Τα τελειώσει σύντομα ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν; Αυτό το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πιθανές οικονομικές του επιπτώσεις.
Αυτό, όμως, εξαρτάται από τις απαντήσεις σε δυο άλλα ερωτήματα. Ισχύει εδώ το “Taco” (“Trump always chickens out”) που εφηύρε ο Robert Armstrong, ή όχι; Και, δεύτερον, ένας τερματισμός του πολέμου για τον Ντόναλντ Τραμπ θα σήμαινε πως έχει τελειώσει και για το Ιράν, το Ισραήλ ή και τα δύο κράτη; Αν αυτοί οι δύο εμπόλεμοι, για τους οποίους ο αγώνας είναι υπαρξιακός, συνεχίζουν να πολεμούν, η σφαγή στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε επίσης να συνεχιστεί.
Μέρος της δυσκολίας είναι πως είναι αδύνατον να γνωρίζουμε τι θέλει ο Τραμπ. Ίσως και ο ίδιος να μην έχει ιδέα. Έτσι, τη Δευτέρα, ο πρόεδρος δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει «πολύ σύντομα», αλλά όχι αυτή την εβδομάδα. ωστόσο δυο ημέρες νωρίτερα, έγραψε στο Truth Social ότι «δεν θα υπάρξει συμφωνία με το Ιράν εκτός από μια ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ! Μετά από αυτό, και την επιλογή ΜΕΓΑΛΟΥ & ΑΠΟΔΕΚΤΟΥ Ηγέτη (ή ηγετών), εμείς, και πολλοί από τους θαυμάσιους και πολύ θαρραλέους συμμάχους και εταίρους μας, θα εργαστούμε άοκνα για να επαναφέρουμε το Ιράν από το χείλος της καταστροφής».
Οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν απάντησαν στον Τραμπ ότι αυτοί «είναι που θα καθορίσουν το τέλος του πολέμου», προσθέτοντας ότι «η Τεχεράνη δεν θα επιτρέψει την εξαγωγή ούτε λίτρου πετρελαίου» από την περιοχή αν συνεχιστούν οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Η επιλογή του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος μόλις έχασε μεγάλο μέρος της οικογένειάς του, ως διαδόχου του πατέρα του, υπογραμμίζει αυτήν την ανυπακοή. Φαίνεται μάλλον πως το Ιράν είναι αποφασισμένο για νίκη και όχι για άνευ όρων παράδοση, που σε κάθε περίπτωση είναι εξαιρετικά απίθανο να ακολουθήσει μια συμβατική εκστρατεία από αέρος.
Μετά από περισσότερα από δυο χρόνια ισραηλινών βομβαρδισμών, η Χαμάς δεν έχει παραδοθεί άνευ όρων. Το Ιράν σίγουρα δεν θα το κάνει. Για να γίνει αυτό θα χρειάζονταν η χρήση πυρηνικών όπλων. Είναι αρκετά τρελός ο Τραμπ για να εξετάσει αυτό το ενδεχόμενο;
Μια παύση των εχθροπραξιών φαίνεται πολύ πιο εύλογη. Η Αμερική μπορεί να θεωρήσει πως έχει κάνει αρκετή ζημιά και να αποφασίσει να σταματήσει τις επιθέσεις της. Το Ιράν, καταχτυπημένο, μπορεί να αποφασίσει να σταματήσει να επιτίθεται στους γείτονές του.
Ο Τραμπ μπορεί να αναγκάσει το Ισραήλ να σταματήσει τις επιθέσεις του ακόμα και αν το ιρανικό καθεστώς επιβιώσει. Αυτό δεν θα ήταν ειρήνη, αλλά μια (πιθανώς προσωρινή) κατάπαυση πυρός. Εν ολίγοις, μια κάταπαυση πυρός και όχι η ειρήνη, φαίνεται ένα εύλογο βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα, κυρίως λόγω των ανησυχιών του Τραμπ για τις τιμές του πετρελαίου.
Ένα άλλο αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η συνέχιση του πολέμου, αλλά με χαμηλότερη ένταση, επειδή τα όπλα του Ιράν εξαντλούνται. Μπορεί μάλιστα τα πλοία να αρχίσουν να πλέουν και πάλι από τα Στενά του Ορμούζ.
Τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά για την παγκόσμια οικονομία; Αυτό εξαρτάται από το τι θα συμβεί με τις αποστολές πετρελαίου και αερίου από την περιοχή και την κλίμακα της μακροπρόθεσμης ζημιάς στις εγκαταστάσεις πετρελαίου και αερίου.
Η Capital Economics εξετάζει τρία σενάρια. Το πρώτο είναι μιας σύντομης, έντονης σύρραξης, που θα διαρκέσει περίπου δυο εβδομάδες. Η εκτίμηση είναι για απώλεια περίπου 1,4% των παγκόσμιων ετήσιων εξαγωγών πετρελαίου και παρόμοιο ποσοστό για τις εξαγωγές LNG.
