Ο Ντόναλντ Τραμπ απολαμβάνει να αυξάνει τους δασμούς επειδή έτσι θέλει, ανεβάζοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρτήσεις για την αύξηση δασμών από 10% έως 200% -και στη συνέχεια τους ανεβάζει και πάλι μέσα σε λίγα λεπτά αν η άλλη πλευρά αντιδράσει.
Εν τω μεταξύ, η ΕΕ δεν έχει άλλη επιλογή από το να απαντήσει μέσω αυτού που ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Scott Bessent χλευάζει ως «τρομακτική ευρωπαϊκή ομάδα εργασίας», μετά από εβδομάδες ή μήνες τεταμένων διαβουλεύσεων για να συμφωνήσει σε κάποιο πακέτο αντιποίνων.
Αν οι απειλές των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία οδηγήσουν σε πλήρη εμπορικό πόλεμο, όπως απειλήθηκε την περασμένη εβδομάδα, αυτό δεν θα φέρει αντιμέτωπους μόνο μακρόβιους διατλαντικούς συμμάχους με βαθιές οικονομικές σχέσεις, αλλά και δύο τελείως διαφορετικά συστήματα διαχείρισης οικονομικών συγκρούσεων: την κανονιοφόρο έναντι του σούπερ τάνκερ.
«Αν ο Τραμπ πρέπει να πάει σε δασμούς 1.000% θα το κάνει χωρίς δισταγμό» λέει η Agathe Demarais, ερευνήτρια γεωοικονομικής πολιτικής στο think tank European Council on Foreign Relations (ECFR). «Η ΕΕ είναι άλλο πράγμα. Είναι πραγματιστική, γραφειοκρατική και λογική. Αν, λοιπόν, ο Τραμπ θέλει να κλιμακώσει, αυτός πάντα θα έχει το πάνω χέρι».
Η αμφιλεγόμενη χρήση εκτελεστικών διαταγμάτων από τον Τραμπ έχει επιταχύνει την ικανότητά του να εφαρμόζει πολιτικές. Κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του εξέδωσε 226 εκτελεστικά διατάγματα -ξεπερνώντας τα 220 που υπέγραψε καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης 4ετούς θητείας του.
Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι Βρυξέλλες, μαζί με τους συμμάχους Νορβηγία και Ηνωμένο Βασίλειο, είναι πώς να αντιμετωπίσουν έναν πρόεδρο των ΗΠΑ που χλευάζεται πως «πάντα δειλιάζει στο τέλος» αλλά που στην πραγματικότητα έχει υποχωρήσει μόνο υπό πίεση κατά τον πρώτο χρόνο επιστροφής του στον Λευκό Οίκο.
Η Ευρώπη ίσως να μην μπορεί να ανταποδώσει με την ταχύτητα των αυταρχικών καθεστώτων όπως η Κίνα, αλλά οι αναλυτές υποστηρίζουν πως η συλλογική απάντηση της Ευρώπης μπορεί να δημιουργήσει τον χρόνο και τον χώρο για να ξεθυμάνει η τελευταία δασμολογική καταιγίδα, εν μέσω αντιδράσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και αυξανόμενων πιέσεων στις χρηματαγορές.
Το Πεκίνο απάντησε σκληρά πέρυσι, όταν ο Τραμπ προειδοποίησε πως θα επιβάλει δασμούς έως 145% σε κινεζικά προϊόντα, προβαίνοντας γρήγορα σε αντίποινα με δικούς του δασμούς και στη συνέχεια καταπνίγοντας τις προμήθειες κρίσιμων ορυκτών προς την αμερικανική βιομηχανία, αναγκάζοντας το κλείσιμο γραμμών παραγωγής. Οι αγορές αντέδρασαν αρνητικά και ο πρόεδρος έκανε πίσω.
Κάποιοι ηγέτες της ΕΕ αμέσως υποσχέθηκαν να απαντήσουν αναλόγως, όταν ο Τραμπ απείλησε το Σαββατοκύριακο να επιβάλει επιπλέον δασμούς σε χώρες που έστειλαν στρατιώτες για στρατιωτική άσκηση στη Γροιλανδία.
