Ο κόσμος ήδη δυσκολεύονταν να έχει πρόσβαση σε λιπάσματα λόγω κρατικών ελέγχων, σημειώνει ο Singh. Τώρα, καθώς σε τρεις μήνες ξεκινά η περίοδος σποράς του ρυζιού, ο πόλεμος απειλεί να καταπνίξει παντελώς τις προμήθειες ζωτικής σημασίας θρεπτικών συστατικών για τις καλλιέργειες. Εχουν ήδη ξεκινήσει εξάωρες έως οκτάωρες διακοπές ρεύματος στο χωριό του, που απέχει μιάμιση ώρα οδικώς από την πόλη Λουντχιάνα.
«Φοβόμαστε πως αν συνεχιστεί ο πόλεμος για πολύ, θα είναι δύσκολο για εμάς τους αγρότες και θα επηρεαστεί και η παραγωγή τροφίμων», λέει. «Δεν γνωρίζουμε ακόμα πόσο μεγάλη θα είναι η κρίση».
Περίπου 7.000 μίλια μακριά, στη Μινεσότα, ο Brandon Fronning είναι ένας από το κατ’ εκτίμηση 25% των αμερικανών αμερικανών που καθυστέρησαν την αγορά λιπασμάτων όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έπληξαν για πρώτη φορά το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.
«Ήλπιζα πως οι τιμές θα έπεφταν, οι πιστώσεις θα βελτιώνονταν» είπε ο Fronning. «Αλλά με αυτόν τον πρόσφατο πόλεμο, έχουν φύγει απ’ το παράθυρο. Είναι τρέλα. Όλες οι τιμές απλά εκτοξεύονται στα ύψη».
Καθώς σε τρεις με τέσσερις εβδομάδες αρχίζει η σπορά αραβόσιτων, αντιμετωπίζει τεράστιες απώλειες –εκτός αν καταφέρει να αγοράσει αρκετό λίπασμα. «Με το οικονομικό κλίμα που έχουμε τώρα, είναι δύσκολο να βρεις πίστωση, είναι δύσκολο να βρεις μετρητά».
Από τότε που το Ιράν έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, μια κρίσιμης σημασίας θαλάσσια διαδρομή μέσω του Περσικού Κόλπου, η προσοχή έχει επικεντρωθεί στους κινδύνους για τις ροές πετρελαίου.
Η απειλή για την ασφάλεια τροφίμων, ωστόσο, μπορεί να είναι εξίσου σοβαρός κίνδυνος. «Μπορείς να ζήσεις χωρίς το ψυγείο σου ή το αυτοκίνητό σου για λίγο διάστημα» λέει ο Michael Werz, senior fellow του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων. «Δεν μπορείς να ζήσεις αν δεν έχεις βασικά τρόφιμα».
Η επίπτωση στο παγκόσμιο διατροφικό σύστημα που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσε να είναι ακόμα μεγαλύτερη από την κρίση που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, σύμφωνα με ειδικούς.
Αυτό αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρή ανησυχία για τις φτωχότερες χώρες του κόσμου, αλλά όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο πιο σοβαρό θα γίνεται το διατροφικό σοκ και τόσο περισσότερος κόσμος θα επηρεάζεται.
Η αρχική διατάραξη πριν από τέσσερα χρόνια επικεντρώνονταν στις εξαγωγές σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα, και στη συνέχεια πέρασε στις αγορές ενέργειας και λιπασμάτων. Αυτή τη φορά πλήττει αρκετά σημεία του συστήματος ταυτόχρονα.
Ο Περσικός Κόλπος βρίσκεται στην καρδιά των παγκόσμιων αγορών λιπασμάτων. Η παραγωγή του έχει σταματήσει και οι αποστολές εμπορευμάτων έχουν διακοπεί, εμποδίζοντας τις προμήθειες και αυξάνοντας τις παγκόσμιες τιμές.
Πολλές άλλες χώρες επίσης εξαρτώνται από το αέριο της περιοχής για να κατασκευάσουν λιπάσματα. Οι υψηλότερες τιμές καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας ήδη ωθούν προς τα πάνω το κόστος της μεταφοράς, επεξεργασίας και μαγειρέματος του φαγητού.
