Η ΕΕ είναι τώρα περικυκλωμένη από δυνάμεις που κυβερνώνται από αυταρχικούς ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων, για πρώτη φορά, των ΗΠΑ.
Όσο άβολο και αν είναι, το μπλοκ πρέπει να είναι υπερήφανο που είναι ο μόνος μεγάλος οικονομικός και πολιτικός χώρος που τηρεί το κράτος δικαίου και την πολυμέρεια. Θα πρέπει να καλεί τις ομοϊδεάτισσες χώρες στην Ευρώπη και σε όλον τον κόσμο να συνταχθούν σε μια συμμαχία αξιών.
Αλλά η σιωπή των Ευρωπαίων ηγετών σε μια τέτοια πρωτοβουλία σήμανε πως αφέθηκε στον Καναδό πρωθυπουργό, Μαρκ Κάρνεϊ, να αρθρώσει την ιδέα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.
Τι θα πρέπει, λοιπόν, να κάνει τώρα η ΕΕ; Υπάρχει ένα πράγμα που θα πρέπει να αποφύγει με κάθε κόστος. Θα ήταν αυτοκτονικό αν η ήδη περιορισμένη εξουσία της Ένωσης μειωθεί περαιτέρω, όπως ζητούν ορισμένοι. Τα πρώτα θύματα μιας τέτοιας κίνησης θα ήταν η ενιαία αγορά και η ανταγωνιστικότητα.
Συμβαίνει αυτά τα δυο θέματα να βρίσκονται υπό συζήτηση στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου την Πέμπτη. Είναι κρίμα που η συνεδρίαση δεν θα πραγματοποιηθεί στις 18 Φεβρουαρίου, Καθαρή Τετάρτη (σ.σ.: η πρώτη μέρα Σαρακοστής των Ρωμαιοκαθολικών). Διότι, για να πετύχει οτιδήποτε η συνεδρίαση, θα πρέπει το πνεύμα αυτών που θα καθίσουν στο τραπέζι να είναι ένα πνεύμα μετάνοιας, ατομικής και συλλογικής.
Από καιρό υπάρχει ένα μοτίβο πολιτικής υποκρισίας που χαρακτηρίζει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των κρατών μελών και των επιχειρηματικών ηγετών. Αναλαμβάνονται δεσμεύσεις με σοβαρότητα, αλλά την επόμενη ημέρα τα συστατικά του οικονομικού εθνικισμού –οι κοντόφθαλμοι εθνικοί πολιτικοί, οι εταιρικοί ηγέτες που αναζητούν προστασία από αυτούς, και μια ανεπαρκής αυστηρότητα στην επιβολή των κανόνων- αναλαμβάνουν και πάλι δράση.
Μέχρις ότου έρθει στο φως αυτός ο φαύλος κύκλος της υποκρισίας και αντιμετωπιστεί, οι εξαιρετικές εκθέσεις που έχουν ανατεθεί από τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς θα είναι καταδικασμένες να έχουν ελάχιστη επίπτωση. Παρ’ τε για παράδειγμα τις δυο εκθέσεις-ορόσημα που ετοίμασαν ο Ενρίκο Λέττα το 2024 και ο Μάριο Ντράγκι πέντε μήνες μετά.
Οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα κράτη δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν τα ευρήματα γρήγορα. Αναδρομικά, αυτές ήταν καλές μέρες για την Ευρώπη, πριν την επιστροφή του Ντόνλαντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο με όλες της συνέπειες που είχε. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, οι συστάσεις του Ντράγκι και του Λέττα θα έπρεπε να θεωρηθούν το ελάχιστο δυνατό και η εφαρμογή τους να επιταχυνθεί. Με τους δασμούς να πλήττουν την ΕΕ και τους κανόνες πολυμερούς εμπορίου να έχουν ουσιαστικά πεθάνει, πρέπει να γίνουν περισσότερα στην ενιαία αγορά σε όρους ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης.
