποία με άνοδο 2,21% έφτασε τα 13,9 ευρώ μετρώντας απόδοση άνω του 40% το τελευταίο τρίμηνο.
Ο οίκος είναι περισσότερο αισιόδοξος από τη διοίκηση σε ό,τι αφορά την πορεία των βασικών μεγεθών τόσο τη φετινή, όσο και την επόμενη χρονιά και γι΄αυτό βάζει τον πήχη στα 15,2 ευρώ (από 13,5 ευρώ) στην τρίτη αναβάθμιση του τίτλου σε μόλις τέσσερις μήνες.
Περιλαμβάνει δε τον τίτλο στα top picks του κλάδου σε παγκόσμια κλίμακα.
PROFILE: Αθόρυβα κατακτά διαρκώς νέες κορυφές η μετοχή. Κινήθηκε ανοδικά στις τελευταίες έξι συνεδριάσεις και χθες έφτασε τα 9,79 ευρώ με τις συναλλαγές στις 335 χιλιάδες ευρώ.
Υπενθυμίζεται ότι η AXIA - Alpha Finance ανέβασε στα μέσα Ιουλίου την τιμή-στόχο στα 11,60 ευρώ από 8,20 ευρώ, με σύσταση «αγορά».
CENERGY: Επανέρχεται σε ανοδικό κανάλι η θυγατρική της Viohalco, μετά την ταλαιπωρία που υπέστη η μετοχή μετά το placement 6,3 εκατ. μετοχών ή του 2,9% περίπου της εταιρείας στα 24,2 ευρώ.
Ο τίτλος στις 22 Ιουνίου διαπραγματευόταν στα υψηλά των 26,2 ευρώ, με το τίμημα της εν λόγω συναλλαγής να τον πιέζει χαμηλότερα στο ταμπλό, καθώς υποχώρησε ακόμη και κάτω από το όριο των 20 ευρώ.
Ωστόσο, στις τελευταίες συνεδριάσεις δείχνει να έχει ανακτήσει τον βηματισμό του, με αποκορύφωμα τη χθεσινή συνεδρίαση, οπότε και έκλεισε με άλμα 5,4% στα 23,4 ευρώ.
INTRACOM TELECOM: Συνεχίζονται τα προβλήματα ρευστότητας του ομίλου Intracom Telecom, βάσει όσων καταγγέλλουν συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Τα προβλήματα αποτυπώθηκαν στις οικονομικές καταστάσεις χρήσης 2024, όταν ο όμιλος και η μητρική κατέγραψαν ζημιές (21,3 εκατ. ευρώ ο όμιλος, 9 εκατ. ευρώ η μητρική) και εμφάνισαν αρνητικό κεφάλαιο κίνησης 37,6 εκατ. ευρώ σε ενοποιημένη βάση και 43,9 εκατ. ευρώ σε εταιρικό επίπεδο.
Επιπρόσθετα, ο ορκωτός παρείχε γνώμη με επιφύλαξη, λόγω των εξής θεμάτων: στους λογαριασμούς «λοιπά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία» και «απαιτήσεις από συμβάσεις με πελάτες και λοιπές απαιτήσεις» περιλαμβανόταν στις 31/12/2024 απαιτήσεις από συνδεδεμένες εταιρείες, ποσού 61,4 εκατ. ευρώ για τη μητρική και 30,59 εκατ. ευρώ για τον όμιλο, για τις οποίες δεν κατέστη δυνατό να αποκτήσει ο ορκωτός της Grant Thornton επαρκή και κατάλληλα ελεγκτικά τεκμήρια, για την αξιολόγηση του ακριβούς χρόνου ανάκτησής τους.
Εξαιτίας του παραπάνω γεγονότος, διατηρεί επιφύλαξη για την ορθή αποτίμησή τους και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις σε ίδια κεφάλαια και κατάσταση συνολικού εισοδήματος της χρήσης 2024.
Σημειώνεται ότι στις 31/12/2024 οι απαιτήσεις της μητρικής από συνδεδεμένα μέρη ανέρχονταν, συνολικά, σε 70,48 εκατ. ευρώ. Η Intracom Telecom δεν διενήργησε εκτίμηση ενδεχόμενης απομείωσης κόστους επένδυσης σε θυγατρικές, ύψους 12,5 εκατ. ευρώ, καθώς και έλεγχο για ύπαρξη ενδείξεων απομείωσης υπεραξίας από απόκτηση θυγατρικής, ποσού 3,2 εκατ. ευρώ.
Η εταιρεία ελέγχεται από την Intracom Middle East FZE, με έδρα το Ντουμπάι και έχει απώτερο μέτοχο Ελβετό επενδυτή.
Η διοίκησή της ανέμενε πέρυσι εκτίναξη πωλήσεων στις ΗΠΑ μέσω της Intracom Telecom USA και βελτίωση της ταμειακής θέσης από την αύξηση των εισπράξεων για έργα που υλοποιεί η Open Fiber στην Ιταλία και χρηματοδοτήθηκαν από το RRF, αλλά προς το παρόν δεν έχουν αναρτηθεί οικονομικές καταστάσεις χρήσης 2025 για να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν οι παραπάνω προσδοκίες.
Το θέμα παρακολουθούν στενά και οι δύο εγχώριες πιστώτριες τράπεζες.
FOURLIS: Στην καλύτερή του φάση από την έναρξη της λειτουργίας του βρίσκεται το εμπορικό κέντρο Sofia South Ring Mall, το 50% του οποίου πουλά η Φουρλής στη συνδεδεμένη Trade Estates.
Η οικονομική κατάσταση της Sofia South Ring Mall βελτιώθηκε το 2025 καθώς η ενισχυμένη κερδοφορία (5,8 εκατ. ευρώ, έναντι 1,67 εκατ. ευρώ το 2024) επίτρεψε τη μείωση των συσσωρευμένων ζημιών κατά σχεδόν 7,2 εκατ. ευρώ, περιορισμό τραπεζικού δανεισμού (67,24 εκατ. ευρώ) και αύξηση των ταμειακών διαθεσίμων σε 7,8 εκατ. ευρώ (2024: 4,15 εκατ. ευρώ).
Τα εκτιμώμενα ετήσια έσοδα του ακινήτου υπολογίζονται σε περίπου 13,5 με 14 εκατ. ευρώ, καθώς η πληρότητα εκμίσθωσης χώρων ανέρχεται σε 98% με σημαντικό αριθμό μισθωτών (σ.σ. άνω των 180).
Πρόκειται, ως εκ τούτου, για ένα εισοδηματικό ακίνητο με χαρακτηριστικά σταθερής απόδοσης, αρχική μικτή απόδοση της τάξης του 8% με 8,5% και δείκτη εξόδου περί το 7%. Η RSM αποτίμησε την εύλογη αξία του ακινήτου μεταξύ 153,38 εκατ. ευρώ και 170,44 εκατ. ευρώ, με κεντρική αξία 161,67 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, αποτίμησε την εταιρεία Sofia South Ring Mall μεταξύ 96,5 και 113,5 εκατ. ευρώ.