Οι διαταράξεις ήδη έχουν επίπτωση. Σε όλη την Ασία και την Αφρική, οι αυξήσεις στα κόστη καυσίμων έχουν ωθήσει υψηλότερα τις τιμές των τροφίμων. Αφρικανικές χώρες όπως η Κένυα, η Σομαλία, η Τανζανία και το Σουδάν, που εξαρτώνται ιδιαιτέρως από τα λιπάσματα που μεταφέρονται δια θαλάσσης, ήδη υποφέρουν. Στη Σομαλία, οι τιμές των βασικών τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά περίπου ένα πέμπτο από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ.
Άλλες περιοχές προετοιμάζονται για ελλείψεις στις σοδειές τους αν ο πόλεμος συνεχιστεί. Χώρες της νότιας Ασίας, όπως η Ινδία, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές, βασίζονται στο αέριο που εισάγεται από τον Κόλπο για την παραγωγή των δικών τους θρεπτικών συστατικών για τις σοδειές.
Ακόμα και χώρες που είναι λιγότερο άμεσα εκτεθειμένες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, θα νοιώσουν τις επιπτώσεις μέσω των υψηλότερων τιμών. Η Stephanie Roth της εταιρείας οικονομικών συμβούλων Wolfe Research, εκτιμά πως, ακόμα και αν ο πόλεμος αποκλιμακωθεί εντός εβδομάδων, η διατάραξη στα λιπάσματα μόνο θα προκαλούσε τον πληθωρισμό τροφίμων των ΗΠΑ να αυξηθεί από το περίπου 2% στο 4% σε ετήσια βάση. Αν οι μάχες συνεχιστούν και το καλοκαίρι, όπως προειδοποιεί, η αύξηση θα μπορούσε να γίνει διψήφια.
Όλα αυτά παραπέμπουν σε ένα διατροφικό σοκ που μπορεί να εμφανιστεί πιο αργά απ’ ότι το 2022, αλλά αν ο πόλεμος συνεχίσει, θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρό, λένε οι αναλυτές.
«Ετοιμάζεται να είναι μια πολύ χειρότερη κατάσταση» λέει ο Chris Lawson της CRU, ενός ομίλου ερευνών και δεδομένων που επικεντρώνεται στα εμπορεύματα. «Το 2022 είχε να κάνει με τις κυρώσεις και τα logistics, βρέθηκαν λύσεις. Αυτή τη φορά είναι απλά ξεκάθαρος φυσικός περιορισμός».
Αυτό που θα είναι πρωτίστως οικονομικό πρόβλημα για ορισμένους, θα είναι υπαρξιακό για άλλους. Περίπου 45 εκατ. περισσότεροι άνθρωποι σε φτωχότερες χώρες θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν οξεία διατροφική ανασφάλεια μέχρι τον Ιούνιο, σύμφωνα με τον ΟΗΕ –πλέον των 318 εκατομμυρίων που ήδη είναι ανασφαλείς.
«Φαίνεται πως είναι ένας πολύ υποτιμημένος κίνδυνος» λέει η Roth. «Κανένας δεν φαίνεται να μιλάει πραγματικά γι’ αυτό επειδή είναι τόσο επικεντρωμένοι στην ενέργεια».
Οι κυβερνήσεις, όμως, αρχίζουν να προσέχουν. Από την Ινδία μέχρι την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, οι αγρότες είναι βασική πηγή ψηφοφόρων και οι τιμές των τροφίμων είναι ένα πολιτικό σημείο ανάφλεξης.
Στην Ινδία, «η κυβέρνηση ανησυχεί», λέει ο Ashok Gulati, αγροτοοικονομολόγος του Ινδικού Συμβουλίου Ερευνών για τις Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις. «Αν τα λιπάσματα βρίσκονται σε έλλειψη, μπορεί να υπάρξουν διαδηλώσεις αγροτών».
Στις ΗΠΑ η επίπτωση στις τιμές τροφίμων θα γίνει πολιτικό πρόβλημα μόλις «γίνει ορατό στα ράφια [των σούπερ μάρκετ]» λέει η Roth, σημειώνοντας πως η χώρα οδεύει προς ενδιάμεσες εκλογές τον Νοέμβριο.
«Γι’ αυτό ο [πρόεδρος των ΗΠΑ] Ντόναλντ Τραμπ είναι τόσο επικεντρωμένος στο πώς κινούνται οι αγορές… προσπαθεί με τα λόγια να κατεβάσει τις τιμές», είπε, αναφερόμενοι σε πρόσφατες ανακοινώσεις από τον Λευκό Οίκο για τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. «Αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με το να βρει μια πλήρη διέξοδο».
