Στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ήταν προετοιμασμένοι να αναπτύξουν χερσαίες δυνάμεις –πρώτα για να ανατρέψουν την κυβέρνηση και μετά για να αποκαταστήσουν την τάξη και να επιβλέψουν τη μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σύστημα.
Η απώλεια ζωών Αμερικάνων στους πολέμους του Αφγανιστάν και του Ιράκ –και η επακόλουθη αποτυχία δημιουργίας κράτους- φαίνεται πως έπεισαν τον Ντόναλντ Τραμπ πως θα ήταν ανοησία να βάλει Αμερικάνους στρατιώτες στο έδαφος στο Ιράν. Αλλά αυτό σημαίνει πως ο Τραμπ είναι τώρα προσηλωμένος σε μια διαδικασία για την οποία δεν υπάρχει πραγματικό προηγούμενο: αλλαγή καθεστώτος μέσω μόνο αεροπορικής δύναμης.
Οι φόνοι του Αγιατολά Αλί Χαμενεϊ και αρκετών βασικών ηγετών του ιρανικού στρατού και πολιτικών μορφών κατά την πρώτη ημέρα του πολέμου έχει κάνει το καθεστώς να παραπαίει. Αλλά δεν απαντά στο ερώτημα τι μέλλει γενέσθαι.
«Καταθέστε τα όπλα σας» ήταν οι οδηγίες του Τραμπ προς τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν. «Αναλάβετε την κυβέρνησή σας» ήταν η συμβουλή του προς τον λαό του Ιράν.
Χαρακτηριστική των οδηγιών αυτών ήταν η έλλειψη λεπτομερειών. Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης βομβαρδίζονται από αέρος. Ακόμα και αν οι στρατιώτες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα όπλα τους, δεν υπάρχει εναλλακτική αρχή ή στρατός εντός του Ιράν στον οποίον να παραδώσουν τα όπλα.
Οι Ιρανοί που διαδηλώνουν τόσο γενναία κατά του ισλαμικού καθεστώτος μπορεί επίσης να αναρωτηθούν δικαίως, πώς υποτίθεται ότι θα αναλάβουν έτσι απλά την κυβέρνηση; Ο Τραμπ τους διαβεβαίωσε πως «όταν τελειώσουμε… θα είναι δική σας για να την πάρετε». Αλήθεια;
Φαίνεται πως ευελπιστείται η καρατόμηση της ιρανικής ηγεσίας, και η καταστροφή της στρατιωτικής ισχύος του καθεστώτος, θα οδηγήσουν σε κάποιου είδους οργανικής και αυθόρμητης μετάβασης σε ένα νέο πολιτικό σύστημα –χωρίς την ανάγκη περαιτέρω αμερικανικής παρέμβασης. Αλλά δεν υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε πως αυτό θα είναι αποτελεσματικό.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει επίσης απευθύνει επανειλημμένως έκκληση στον λαό του Ιράν να ανατρέψει την κυβέρνησή του. Αλλά πιθανότατα δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η μελλοντική κοινωνική και πολιτική σταθερότητα του Ιράν. Το Ισραήλ από καιρό βλέπει την Ισλαμική Δημοκρατία ως τον πιο επικίνδυνο εχθρό του και δυσανασχετεί έντονα για την υποστήριξη που παρέχει στο Χαμάς στη Γάζα και στην Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
Από την άποψη της κυβέρνησης Νετανιάχου, οι τωρινές συνθήκες είναι μια ιστορική ευκαιρία να εξαλειφθεί ένας επικίνδυνος εχθρός. Οι Ισραηλινοί υποθέτουμε πως έχουν υπολογίσει πως μπορούν να διαχειριστούν τις πυραυλικές επιθέσεις στις οποίες θα προχωρήσει το Ιράν ως αντίποινα. Και είναι εξαιρετικά απίθανο να κληθούν ποτέ Ισραηλινοί στρατιώτες να κάνουν απόβαση στο Ιράν. Άρα, άλλοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τον χαοτικό απόηχο της σημερινής εκστρατείας.