Αντ’ αυτού, η εφαρμογή και των δυο εκθέσεων καθυστερεί πολύ σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα που είχε οριστεί αρχικά. Σε αυτές τις συνθήκες, η αξιοπιστία της ΕΕ θα υπονομευθεί θανάσιμα αν αυτό το Συμβούλιο καταλήξει σε υπερτιμημένες «ισχυρές δεσμεύσεις» αντί να κάνει οτιδήποτε πραγματικά ουσιαστικό.
Ο Αντόνιο Κόστα και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόεδροι του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αντίστοιχα, θα πρέπει να επιμείνουν σε μια άβολη και ρεαλιστική συζήτηση για της ευθύνες που έχουν τόσο τα κράτη μέλη όσο και οι θεσμοί που διοικούν οι ίδιοι. Το Συμβούλιο, που χαρακτηρίστηκε «καρτέλ εθνικισμού» από τον Ιταλό πρώην υπουργό Οικονομικών Τομάσο Πάντοα-Σιόπα, και η Κομισιόν, που εξακολουθεί να είναι η μηχανή ενοποίησης αλλά είναι υπερβολικά ελαστική με τα κράτη μέλη που παραβαίνουν τους κανόνες, έχουν πολλά να συνεισφέρουν σε μια πιο αξιόπιστη χάραξη ευρωπαϊκής πολιτικής.
Οι δυο πρόεδροι θα πρέπει επίσης να εξετάζουν εξονυχιστικά τις νέες ιδέες που παρουσιάζουν τα κράτη μέλη. Παρ’ τε για παράδειγμα την κοινή θέση που υιοθέτησαν η Γερμανία και η Ιταλία. Αν και υποστηρίζουν στα λόγια την ενιαία αγορά, προτείνουν μέτρα που θα επιδεινώσουν τον κατακερματισμό της: μια έντονη προσπάθεια απορρύθμισης και την χαλάρωση των περιορισμών στις κρατικές ενισχύσεις.
Και οι δυο κυβερνήσεις βρίσκονται ιδιαιτέρως κοντά σε επιχειρηματικά συμφέροντα. Αυτό ήταν πιο ορατό στην επιτυχημένη τους εκστρατεία να αντιστρέψουν την ευρωπαϊκή πολιτική για την πράσινη μετάβαση. Αυτό μπορεί να «αγόρασε χρόνο» για τις αυτοκινητοβιομηχανίες τους, αλλά πιθανόν θα ενισχύσει την κινεζική ανταγωνιστικότητα μακροπρόθεσμα.
Αν και είναι κατανοητό πως η Γερμανία θέλει να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις κρατικές ενισχύσεις, αφού έχει τον δημοσιονομικό χώρο που της επιτρέπει να δαπανήσει για να κάνει τις εταιρείες της (τεχνητά) πιο ανταγωνιστικές, είναι δύσκολο να δούμε γιατί η κυβέρνηση της Ιταλίας, που δεν έχει συγκρίσιμα μέσα, υποστηρίζει την κίνηση. Πάει ενάντια στα δικά της συμφέροντα, αλλά και ενάντια στα συμφέροντα της ΕΕ.
Επιπλέον, οι λεγόμενοι εσωτερικοί δασμοί που αποδίδουν και οι δυο κυβερνήσεις στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς, στην πραγματικότητα προκαλούνται από τις εθνικές κυβερνήσεις που δεν συμμορφώνονται με τους πανευρωπαϊκούς κανόνες που σκοπό έχουν να αποτρέψουν τον κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς, με αποτέλεσμα ανεπαρκείς εταιρείες να προστατεύονται πίσω από νέες μορφές εθνικής προστασίας. Αυτό είναι συνταγή για εξασφάλιση ψήφων, όχι για βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, την οποία χρειάζεται τόσο πολύ η Ευρώπη αν θέλει να ακμάσει σε έναν πιο εχθρικό κόσμο.
*Ο συγγραφέας του άρθρου είναι πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος (1995-2004) και πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας (2011-2013)