Οι fund managers δεν νιώθουν απαίσια -κάθε άλλο. Τα επίπεδα του γενικού ενθουσιασμού για τους τίτλους υψηλότερου κινδύνου είναι χοντρικά τώρα όσο ήταν αμέσως μετά την επανεκλογή του προέδρου στα τέλη του 2024, κρίνοντας από τις έρευνες επενδυτών.
Αλλά η πηγή αυτού του ενθουσιασμού, και ο τρόπος με τον οποίον εκδηλώνεται στις αγορές, έχει αναποδογυρίσει. Τότε, ήταν ένα ξέσπασμα θριάμβου για μια νέα αμερικανική κυβέρνηση πρόθυμη να φτάσει στην ασταμάτητη κυριαρχία της παγκόσμιας οικονομίας και των παγκόσμιων αγορών μέσω απορρύθμισης και μέτρων τόνωσης.
Οι ΗΠΑ θεωρούνταν πως όδευαν να ρουφήξουν την οικονομική ανάπτυξη του υπόλοιπου αναπτυγμένου κόσμου μέχρι το μεδούλι, τονώνοντας το δολάριο και διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ των αμερικανικών μετοχών που τα πήγαιναν καλά και της ζοφερής εικόνας αλλού.
Καθώς μπαίνουμε στον δεύτερο χρόνο της δεύτερης θητείας Τραμπ, ωστόσο, αυτό που βλέπουμε είναι κάτι αρκετά διαφορετικό. Η αισιοδοξία εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά εμφανίζεται σε τελείως διαφορετικά μέρη.
Το ευκολότερο μέτρο σύγκρισης είναι οι επιδόσεις των χρηματιστηρίων. Ο δείκτης αναφοράς S&P 500 βρίσκεται πλέον οριακά σε αρνητικό έδαφος από την αρχή του έτους, ανεβοκατεβαίνοντας βαρετά μέσα σε ένα ασυνήθιστα στενό εύρος από τα τέλη Δεκεμβρίου.
Κανονικά, αυτό θα αντανακλούσε ένα παγκόσμιο ξέσπασμα νευρικότητας. Αυτή τη φορά όμως, το θέμα είναι ξεκάθαρα αμερικανικό, λόγω των πιέσεων στον πολύτιμο τεχνολογικό κλάδο και της πολιτικής δυσλειτουργίας. Οι ευρωπαϊκές και ασιατικές αγορές, αντιθέτως, τα πάνε ως επί το πλείστον μια χαρά.
Οι παγκόσμιες μετοχές, όπως αποτυπώνονται στον ευρέως παρακολουθούμενο MSCI World Index, ο οποίος γέρνει βαριά προς τις ΗΠΑ, καταγράφουν άνοδο 2% μέχρι στιγμής το 2026. Αυτό είναι αξιοπρεπές. Αν όμως αφαιρέσει κανείς τις ΗΠΑ από την εξίσωση, η απόδοση εκτινάσσεται σε ένα πολύ πιο ρόδινο 9%. Το γεγονός είναι πως αυτή τη στιγμή συμφέρει να αποφεύγει κανείς την αμερικανική αγορά. Μέχρι στιγμής φέτος, είναι απογοητευτική.
Όπως δείχνουν τα πράγματα, αυτή θα είναι η χειρότερη χρονιά για τις αμερικανικές μετοχές, σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο, τουλάχιστον από το 1995. Δεν είναι ακόμη σαφές πόσο ουσιαστική θα αποδειχθεί η πρόσφατη διόρθωση στις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά το κύμα ναυτίας γύρω από τον αντίκτυπο της AI στον ευρύτερο τεχνολογικό κλάδο σίγουρα γέρνει κι άλλο την πλάστιγγα μακριά από τις ΗΠΑ, και προς την Ευρώπη.
Το 2025, η μεγάλη ομαλοποίηση της εξάρτησης των παγκόσμιων επενδυτών από τις ΗΠΑ -που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των περισσότερων χαρτοφυλακίων τις τελευταίες δεκαετίες- ήταν περισσότερο μια ιδέα παρά πραγματικότητα.
