Ποιος στο καλό θα κανόνιζε το μεγαλύτερο διεθνές του συνέδριο το πρώτο σαββατοκύριακο του Ιανουαρίου; Μα, οι οικονομολόγοι βέβαια. Στο διάολο και τα hangover, η έλλειψη ζήτησης από οποιονδήποτε άλλον καθιστά την περίοδο αυτή μια από τις καλύτερες στον χρόνο για να εξασφαλιστούν χιλιάδες ξενοδοχειακές κλίνες κοψοχρονιά.
Πετώντας προς Φιλαδέλφεια για την ετήσια σύναξη του American Economic Association, με ενδιέφερε μια διαφορετική έλλειψη ζήτησης: η έλλειψη ζήτησης για οικονομολόγους.
Η ύφεση στους οικονομολόγους των ΗΠΑ έχει τρία συστατικά: φθίνων ενδιαφέρον για την εμπειρογνωμοσύνη τους, μείωση της διάθεσης από Αμερικάνους φοιτητές και μια αγορά εργασίας που καταρρέει.
Το πρώτο ήταν το πιο προφανές. Άκουσα κουβέντες για μια «κρίση αξιοπιστίας» για τους οικονομολόγους από τον λαό, που είναι δυσαρεστημένος με τον υψηλό πληθωρισμό. Και καθώς οι συγκεντρωμένοι παρουσιαστές εγκωμίαζαν την ανεξαρτησία της Federal Reserve, τιμούσαν την ακεραιότητα των κρατικών στατιστικών και προειδοποιούσαν ενάντια στο κόστος των αλλοπρόσαλλων δασμών, ας πούμε πως ο πρόεδρος Τραμπ δεν βρίσκονταν ακριβώς στην πρώτη σειρά κρατώντας σημειώσεις.
Το δεύτερο σιγόβραζε κάτω από την επιφάνεια. Παρά τις συζητήσεις περί «δημογραφικού γκρεμού» στους Αμερικάνους φοιτητές, ο αριθμός των τετραετών πτυχίων bachelor που έχουν απονεμηθεί έχει αυξηθεί σχετικά σταθερά, και το υπουργείο Παιδείας των ΗΠΑ προβλέπει ανάπτυξη τουλάχιστον έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030.
Αλλά σύμφωνα με έρευνα που ανέλυσε ο John Siegfried στο Journal of Economic Education, ο αριθμός των φοιτητών με πτυχίο οικονομικών μειώθηκε κατά 15% μεταξύ του 2017 και του 2023.
Το τρίτο ήταν η ζοφερή αγορά εργασίας για αυτούς τους οικονομολόγους που μόλις έλαβαν το διδακτορικό τους, η οποία, όπως μου είπε η Wendy Stock του Montana State University, θα μπορούσε να είναι μια από της πιο δύσκολες που έχουν υπάρξει ποτέ.
Το πάγωμα προσλήψεων συνέβαλε ώστε να μειωθεί στο μισό ο αριθμός των θέσεων πλήρους απασχόλησης ακαδημαϊκών στις ΗΠΑ από το 2019 μέχρι το 2025. Μόνο τον τελευταίο χρόνο, οι αγγελίες μειώθηκαν περισσότερο απ’ όσο είχαν μειωθεί κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Και σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα συγκρίσιμα δεδομένα, από το 2019 οι προσλήψεις οικονομολόγων έχουν μειωθεί ταχύτερα απ’ ό,τι αυτές των φιλοσόφων ή των γλωσσολόγων. Ουφ.
Άκουσα περισσότερους από έναν ακαδημαϊκούς να ευχαριστούν την τύχη τους που είχαν εξασφαλίσει τη δουλειά τους χρόνια πριν. Άλλοι (εκτός των κορυφαίων σχολών) είχαν γίνει πιο διστακτικοί ως προς το να συστήσουν στους σπουδαστές τους να προχωρήσουν σε διδακτορικό στα οικονομικά.