Από τη στιγμή που φυτεύεται μέχρι τη στιγμή που φτάνει στο πιάτο, κάθε κόκκος ρυζιού και κάθε καλαμπόκι απαιτεί ενέργεια. Το πετρέλαιο τροφοδοτεί τα τρακτέρ και τις θεριζοαλωτιστικές μηχανές, τα φορτηγά και τα πλοία, ενώ ο ηλεκτρισμός τροφοδοτεί τις ψυκτικές αλυσίδες, τα πλυντήρια και τα εργοστάσια επεξεργασίας.
«Σε κάθε αγορά πρέπει να φέρεις τρόφιμα από αγροτικές περιοχές σε πόλεις –συνήθως με πετρελαιοκίνητα φορτηγά» λέει ο Raj Patel, ακαδημαϊκός συστημάτων τροφίμων στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. «Όλα αυτά πληρώνονται από τον χονδρέμπορο και, τελικά, τον καταναλωτή».
Στο Μπαγκλαντές, στη βόρεια περιφέρεια της Ντινατζπούρ, οι ρυζοκαλλιεργητές λένε πως έχουν περάσει μέρες χωρίς αξιόπιστη πρόσβαση σε πετρέλαιο, το οποίο χρειάζονται για να λειτουργήσουν οι αντλίες άρδευσης και οι αλωνιστικές μηχανές.
Χωρίς αυτό, οι σοδειές κινδυνεύουν. «Ο ορυζώνας χρειάζεται νερό αυτή τη στιγμή. Λίγες ακόμα μέρες σαν και αυτή και η ζημιά θα είναι σοβαρή» λέει ο Nurol Uddin, αγρότης που είχε ταξιδέψει σε κοντινές πόλεις αναζητώντας καύσιμα, αλλά γύρισε με άδεια χέρια.
Τα υψηλότερα κόστη καυσίμων και μεταφορών επίσης οδηγούν υψηλότερα τις τιμές σε τοπικές αγορές σε όλη την Αφρική, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. «Τα τρόφιμα δεν έχουν εξαφανιστεί, είναι ακόμα εκεί» λέει ο David Laborde του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ. «Αλλά γίνεται πιο ακριβή η μεταφορά, η επεξεργασία και τελικά η πρόσβαση σε αυτά».
Το μεγαλύτερο πλήγμα στο παγκόσμιο σύστημα τροφίμων θα έρθει αργότερα, μέσω των αγορών λιπασμάτων. Η σύγχρονη γεωργία εξαρτάται από τρία βασικά θρεπτικά συστατικά: το άζωτο, τον φώσφορο και το κάλιο. Αζωτούχα λιπάσματα όπως η αμμωνία και η ουρία παράγονται από φυσικό αέριο. Ο φώσφορος εξαρτάται από το θείο, ένα υποπροϊόν της διύλισης πετρελαίου και αερίου που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή του φωσφορικού πετρώματος σε λίπασμα.
Σύμφωνα με το CRU, την εταιρεία συμβούλων εμπορευμάτων, το 43% του παγκόσμιου εμπορίου ουρίας κινδυνεύει λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Περίπου το 45% των παγκόσμιων εξαγωγών θείου –βασικού συστατικού για το φωσφορικά λιπάσματα – διακινείται μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Τα πλήγματα σε εγκαταστάσεις LNG ανάγκασαν την QatarEnergy να σταματήσει την παραγωγή σε μια από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις ουρίας, ενώ οι αποστολές ουρίας, αμμωνίας και θείου έχουν καθυστερήσει ή εκτραπεί, ωθώντας τους αγοραστές να αναζητήσουν εναλλακτικές.
«Έχουμε ένα συστημικό σοκ στον κόσμο των τροφίμων επειδή έχουμε δυο στα τρια θρεπτικά συστατικά που επηρεάζονται άμεσα, και υπάρχει μια τρίτη επίπτωση μέσω του φυσικού αερίου» λέει η Alzbeta Klein, επικεφαλής του Διεθνούς Συνδέσμου Λιπασμάτων.
Πέραν της επίπτωσης στις εξαγωγές από τον Περσικό Κόλπο, η παραγωγή λιπασμάτων εμποδίζεται και αλλού, καθώς οι χώρες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την εκτίναξη των τιμών αερίου και τις ελλείψεις.
Η Αλγερία έκοψε τις προμήθειες αερίου στις μονάδες λιπασμάτων κατά 50% αυτήν την εβδομάδα, σύμφωνα με τον σύνδεσμο λιπασμάτων, ενώ στην Ευρώπη τουλάχιστον μια μονάδα στη Σλοβακία έχει ήδη σταματήσει την παραγωγή.
