Την περασμένη εβδομάδα, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο σερ Κιρ Στάρμερ παρέθεσαν μεγάλες ομιλίες προς το έθνος. Η προσπάθεια του Τραμπ μου θύμισε την ετυμηγορία του Μακμπέθ για τη ζωή: «ένα παραμύθι που λέει ένας ηλίθιος, γεμάτο ήχο και οργή/που δεν σημαίνει τίποτα».
Του Στάρμερ έδινε περισσότερο την αίσθηση ενός παραμυθιού που λέει ένας δικηγόρος, στερούμενου δράματος ή ζωηρότητας –αλλά σιωπηρά σημαντικού.
Το διάγγελμα του πρωθυπουργού ήταν η πιο φιλοευρωπαϊκή ομιλία που έχει παραθέσει από τότε που κέρδισε την εξουσία. Ο Στάρμερ μίλησε για την ανάγκη να είμαστε πιο θαρραλέοι στην οικοδόμηση συνεργασίας με την ΕΕ «για τον επικίνδυνο κόσμο στον οποίο πρέπει να πλοηγηθούμε μαζί».
Υπάρχει ένα φιλόδοξο όραμα πίσω από αυτά τα λόγια. Οι ιστορικοί του μέλλοντος μπορεί να ανατρέξουν στην ομιλία του ως ενός σημαντικού βήματος στον μακρύ και δύσκολο δρόμο που τελικά θα οδηγήσει τη Βρετανία πίσω στην ΕΕ.
Ο Τραμπ έχει κάνει πολλά για να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να έρθει πιο κοντά η Βρετανία στην ΕΕ. Η αλλοπρόσαλλη και κακοποιητική συμπεριφορά του προέδρου των ΗΠΑ προς το Ηνωμένο Βασίλειο –επιβάλλοντας δασμούς, προσβάλλοντας τις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις, φλερτάροντας με τη Ρωσία- έχει αποξενώσει τον βρετανικό λαό και ξυπνήσει την κυβερνώσα τάξη της χώρας.
Δημοσκόπηση του YouGov την περασμένη εβδομάδα έδειξε πως μόλις το 14% του βρετανικού λαού εξακολουθεί να πιστεύει πως η Βρετανία και οι ΗΠΑ έχουν «ειδική σχέση» και μόνο το 18% ήθελε να είναι πιο κοντά στην Αμερική. Αντιθέτως, το 57% ήθελε να είναι πιο κοντά στην ΕΕ.
Τα οικονομικά, γεωπολιτικά και η εσωτερική πολιτική, όλα δείχνουν στρέφουν την κυβέρνηση Στάρμερ προς τις Βρυξέλλες και την απομακρύνουν από την Ουάσιγκτον.
Στην ομιλία του, ο πρωθυπουργός παραδέχθηκε ανοιχτά πως «το Brexit έκανε βαθιά ζημιά στην οικονομία μας». Το μη κομματικό Εθνικό Γραφείο Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ εκτίμησε πρόσφατα πως κόστισε σωρευτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο έως και 8% του ΑΕΠ. Οι υποστηρικτές του Brexit αμφισβητούν αυτά τα στοιχεία. Αλλά χάνουν τον διαξιφισμό με τον βρετανικό λαό. Μια μεγάλη πλειοψηφία πιστεύει τώρα πως ήταν λάθος να φύγουν από την ΕΕ.
Παρά την θερμότερη ρητορική του προς την ΕΕ, η επίσημη θέση του Στάρμερ παραμένει επιφυλακτική. Έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο επανένταξης στην τελωνειακή ένωση ή στην ενιαία αγορά –πόσο μάλλον την ίδια την ΕΕ.
Ορισμένοι συνάδελφοί του τάσσονται δημοσίως υπέρ της τελωνειακής ένωσης. Κατ’ ιδίαν όμως, ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης παραδέχονται πως μια τελωνειακή ένωση από μόνη της δεν θα παρείχε σημαντικό όφελος στην οικονομία. Πιστεύουν πως ο απώτερος στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση του εμπορίου και των επενδύσεων που θα συνοδεύουν την επανένταξη στην ενιαία αγορά της ΕΕ –και τελικά στην ίδια την ΕΕ.
Η στρατηγική επιχειρηματολογία υπέρ της σύσφιξης των σχέσεων με την ΕΕ επίσης δυναμώνει μέρα με τη μέρα. Η Ρωσία συνεχίζει τον αιματηρό της πόλεμο στην Ουκρανία. Αλλά ο Τραμπ μιλά ανοικτά για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ και έχει δυσφημίσει τους Ευρωπαίους συμμάχους του, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, χαρακτηρίζοντάς τους «δειλούς».
