Η μεγαλύτερη άνοδος στην αντίληψη περί απειλής ήταν στον Καναδά, σύμφωνα με την έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία συμβούλων Kekst CNC για τον Δείκτη Ασφαλείας του Μονάχου. Ο Τραμπ, από τότε που επανήλθε στην εξουσία πέρυσι, έχει επανειλημμένως απειλήσει τον γείτονα των ΗΠΑ με τιμωρητικούς δασμούς ακόμα και με κατάληψη.
Οι Καναδοί είναι εξίσου πιθανό με τους Κινέζους να θεωρήσουν τις ΗΠΑ ως απειλή για τη χώρα τους, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση.
Η δημοσκόπηση τονίζει το πώς η κυβέρνηση Τραμπ έχει γκρεμίσει τους παραδοσιακούς συμμάχους της Αμερικής και αποξενώσει την κοινή γνώμη σε μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες με τις επιθετικές εμπορικές της πολιτικές, τη θέρμη που δείχνει προς τη Ρωσία και την αντίδραση σε εκλαμβανόμενες παραβιάσεις της ελευθερίας της έκφρασης παγκοσμίως.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής που θα παρεβρεθούν στη διάσκεψη που ξεκινάει την Παρασκευή στη Βαυαρική πρωτεύουσα, προετοιμάζονται για περαιτέρω επίδειξη αμερικανικού ανταγωνισμού, αν και τα νεύρα έχουν καλμάρει κάπως καθώς από τη φετινή εκδήλωση θα απουσιάζουν ο Τραμπ και ο αντιπρόεδρός του Τζ. Ντ. Βανς.
«Ελπίζω να είναι βαρετό», σχολίασε μιλώντας στους FT Ευρωπαίος υπουργός Εξωτερικών.
Στη δημοσκόπηση συμμετείχαν 11.099 άνθρωποι από την Ομάδα των Επτά πιο προηγμένων οικονομιών, που όλες είναι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, και τη Βραζιλία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική.
Διενεργήθηκε τον Νοέμβριο, πριν την αμερικανική επιδρομή για σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και πριν την απειλή Τραμπ για χρήση στρατιωτικής βίας κατά της Δανίας αν δεν εκχωρήσει τον έλεγχο της Γροιλανδίας στις ΗΠΑ, που άφησε άφωνους τους πιο στενούς εταίρους ασφάλειας της Ουάσινγκτον.
Άλλες πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις έχουν δείξει περαιτέρω απώλεια εμπιστοσύνης στην Αμερική. Τα δεδομένα του YouGov European tracker από τον περασμένο μήνα έδειξαν πως το 84% των Δανών έχουν τώρα αρνητική άποψη για τις ΗΠΑ, έναντι του 70% που ήταν τον Νοέμβριο.
Ο Δείκτης Ασφαλείας του Μονάχου δείχνει πως σε κάθε χώρα στην οποία πραγματοποιήθηκε δημοσκόπηση, υπάρχει καθαρή πτώση στον αριθμό των ατόμων που απάντησαν ότι θεωρούν τις ΗΠΑ σύμμαχο.
Οι Βρετανοί παραμένουν μακράν οι πιο θετικοί έναντι της Αμερικής.
Σε αρκετές χώρες –συμπεριλαμβανομένων της Νότιας Αφρικής, της Ινδίας, της Ιταλίας και του Καναδά – η Κίνα θεωρείται μικρότερη απειλή απ’ ότι πριν από έναν χρόνο, αν και το Πεκίνο πέρυσι χρησιμοποίησε ως όπλο τις εξαρτήσεις των εμπορικών της εταίρων, επιβάλλοντας εκτεταμένους εξαγωγικούς ελέγχους στα κρίσιμα ορυκτά.
Περισσότεροι Ινδοί θεωρούν τώρα την Κίνα σύμμαχο παρά απειλή, μια αξιοσημείωτη αλλαγή δεδομένων των ιστορικών συνοριακών συγκρούσεων μεταξύ των δυο ασιατικών γιγάντων.
Οι Ιάπωνες που απάντησαν φοβούνται περισσότερο την Κίνα. Η πρωθυπουργός Σανάε Τακαϊτσι είπε τον Νοέμβριο πως μια κινεζική επίθεση κατά της Ταϊβάν θα μετατρέπονταν σε «κατάσταση απειλητική για την επιβίωση» της Ιαπωνίας, δικαιολογώντας μια στρατιωτική της παρέμβαση.
Πέραν της Ιαπωνίας, οι συμμετέχοντες όλων των άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, θεωρούσαν πως μια κινεζική εισβολή στην Ταϊβάν θα συνιστούσε μικρότερο κίνδυνο για τον κόσμο απ’ ότι στα τέλη του 2024.
Την ίδια ώρα, αυξάνονται οι ανησυχίες στην Ινδία, τη Βραζιλία και το Ηνωμένο Βασίλειο για το ενδεχόμενο πολέμου μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ, και την παγκόσμια επίπτωση που θα είχε μια τέτοια σύγκρουση.
Η πρώτη χρονιά της δεύτερης θητείας του Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχει επίσης οδηγήσει σε ανακατατάξεις στις αντιλήψεις για τους κορυφαίους κινδύνους, με τις ανησυχίες για τις εχθρικές εκστρατείες παραπληροφόρησης και τους εμπορικούς πολέμους, που έχουν εκτιναχθεί στην κατάταξη σε όλες τις χώρες.
Ωστόσο, οι ανησυχίες για την κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά γεγονότα έχουν μειωθεί ελαφρώς στις προηγμένες οικονομίες καθώς οι ανησυχίες για το εμπόριο και την παραπληροφόρηση ανέβηκαν στην ατζέντα. Παραμένουν τα κορυφαία ζητήματα συνολικά για τη Βραζιλία, την Ινδία, την Κίνα και τη Νότια Αφρική.