Το δεύτερο είναι ένας πόλεμος που διαρκεί τρεις μήνες, αλλά με περιορισμένη μακροπρόθεσμη ζημιά στις εγκαταστάσεις. Οι εκτιμήσεις εδώ είναι για απώλεια 6% των παγκόσμιων εξαγωγών αργού και LNG το 2026.
Το τρίτο βλέπει επίσης έναν πόλεμο που θα διαρκέσει τρεις μήνες, αλλά με πιο μακροχρόνιες ζημιές στην δυναμικότητα, κυρίως στο Kharg Island του Ιράν. Η εκτίμηση εδώ είναι για απώλεια 8-9% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και LNG, με επίπτωση και το 2027.
Οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 150 δολάρια το βαρέλι και του αερίου στην ΕΕ (ανά μεγαβατώρα) θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 120 δολάρια. Σύμφωνα με την Capital Economics, το μόνο συγκρίσιμο σοκ στην παγκόσμια προμήθεια με αυτήν την τελευταία πιθανότητα, ήταν «από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα μέσα του 1980».
Ένα μακροχρόνιος και καταστροφικός πόλεμος θα είχε αξιοσημείωτες επιπτώσεις στα επίπεδα τιμών και στην οικονομική δραστηριότητα. Σε φτωχές χώρες, η επίπτωση θα ήταν σοβαρή. Στις χώρες της Δύσης, όπου η «οικονομική προσιτότητα» έχει γίνει πολιτικό θέμα, μια εκτίναξη στα κόστη ενέργειας θα ήταν αντιδημοφιλής.
Η ανάπτυξη οπωσδήποτε θα πιέζονταν. Αλλά, για λόγους που ο Paul Krugman αναλύει για τις ΗΠΑ, ακόμα και το χειρότερο σενάριο δεν θα ήταν τόσο οικονομικά βλαπτικό, όσο το σοκ των τελών της δεκαετίας του 1970.
Ένας λόγος είναι πως οι οικονομίες μας έχουν γίνει πολύ λιγότερης πετρελαϊκής έντασης έκτοτε. Όπως σημείωσε ο Martin Sandbu, η Ευρώπη έχει επίσης δείξει πως μπορεί να προσαρμοστεί πολύ καλύτερα στις υψηλότερες τιμές αερίου απ’ όσο φοβούνταν όταν άρχισε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Eνας άλλος λόγος είναι πως οι κεντρικές τράπεζες έχουν κάνει πολύ καλύτερη δουλειά για σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό από τότε που πήραν τα μαθήματα της δεκαετίας του 1970.
Ποια είναι τα στενότερα οικονομικά μαθήματα από αυτό το σοκ; Το πρώτο είναι πως χρειάζεται να μειώσουμε την ευπάθειά μας στα σοκ στη διαθεσιμότητα ορυκτών καυσίμων.
Για τις ΗΠΑ, η καθαρή επίπτωση των μεγάλων αυξήσεων στις τιμές ορυκτών καυσίμων στα συνολικά πραγματικά εισοδήματα είναι μετρίως θετική επειδή είναι ένας καθαρός εξαγωγέας, αν και οι επιπτώσεις στη διανομή είναι αρνητικές. Το αντίθετο όμως ισχύει για όλες σχεδόν τις άλλες βιομηχανικές χώρες. Η ανάγκη τους να επενδύσουν σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να μειώσουν την ευπάθεια, είναι σαφής.
Το δεύτερο είναι η ανάγκη οι κεντρικές τράπεζες να διασφαλίσουν πως οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό δεν θα γίνουν ασταθείς. Δυστυχώς, η εκτίναξη των τιμών μετά την Covid το καθιστά αυτό πιο πιθανό. Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να είναι έτοιμες να δράσουν ενάντια στις δευτερογενείς επιπτώσεις των μεγάλων αυξήσεων τιμών.
Το τελευταίο είναι πως η επιδότηση του κόστους ενέργειας κάθε φορά που οι τιμές αυξάνονται, δεν είναι οικονομικά βιώσιμο μέτρο. Η υποστήριξη θα πρέπει να πηγαίνει σε αυτούς που δέχονται το χειρότερο πλήγμα.
Το μεγαλύτερο μάθημα όλων, ωστόσο, είναι το πιο προφανές. Ναι, μια κατάπαυση πυρός νωρίς φαίνεται πιθανή, κάτι που θα περιόριζε τη ζημιά. Αλλά ένα τέτοιο αποτέλεσμα μόνο αναπόφευκτο δεν είναι. Έχουμε επανειλημμένως δει τις ΗΠΑ να ξεκινούν πολέμους από καπρίτσιο, αλλά να καταλήγουν σε μακροχρόνιες και τελικά τεράστιες καταστροφές.
Ο Harold Wilson κράτησε μακριά το Ηνωμένο Βασίλειο από την τραγωδία του Βιετνάμ. Δεδομένης του παρορμητικού τρόπου που ξεκίνησε αυτός ο πόλεμος ο Keir Starmer είχε δίκιο που επιχείρησε να κάνει το ίδιο.