Όταν όμως οι απεσταλμένοι των 27 χωρών-μελών συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες, φάνηκαν οι δυσκολίες της ανάληψης δράσης. Η Γαλλία και η Γερμανία, τα μεγαλύτερα κράτη-μέλη, εξακολουθούσαν να διαπραγματεύονται μια κοινή στάση ενόψει της έκτακτης συνόδου των ηγετών της ΕΕ την Πέμπτη. (σ.τ.μ: ο πρόεδρος των ΗΠΑ μετά από συνάντηση που πραγματοποίησε το βράδυ της Τετάρτης με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, είπε ότι είχε βρει μια «λύση» και ανακάλεσε επίσης την απειλή του να επιβάλει δασμούς σε χώρες της ΕΕ που αντιτίθεντο στη φιλοδοξία του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία.)
«Η ΕΕ δεν είναι καθόλου καλά εξοπλισμένη για να κάνει γεωοικονομικά παιχνίδια εξουσίας», επεσήμανε ο Luuk van Middelaar του think tank Brussels Institute of Geopolitics. «Αυτό που θα συμβεί λοιπόν θα είναι αυτοσχεδιασμός… Είναι εφικτό αλλά χαοτικό».
Οι υπέρμαχοι μιας πιο δυναμικής προσέγγισης ως προς την αντιμετώπιση του Τραμπ υποστηρίζουν πως η Ευρώπη δεν είναι τόσο ανυπεράσπιστη όσο υποθέτουν ο Μπέσεντ και ο Τραμπ.
Ο Georg Riekeles του think tank European Policy Centre είπε πως ενώ οι ΗΠΑ έχουν σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της ΕΕ, ισχύει και το αντίστροφο. «Η κάθε πλευρά έχει τρόπους να πιέσει την άλλη, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα», είπε. «Η κυριαρχία μέσω της κλιμάκωσης είναι ένας παράγοντας ενότητας και αποφασιστικότητας. Καθώς οι Ευρωπαίοι έχουν τα περισσότερα να χάσουν, έχουν επίσης την ισχυρότερη επιτακτική ανάγκη και τους τρόπους για να το κερδίσουν αυτό. Είναι υπαρξιακό για την Ευρώπη».
Διπλωμάτες λένε πως δεν περιμένουν αντίποινα από την ΕΕ πριν την 1η Φεβρουαρίου, όταν ο Τραμπ έχει υποσχεθεί πως θα επιβάλει επιπλέον δασμούς 10%, που θα αυξηθούν στο 25% την 1η Ιουνίου, σε οκτώ χώρες -τη Δανία, τη Σουηδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Φινλανδία, τη Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ενώ η Γαλλία απαιτεί το μπλοκ να χρησιμοποιήσει το «εμπορικό μπαζούκα» του, δηλαδή το λεγόμενο εργαλείο κατά του πειθαναγκασμού, για να πλήξει τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες και τις εταιρείες υπηρεσιών, κράτη που είναι φιλικά προς τον Τραμπ όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία συνιστούν να μην υπάρξει καμία απάντηση.
Ακόμα και αν υπήρχε συναίνεση στη χρήση του εμπορικού όπλου, η ανάπτυξή του θα χρειαζόταν μήνες. Το ACI θα απαιτούσε πλειοψηφία σε δύο γύρους ψηφοφορίας από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, πρώτον για να αποφασιστεί ένα θα χρησιμοποιηθεί το εργαλείο και δεύτερον, μετά από έρευνα που θα μπορούσε να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες, για τα αντίμετρα.
Εν μέρει λόγω αυτής της πολύπλοκης διαδικασίας, διπλωμάτες περιμένουν πως η απάντηση της ΕΕ θα αρχίσει με συμβατικά δασμολογικά μέτρα. Η ελπίδα είναι πως θα επέλθει στοχευμένη πίεση σε αμερικανικές βιομηχανίες, σε μια περίοδο που ο Τραμπ βρίσκεται υπό πίεση για τις αυξανόμενες τιμές στην Αμερική.