Οι Βρετανοί γνωρίζουν πως –αν και όταν η Αμερική απομακρυνθεί από την Ευρώπη- μόνο μια συλλογική ευρωπαϊκή προσπάθεια μπορεί να συνεχίσει να αποτρέπει τη Ρωσία. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα βασίζονταν βαριά στον αριθμό των στρατιωτών και τις κατασκευαστικές δυνατότητες ευρωπαϊκών χωρών όπως η Φινλανδία, η Πολωνία, η Γερμανία και η Γαλλία. Και οι Ευρωπαίοι επίσης θα κοιτάξουν προς τη Βρετανία.
Οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται σε ανησυχητικά φθαρμένη κατάσταση. Αλλά η Βρετανία εξακολουθεί να έχει βιομηχανικές και στρατιωτικές δυνατότητες που είναι ζωτικής σημασίας για τη συλλογική ευρωπαϊκή άμυνα.
Είναι απολύτως πιθανό η Βρετανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες να συνεργαστούν για την ασφάλεια εκτός πλαισίου της ΕΕ. Αλλά αν το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μέλος της ΕΕ αυτό θα διευκόλυνε την κατάσταση –και θα επέτρεπε στη Βρετανία να έχει πρόσβαση σε δισεκατομμύρια ευρώ που η ΕΕ κινητοποιεί για να δαπανηθούν στην άμυνα.
Μέχρι πρόσφατα, ο Στάρμερ ήταν εξαιρετικά επιφυλακτικός ως προς το να επιχειρηματολογήσει υπέρ της Ευρώπης, φοβούμενος μήπως αποξενώσει τους ψηφοφόρους που τάσσονταν υπέρ του Brexit στον «κόκκινο τοίχο» των πρώην προπυργίων των Εργατικών.
Αλλά η εσωτερική πολιτική έχει αλλάξει από τις εκλογές. Οι Εργατικοί βρίσκονται τώρα πίσω από το Reform στις δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, το Reform και ο ηγέτης του, Νάιτζελ Φάρατζ, σχετίζονται στενά με δυο πράγματα που είναι όλο και πιο αντιδημοφιλή στο Ηνωμένο Βασίλειο –την κυβέρνηση Τραμπ και το Brexit. Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, θα είχε προφανώς λογική οι Εργατικοί να κρεμάσουν και τα δυο στον λαιμό του Φάρατζ.
Αν ο Στάρμερ είναι πράγματι θαρραλέος, θα πάει στις επόμενες εκλογές τασσόμενος όχι μόνο υπέρ μιας στενότερης συνεργασίας με την Ευρώπη, αλλά και της επανένταξης στην ΕΕ. Αυτό θα έδινε στους Εργατικούς κάτι που αυτή τη στιγμή τους λείπει –μια τολμηρή και θετική ατζέντα για το μέλλον. Η επανένταξη στην ΕΕ ήδη έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας στη Βρετανία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους νεαρούς ψηφοφόρους που οι Εργατικοί χάνουν έναντι των Πρασίνων.
Βέβαια, στην πραγματικότητα, η επανένταξη δεν θα είναι απλό ζήτημα. Η Βρετανία πιθανόν θα πρέπει να δεσμευτεί για ένταξη στο ευρώ και δεν θα ανακτήσει τις δημοσιονομικές ευελιξίες που είχε διαπραγματευτεί αρχικά η Μάργκαρετ Θάτσερ. Ο αρχικός ενθουσιασμός της κοινής γνώμης για επανένταξη στην ΕΕ γρήγορα θα διαβρώνονταν όταν θα έρχονταν αντιμέτωπη με αυτές τις πραγματικότητες.
Η ΕΕ επίσης δικαίως θα δίσταζε ακόμα και να ξεκινήσει τη διαδικασία διαπραγμάτευσης επανένταξης της Βρετανίας, μέχρις ότου αυτό να υποστηριχθεί από μια ξεκάθαρη εθνική συναίνεση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχοντας βιώσει το Brexit μία φορά, η διάθεση σε Βρυξέλλες, Βερολίνο και Παρίσι να επαναληφθεί το ίδιο εγχείρημα είναι μηδενική.
Για τον λόγο αυτό, ορθώς πράττει ο Στάρμερ αντιμετωπίζοντας το ζήτημα, προς το παρόν, ως μια διαδικασία βήμα-βήμα. Η εμπιστοσύνη πρέπει να αποκατασταθεί και στις δύο πλευρές της Μάγχης, ενώ απαιτούνται χειροπιαστά οφέλη που θα δικαιολογούν την περαιτέρω πρόοδο.
Αλλά η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει «με το πάσο της». Οι εξελίξεις τρέχουν. Ούτε η Βρετανία, ούτε η Ευρώπη έχουν δεκαετίες στη διάθεσή τους για να διορθώσουν την κατάσταση.