Τώρα, όμως, οι τακτικές έρευνες επενδυτών της Bank of America καταγράφουν τη μεγαλύτερη θετική τοποθέτηση σε περιουσιακά στοιχεία της ευρωζώνης που έχει καταγραφεί ποτέ, στο πλαίσιο ενός εντυπωσιακού παγκόσμιου rebalancing.
Η ευρωπαϊκή έρευνα της τράπεζας δείχνει ότι πάνω από το ένα τρίτο των επενδυτών διατηρεί πλέον υψηλότερη έκθεση σε μετοχές της ΕΕ από εκείνη που υπαγορεύουν τα συνήθη benchmarks, από μόλις 9% πριν από τρεις μήνες. Ένα καθαρό ποσοστό 22% δηλώνει τώρα πως κατέχει χαμηλότερη του δείκτη αναφοράς έκθεση στις ΗΠΑ, από μόλις 6% στα τέλη του 2025. Η αντίδραση αυτή φαίνεται να είναι πραγματική.
Δεν παρατηρείται μαζική εκροή κεφαλαίων από τις αμερικανικές αγορές, αλλά τραπεζίτες και επενδυτές λένε πως τα νέα κεφάλαια που εισρέουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αναζητούν πλέον εναλλακτικούς προορισμούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, αξιοσημείωτο είναι πως ακόμα και όταν «κόπηκαν τα φτερά» του Τραμπ, όπως συνέβη την περασμένη εβδομάδα στο ζήτημα των δασμών, οι αμερικανικές αγορές δεν αντέδρασαν με ανάκαμψη. Ο κόσμος προχωράει, αργά αλλά σταθερά.
Η Ευρώπη δεν είναι ο μοναδικός ωφελημένος, αλλά βρίσκεται στις πρώτες θέσεις. Η γαλλική εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Carmignac παρομοιάζει την εξέλιξη αυτή με το ξύπνημα της «Ωραίας Κοιμωμένης», αποδίδοντάς την σε συνδυασμό διαρθρωτικών και οικονομικών παραγόντων που ευνοούν τη λεγόμενη «Γηραιά Ηπειρο».
Ρεκόρ κεφαλαίων κατευθύνεται σε ευρωπαϊκά μετοχικά funds, από επενδυτές που επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση από τον τεχνολογικό κλάδο και μείωση της έκθεσης σε εγχώριους πολιτικούς κινδύνους των ΗΠΑ.
Επενδυτές και αναλυτές τολμούν πλέον να σκεφτούν ότι η Γερμανία (επιτέλους) γυρίζει σελίδα, καθώς αρχίζει να υλοποιεί τα σχέδια για τεράστια επιπρόσθετα δημοσιονομική δαπάνη, τα οποία παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό «παγωμένα» από τότε που ανακοινώθηκαν, πριν από έναν χρόνο.
Οι επιχειρηματικές έρευνες στην ευρωζώνη δεν εντυπωσιάζουν, αλλά στέλνουν ενθαρρυντικά σήματα. Εν τω μεταξύ, η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύσσεται πολύ βραδύτερα απ’ όσο εκτιμάτο, με έναν υποτονικό, «ευρωπαϊκού τύπου» ετήσιο ρυθμό 1,4%, όπως έδειξαν τα νέα στοιχεία την περασμένη εβδομάδα.
Η τεράστια εξάρτηση από την υπεραπόδοση του τεχνολογικού κλάδου υπήρξε ουσιώδους σημασίας για το επενδυτικό θαύμα των ΗΠΑ την τελευταία δεκαετία περίπου. Τώρα σκοντάφτει την ίδια ώρα που τα οικονομικά στοιχεία πιέζονται και η πολιτική σέρνεται από τη μια κρίση στην άλλη.
Οι επενδυτές ψηφίζουν με τα πορτοφόλια τους. Το μεγάλο reset, που τόσο συχνά απορρίπτουν οι money managers στις ΗΠΑ, είναι ξεκάθαρο πως συμβαίνει -είτε τους αρέσει είτε όχι.