Η ΕΕ έχει συμφωνήσει σε πακέτο δασμών έως 30% σε αμερικανικές εισαγωγές αξίας 93 δισ. δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων μαχητικών αεροσκαφών, αυτοκινήτων και πουλερικών. Αυτοί οι δασμοί ήρθησαν μετά την εκεχειρία στην οποία συμφώνησε το μπλοκ με τον Τραμπ -τη συμφωνία Turnberry- αλλά θα επανέλθουν στις 7 Φεβρουαρίου, εκτός και αν μια πλειοψηφία κρατών-μελών ψηφίσει για αναβολή τους.
Μια ανάλυση των FT σε περισσότερα από 6.000 προϊόντα που εξειδικεύονται σε δύο έγγραφα της ΕΕ που προετοιμάστηκαν πέρυσι το καλοκαίρι, υποδηλώνουν πως οι δασμοί-αντίποινα θα μπορούσαν τώρα να εφαρμοστούν σε αμερικανικές εξαγωγές αξίας άνω των 100 δισ. δολαρίων προς το μπλοκ, με βάση εμπορικά στοιχεία του 2024. Η αεροναυπηγική, ο μηχανολογικός εξοπλισμός και το οχήματα θα δέχονταν το ισχυρότερο πλήγμα, με τα πλαστικά, τα χημικά και τον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό επίσης να επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό.
Οποιαδήποτε τέτοια κίνηση είναι πιθανόν να πυροδοτήσει σκληρά αντίποινα από τον Τραμπ, επειδή θα έσκιζαν τη συμφωνία Turnberry, στο πλαίσιο της οποίας η ΕΕ δέχτηκε δασμούς 15% στις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ ενώ μείωνε μονομερώς τους δασμούς της σε εισαγωγές αμερικανικών βιομηχανικών προϊόντων στο μηδέν.
Το μπλοκ από καιρό δίσταζε να προβεί σε αντίποινα επειδή ένας εμπορικός πόλεμος «οφθαλμός αντί οφθαλμού» στα αγαθά θα επέφερε σημαντικό πλήγμα στην Ευρώπη, η οποία πουλά στις ΗΠΑ αγαθά αξίας 200 δισ. ευρώ περισσότερο απ’ όσο αυτά που αγοράζει από εκεί. Η Αμερική αντιπροσωπεύει το 20% όλων των ευρωπαϊκών εξαγωγών.
Αλλά η επίπτωση δεν θα ήταν μονομερής. Οι δασμοί-αντίποινα από την Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές στις ΗΠΑ, σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου του Κιέλου, η οποία υποδηλώνει πως το 96% του κόστους των δασμών της «Ημέρας Απελευθέρωσης» περνά στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Οι υπηρεσίες είναι δυνητικά ένας πολύ μεγαλύτερος μοχλός πίεσης για την Ευρώπη. Η ΕΕ εισάγει 100 δισ. ευρώ περισσότερες αμερικανικές υπηρεσίες από αυτές που εξάγει προς τις ΗΠΑ, κάτι που παραπέμπει σε δυνητικό σημείο πίεσης που θα χρησιμοποιηθεί κατά αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών για τις οποίες το μπλοκ είναι μια σημαντική και κερδοφόρος αγορά.
Ωστόσο, στην πράξη, η εφαρμογή του ACI για να πληγούν οι αμερικανικές Big Tech, εταιρείες χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και άλλες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των πανευρωπαϊκών τελών στα έσοδα από ψηφιακές υπηρεσίες, ενέχει πολλούς κινδύνους για την ΕΕ, σύμφωνα με λεπτομερή τομεακή ανάλυση που εξέδωσε πέρυσι η ECFR.
Στα πιο δρακόντεια μέτρα θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν μέτρα για μπουν περιορισμοί στην αμερικανική ιδιοκτησία cloud computing και επικοινωνιών, αλλά με υψηλό κίνδυνο αυτό να γυρίσει μπούμερανγκ για τις ευρωπαϊκές εταιρείες που βασίζονται στις αμερικανικές εταιρείες παροχής cloud για σχεδόν το 70% των υπηρεσιών τους.
«Δεν βλέπω μια κατάσταση στην οποία δεν θα βλαφθεί η ΕΕ -μου φαίνεται λίγο σαν κούφια απειλή», είπε ο Daniel Newman, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ερευνών The Futurum Group, επικαλούμενος τη βαριά εξάρτηση της ΕΕ από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς. «Το ερώτημα είναι με τι θα τους αντικαθιστούσαν».