Χώρες στη νότια Ασία που βασίζονται στο LNG από τον Περσικό Κόλπο επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος. Ενώ η Ινδία, ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές λιπάσματος στον κόσμο, εισάγει σχεδόν το ένα τρίτο των προμηθειών της και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον Περσικό Κόλπο, η εγχώρια παραγωγή της εξαρτάται από το εισαγόμενο LNG, το 40% περίπου του οποίου προέρχεται από το Κατάρ. Άλλα βασικά στοιχεία όπως τα φωσφορικά άλατα, η ποτάσσα και το θείο, επίσης προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό.
Καθώς η ινδική κυβέρνηση έχει βάλει δελτίο στο αέριο, οι προμήθειες στις μονάδες λιπασμάτων στη χώρα έχουν μειωθεί στο 70% των κανονικών επιπέδων.
Στο Μπαγκλαντές, οι ελλείψεις αερίου έχουν αναγκάσει το προσωρινό κλείσιμο τεσσάρων εκ των πέντε κρατικών μονάδων λιπασμάτων σε διάφορες χρονικές περιόδους τις τελευταίες εβδομάδες. Το Πακιστάν αντιμετωπίζει παρόμοιους περιορισμούς.
Θα υπάρξουν και άλλα κλεισίματα αν ο πόλεμος συνεχίσει πέραν του ενός μήνα, λέει η Klein, προειδοποιώντας πως τα όρια αποθήκευσης σημαίνουν πως οι παραγωγοί δεν μπορούν να συνεχίσουν για πολύ. «Τα λιπάσματα είναι τεράστιος όγκος –δεν μπορείς να τα βάλεις στην τσέπη σου… οι δυνατότητες αποθήκευσης είναι 10 με 30 ημέρες. Έχουν περάσει τρεισίμισυ εβδομάδες πολέμου. Μπορείτε να κάνετε τον λογαριασμό».
Η κλίμακα της επισιτιστικής κρίσης εξαρτάται από το αν ο πόλεμος και η διατάραξη που προκαλεί θα διαρκέσουν περισσότερες από μια σεζόν. Η αναταραχή πλήττει τους αγρότες στο βόρειο ημισφαίριο, όπου η φύτευση της εαρινής περιόδου βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, αλλά όσο περισσότερο συνεχίζει τόσο περισσότερο θα εξαπλώνεται στις νότιες περιοχές και τελικά στο παγκόσμιο σύστημα τροφίμων.
Ο Fronning, ο αγρότης από την Μινεσότα, εκτιμά πως μόνο ο λογαριασμός του για λιπάσματα θα είναι περίπου 35.000 δολάρια φέτος, αυξημένος κατά 10.000 δολάρια. Ενώ η αμερικανική κυβέρνηση πληρώνει επιδοτήσεις στους αγρότες για να τους βοηθήσει να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο κόστος εισροών, το ποσό που περιμένει να λάβει θα κάλυπτε ένα κλάσμα μόνο αυτού –«ίσως 5%», λέει.
Για αυτόν τον τρίτης γενιάς αγρότη, το ζήτημα δεν είναι απλώς το φετινό περιθώριο, αλλά το μέλλον της ίδιας της φάρμας του. «Πάντα ήταν στόχος μου να φτάσω το ορόσημο των 100 ετών για αυτή τη φάρμα» λέει. «Τώρα απλά δεν ξέρω αν αυτό είναι πλέον εφικτό».
Αγρότες στην Αυστραλία είναι μεταξύ των επόμενων στη σειρά που θα σπείρουν. Εκεί, οι τιμές της ουρίας από τη Μέση Ανατολή έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% τις τελευταίες εβδομάδες, σύμφωνα με τον Dennis Voznesenki, γεωργικό οικονομολόγο της Commonwealth Bank of Australia και συγγραφέα του War and Wheat.
«Οι πιο προετοιμασμένοι αγρότες με τους οποίους έχω μιλήσει είπαν πως πιθανότατα έχουν αρκετές προμήθειες μέχρι περίπου τον Ιούνιο», λέει. Αλλά προσθέτει πως οι αγρότες του λένε πως μόνο τα μισά λιπάσματα και καύσιμα που έχουν παραγγείλει έχουν παραδοθεί μέχρι στιγμής.