Φαντάστηκα πώς θα ήταν αν οι προσλήψεις δεν είχαν μεταφερθεί στο διαδίκτυο στη διάρκεια της πανδημίας και αν χιλιάδες υποψήφιοι έτρεχαν πανικόβλητοι από συνέντευξη σε συνέντευξη, σε δωμάτια ξενοδοχείων, αναζητώντας έναν ολοένα και μικρότερο αριθμό θέσεων. Το «αγχωτικό» δεν μου φάνηκε αρκετά ισχυρό.
Ορισμένοι άλλοι παράγοντες κάνουν την πτώση στις προσλήψεις ακόμα χειρότερη. Ένας είναι οι ηλικιωμένοι ακαδημαϊκοί που έχουν γαντζωθεί στη δουλειά τους, αναγκάζοντας τις νεότερες γενιές να επωμιστούν το βάρος της προσαρμογής στη χαμηλότερη ζήτηση (σε 10 κορυφαίες σχολές οικονομικών και το τμήμα οικονομικών του Harvard, ο μέσος μόνιμος καθηγητής είναι 50άρης).
Άλλος παράγοντας είναι πως ορισμένοι υποψήφιοι ήλπιζαν ότι η αγορά εργασίας θα βελτιώνονταν, και έτσι παρέτειναν το διδακτορικό τους ή ανέλαβαν προσωρινές θέσεις εργασίας. Το στοίχημα χάθηκε, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια τεράστια μάζα αιτούντων που κυνηγούν τις όχι πολλές διαθέσιμες θέσεις.
Ο άλλος παράγοντας είναι ορατός στα δεδομένα. Ενώ σε προηγούμενες περιόδους πίεσης προσλήψεων ακαδημαϊκών άλλοι εργοδότες απορροφούσαν μέρος της ζήτησης, αυτή τη φορά συρρικνώνονται ταυτόχρονα πολλές πηγές ζήτησης.
Οι αγγελίες για θέσεις ακαδημαϊκών εκτός των ΗΠΑ έχουν κάνει «βουτιά», ενώ η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται αποφασισμένη να συντρίψει κάθε υπόνοια πως η Federal Reserve μπορεί να λειτουργεί πως πρόγραμμα πλήρους απασχόλησης για μακροοικονομολόγους.
Η απογοητευτική ζήτηση από τον τεχνολογικό κλάδο επιδεινώνει την πίεση, αν και μέρος της πτώσης θα μπορούσε να οφείλεται σε μια στροφή προς τις προσλήψεις μέσω της πρακτικής άσκησης αντί των ανοικτών διαφημίσεων. Ομολογουμένως, από τη συνολική πτώση των αγγελιών για θέσεις εργασίας από το 2019 μέχρι το 2025, οι αγγελίες εκτός ακαδημαϊκού χώρου συνέβαλαν μόλις κατά ένα τέταρτο. Παρ’ όλα αυτά, ήταν αρκετό για να «πονέσει».
Αυτές οι κάμψεις λειτουργούν σε διαφορετικές χρονικές κλίμακες και τροφοδοτούν η μια την άλλη. Λιγότεροι φοιτητές σημαίνουν λιγότερη ζήτηση για πανεπιστημιακούς διδάσκοντες. Μια εχθρική κυβέρνηση Τραμπ είναι ένας προφανής παράγοντας για τη «βουτιά» 80% στις αγγελίες για θέσεις εργασίας στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση μεταξύ του 2019 και του 2025. Και όλα αυτά τα τρία συνιστούν μια άσχημη απειλή για το «εγώ» των οικονομολόγων, που έχει «φουσκώσει» από τα χρόνια της μεγάλης ζήτησης. («Τι εννοείς δεν μας θέλουν; Είμαστε χρήσιμοι!»).
Βρήκα, πάντως, κάποια αισιοδοξία στο συνέδριο. Ο John Cawley του Syracuse University και επικεφαλής της Επιτροπής της American Economic Association για την Αγορά Εργασίας, σημείωσε πως το επάγγελμα είναι ευέλικτο, και προέβλεψε ότι τουλάχιστον κάποιες πηγές ζήτησης θα ανακάμψουν.
Η δική μου αισιόδοξη πρόβλεψη; Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τραμπ αγνοεί τις συμβουλές των οικονομολόγων τουλάχιστον δίνει στους ερευνητές άφθονο υλικό μελέτης, και σε μένα άφθονα θέματα για να γράφω.