Λιγότερο ριψοκίνδυνο, και δυνητικά κάτι που θα έβγαζε περισσότερα πρωτοσέλιδα δεδομένων των εκτεταμένων δεσμών της οικογένειας Τραμπ με τη βιομηχανία των κρυπτονομισμάτων, θα ήταν η χρήση των κανόνων της ΕΕ κατά της απάτης για να ανακληθούν άδειες λειτουργίας για ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων που έχουν έδρα στις ΗΠΑ.
Αξιωματούχοι της ΕΕ αναφέρουν ότι εξετάζουν επίσης την απαγόρευση εξαγωγών κρίσιμων προϊόντων που χρειάζονται οι ΗΠΑ, όπως προηγμένα γερμανικά μηχανήματα και μηχανήματα κατασκευής τσιπ της ολλανδικής εταιρείας ASML. Οι ΗΠΑ εξαρτώνται επίσης από την ΕΕ για την εισαγωγή φαρμάκων και ιατρικού εξοπλισμού.
Μια άλλη επιλογή θα ήταν η μείωση των δαπανών για πετρέλαιο, φυσικό αέριο και όπλα των ΗΠΑ, αν και ο συντονισμός των 27 κρατών-μελών θα ήταν δύσκολος.
Ο πρόεδρος της Φινλανδίας Alexander Stubb, συμφώνησε, δηλώνοντας στους FT ότι «η Ευρώπη έχει πολλά χαρτιά στο χέρι», συμπεριλαμβανομένων μέτρων σχετικά με τα τελωνεία, τους δασμούς, το εμπόριο και ακόμη και τα νομισματικά θέματα. Η ΕΕ κατέχει μεγάλο μέρος του χρέους των ΗΠΑ.
Οποιαδήποτε κίνηση για την αντιμετώπιση του Τραμπ θα απαιτήσει νέα επίπεδα πολιτικής ενότητας από την πλευρά της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του να πειστούν οι ευρωπαϊκοί λαοί ότι αξίζει να υποστούν οικονομικές δυσκολίες για να αντισταθούν στις ΗΠΑ.
Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ευρωζώνη θα αναπτυχθεί κατά 1,3% το 2026, αλλά ο Gilles Moëc, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Axa, προειδοποίησε ότι η νέα απειλή για δασμούς «θα μπορούσε να ανατρέψει την πορεία» της οικονομικής ανθεκτικότητας της ΕΕ.
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκοί επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν εκδώσει σκληρές δηλώσεις τις τελευταίες ημέρες, λέγοντας ότι θα υποστηρίξουν μια ισχυρή αντίδραση της ΕΕ, εάν ο διάλογος αποτύχει -μια απότομη αλλαγή σε σχέση με το περασμένο καλοκαίρι, όταν άσκησαν πίεση στις Βρυξέλλες για να συμβιβαστούν.
Παραδόξως, η Demarais του ECFR δήλωσε ότι η δυσκινησία της ΕΕ μπορεί τελικά να αποδειχθεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της, καθώς η Ένωση κερδίζει χρόνο και επιτρέπει την άσκηση πίεσης στον Τραμπ από τον αμερικανικό λαό και τις χρηματαγορές.
Οι αμερικανικές μετοχές και το δολάριο σημείωσαν πτώση την Τρίτη, καθώς ο Τραμπ συνέχισε την επικίνδυνη πολιτική του πριν από την άφιξή του στο Νταβός για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, προκαλώντας ανησυχίες στους Αμερικανούς επενδυτές για μια βαθύτερη ρήξη στις διατλαντικές σχέσεις.
«Υπάρχει αξία στο να κερδίζεις χρόνο», πρόσθεσε η Demarais. «Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πάνω από το 90% του αμερικανικού λαού αντιτίθεται στην απόκτηση της Γροιλανδίας με τη βία και οι αγορές αρχίζουν να ανησυχούν. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ θα αποφανθεί επίσης σύντομα σχετικά με τη νομιμότητα των δασμών του Τραμπ. Η υπομονετική προσέγγιση της ΕΕ μπορεί να αποδειχθεί πλεονέκτημα».