Στη συνέχεια, οι κίνδυνοι γίνονται ακόμα εντονότεροι. Στις χώρες της νότιας Ασίας όπως το Μπαγκλαντές, το Πακιστάν, η Σρι Λάνκα και η Ινδία, η κύρια εποχή σποράς ξεκινά με την έλευση των τυφώνων τον Ιούνιο –μια από τις περιόδους με την υψηλότερη χρήση λιπασμάτων στην παγκόσμια γεωργία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές από τον Περσικό Κόλπο.
«Αν δεν μπορέσουν να σπείρουν, χώρες όπως το Μπαγκλαντές, που κανονικά είναι αυτάρκεις σε ρύζι, θα αναγκαστούν να εισάγουν την ώρα που οι εξαγωγείς όπως η Ινδία επίσης πλήττονται», λέει ο Maximo Torero, επικεφαλής οικονομολόγος του FAO. «Τότε είναι που το κόστος των εισαγωγών εκτοξεύεται και αρχίζει η επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές».
Οι απειλές από την ενέργεια και τα λιπάσματα υλοποιούνται εν μέσω αυξανόμενα ασταθών καιρικών συνθηκών που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Οι προβλέψεις του FAO παραπέμπουν σε μια επιστροφή των συνθηκών El Nino αργότερα φέτος –μια αλλαγή που σχετίζεται με τις διαταραχές στις βροχοπτώσεις, την ξηρασία σε ορισμένες περιοχές και τις πλημμύρες σε άλλες.
Σε μια χρονιά ευνοϊκού καιρού, οι αγρότες μπορούν κάποιες φορές να αναπληρώνουν τη μειωμένη χρήση λιπασμάτων. Οι καλές βροχοπτώσεις και οι σταθερές θερμοκρασίες μπορούν να αντισταθμίσουν τις λιγότερες εισροές. Όταν όμως η χρήση λιπασμάτων περιορίζεται και οι καιρικές συνθήκες είναι επίσης δυσμενείς, οι επιπτώσεις αλληλοενισχύονται.
Αυτός ο συνδυασμός είναι ιδαίτερα σημαντικός για σοδειές που χρειάζονται μεγάλες εισροές όπως το ρύζι, όπου οι αποδώσεις είναι ευάλωτες τόσο στην εφαρμογή λιπασμάτων, όσο και στη διαθεσιμότητα νερού.
Η Ρωσία και η Ουκρανία είναι μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων σιτηρών του κόσμου, και όταν οι αποστολές διαταράχθηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας το 2022, οι τιμές εκτινάχθηκαν λόγω των προσδοκιών για μεγάλη πτώση στις προμήθειες. Ωστόσο, τα χειρότερα δεν υλοποιήθηκαν ποτέ πλήρως.
Η παραγωγή σιτηρών αποδείχθηκε προσαρμόσιμη, η παραγωγή αυξήθηκε αλλού, οι εμπορικές ροές αναδρομολογήθηκαν και οι κυρώσεις προσαρμόστηκαν για να μπορούν να συνεχίσουν να κινούνται τα λιπάσματα και τα τρόφιμα.
Σε αντίθεση με τα σιτηρά, ωστόσο, τα λιπάσματα δεν μπορεί απλά να παραχθούν αλλού. Το άζωτο εξαρτάται από το φυσικό αέριο, το φωσφορικό άλας εξαρτάται από πεπερασμένες ορυκτές εισροές, όπως το θείο. Η παραγωγή είναι στενά συνδεδεμένη με τη γεωγραφία και τις υποδομές, που είναι συγκεντρωμένα σε λίγες περιοχές και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το παγκόσμιο εμπόριο.
«Κάθε χώρα μπορεί λίγο πολύ να σπέρνει καλαμπόκι και σιτάρι, αλλά δεν μπορούν όλες οι χώρες να αρχίσουν να παράγουν ενέργεια, είτε δεν την έχουν ή χρειάζεται πέντε με δέκα χρόνια για να χτίσουν τις υποδομές», λέει ο Laborde του FAO.
Αν το αέριο δεν φτάσει στις μονάδες λιπασμάτων, ή αν δεν μπορούν να αποσταλούν τα θρεπτικά στοιχεία για τις σοδειές, τότε απλά οι αποδόσεις πέφτουν.
«Από την άποψη του αγρότη, δεν είναι σαν τα καύσιμα για ένα νοικοκυριό», λέει ο Voznesenski. «Αν το περιθώριο δεν υπάρχει, απλά δεν χρησιμοποιείς τόσο… και αυτό επηρεάζει άμεσα την απόδοσή σου».