Οι στρατηγικοί υπολογισμοί των χωρών του Κόλπου και των ίδιων των ΗΠΑ είναι πολύ πιο περίπλοκοι. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμηράτα, το Κατάρ, το Μπαχρέιν και η Σαουδική Αραβία έχουν πλασαριστεί στον κόσμο ως εύπορα ασφαλή καταφύγια για ανθρώπους και κεφάλαιο. Αλλά τώρα έχουν πληγεί ή έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ιρανικών πυραύλων.
Αν η σύρραξη λήξει με κάποιον τρόπο σύντομα –η αν το Ιράν ξεμείνει από πυραύλους και drones- τότε τα κράτη του Κόλπου θα μπορέσουν να προσπεράσουν τις τωρινές εχθροπραξίες ως μερικές κακές μέρες και να επιστρέψουν στο business as usual. Αν όμως επηρεαστούν μόνιμα από έναν παρατεταμένο πόλεμο, τότε το στάτους τους ως ασφαλή καταφύγια θα κινδυνεύσει σοβαρά.
Για κάποια χρόνια, υπήρχαν δυο πολύ διαφορετικές «Μέσες Ανατολές». Χώρες όπως η Συρία, η Λιβύη και ο Λίβανος μαστίζονταν από συγκρούσεις, ενώ ο Κόλπος και η Σαουδική Αραβία άκμαζαν. Η κυβέρνηση Τραμπ ήλπιζε να διαδώσει την ειρήνη και ευημερία του Κόλπου προς την υπόλοιπη Μέση Ανατολή –με τη διπλωματική ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ να βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας.
Ο κίνδυνος τώρα είναι η διαδικασία να πάει προς την άλλη κατεύθυνση, με το χάος και τη βία που είναι τόσο γνώριμα στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή να απειλούν το μέλλον των πλούσιων και σταθερών θυλάκων της περιοχής.
Οι κίνδυνοι για τις ΗΠΑ και την κυβέρνηση Τραμπ είναι επίσης πολύ υψηλοί. Ο Τραμπ δεν έχει δείξει καμία διάθεση για παρατεταμένη σύρραξη. Αλλά αν τα κράτη του Κόλπου απειληθούν σοβαρά –ή το Ιράν βυθιστεί στο χάος- η Αμερική θα πιεστεί να δεσμεύσει περαιτέρω πόρους στην περιοχή για να επαναφέρει υπό έλεγχο την κατάσταση. Αν σκοτωθούν περισσότεροι στρατιώτες, ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει πίεση να κλιμακώσει· ήδη έχει απειλήσει το Ιράν με «δύναμη που δεν έχει δει ποτέ ο κόσμος», αν συνεχιστούν τα αντίποινα.
Οι εσωτερικοί πολιτικοί κίνδυνοι για τον Τραμπ είναι σημαντικοί. Μετά το τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου, ο αμερικανικός λαός τάσσονταν σθεναρά υπέρ των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Περίπου 90% των Αμερικάνων ήταν υπέρ της εισβολής στο Αφγανιστάν όταν ξεκίνησε ο πόλεμος το 2001 και τα ποσοστά αποδοχής του Τζορτζ Ου. Μπους εκτινάχθηκαν σε παρόμοια επίπεδα. Η υποστήριξη για τον πόλεμο στο Ιράκ ήταν περίπου 70% όταν άρχισε το 2003. Και στις δυο περιπτώσεις, υπήρχε ισχυρή διακομματική υποστήριξη στο Κογκρέσο.
Αντιθέτως, οι Δημοκρατικοί και ορισμένοι Ρεπουμπλικάνοι του κινήματος Maga έχουν επικρίνει την απόφαση του Τραμπ να επιτεθεί στην Ισλαμική Δημοκρατία. Και μόλις 27% των Αμερικάνων υποστηρίζουν τη χρήση στρατιωτικής ισχύος κατά του Ιράν, σύμφωνα με δημοσκόπηση του YouGov την περασμένη εβδομάδα.
Ο αμερικανικός λαός –αν όχι η κυβέρνησή του- τουλάχιστον φαίνεται πως έχει πάρει τα μαθήματα του Ιράκ και του Αφγανιστάν.