Αυτή η προσαρμογή δεν έχει ακόμα αποτυπωθεί στις αγορές. Οι τιμές των σιτηρών δεν έχουν αυξηθεί παράλληλα με τις τιμές των λιπασμάτων, με αποτέλεσμα οι αγρότες να βρίσκονται εγκλωβισμένοι μεταξύ της εκτίναξης του κόστους εισροών και των χαμηλών εσόδων από τις σοδειές. Αλλά αυτή η απόκλιση δεν θα διαρκέσει πέραν της επόμενης συγκομιδής, σύμφωνα με τους αναλυτές.
Έρευνα της οποίας ηγείται ο Petera Alexander του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, βρήκε πως αν οι τιμές των λιπασμάτων αυξηθούν από περίπου 300-350 δολάρια ο τόνος σε περίπου 900-1.000 δολάρια ο τόνος και παραμείνουν αυξημένες, τότε οι παγκόσμιες τιμές τροφίμων θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 60% μέχρι 100%, ωθώντας έως και 100 εκατ. επιπλέον ανθρώπους στον υποσιτισμό –μια πολύ μεγαλύτερη επίπτωση από τις διαταραχές στο εμπόριο σιτηρών.
Για να περιοριστούν οι επιπτώσεις θα χρειαστεί οι κυβερνήσεις να δράσουν γρήγορα και με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στις προηγούμενες κρίσεις, λένε οι αναλυτές.
Υπάρχει η επιχειρηματολογία πως τα λιπάσματα θα πρέπει να αναγνωριστούν ως στρατηγικός πόρος, όπως η ενέργεια, όχι απλώς ως ένα ακόμα βιομηχανικό εμπόρευμα. Αυτό θα σήμαινε δημιουργία αποθεμάτων, διασφάλιση των αλυσίδων προμήθειας και διασφάλιση της πρόσβασης σε περιόδους κρίσης.
Η συνέχιση της ροής του εμπορίου θα μπορούσε να είναι εξίσου κρίσιμη. Οι αγορές λιπασμάτων και τροφίμων είναι βαθύτατα διασυνδεδεμένες, και οι διαταραχές σε μια περιοχή γρήγορα έχουν αντίκτυπο σε όλον τον κόσμο.
Αλλά καθώς τα υψηλότερα κόστη λιπασμάτων και ενέργειας μετακυλίονται, θα αυξηθούν οι τιμές των τροφίμων, ανεβάζοντας τον πληθωρισμό και περιπλέκοντας τις προσπάθειες των κεντρικών τραπεζών θέσουν υπό έλεγχο τις πιέσεις στις τιμές.
Αυτό ενέχει πολιτικό κίνδυνο. Στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, όπου τα κόστη διαβίωσης παραμένουν καθοριστικό ζήτημα, μια ακόμα αύξηση στις τιμές των τροφίμων θα έρχονται σε ένα ήδη εύθραυστο περιβάλλον εν όψει σημαντικών εκλογικών αναμετρήσεων.
Στις αναδυόμενες οικονομίες, το στοίχημα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Οι απότομες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων έχουν προκαλέσει επανειλημμένως αναταραχές, από την Αραβική Άνοιξη του 2011 μέχρι τις πρόσφατες διαδηλώσεις των αγροτών στην Ινδία, όπου τα κόστη των λιπασμάτων ελέγχονται αυστηρά ακριβώς για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα.
Οι κυβερνητικές αντιδράσεις για τον περιορισμό των εγχώριων επιπτώσεων θα μπορούσαν να επιδεινώσουν το παγκόσμιο σοκ, λέει ο Laborde του FAO. Η Κίνα έχει ήδη περιορίσει τις εξαγωγές λιπασμάτων για να προστατεύσει την εγχώρια αγορά της, ενώ η Ρωσία έχει δώσει σήμα για περιορισμούς στις αποστολές ώστε να μπαίνουν σε προτεραιότητα οι δικοί της αγρότες. Η Ινδία είχε προηγουμένως επιβάλλει περιορισμούς στις εξαγωγές ρυζιού για να περιορίσει τον πληθωρισμό, κάτι που θα μπορούσε να ξανακάνει εάν οι πιέσεις ενταθούν.
«Κάθε χώρα θα σκεφτεί πρώτ’ απ΄ όλα την ευημερία του δικού της λαού» σημειώνει ο Laborde. «Αλλά αν όλοι είναι εγωιστές… οι πλουσιότεροι θα αγοράσουν περισσότερα και οι φτωχοί δεν θα πάρουν τίποτα».