Εξι μαθήματα από τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις της ιστορίας

Από τους Βαβυλώνιους που έσπαζαν τις πλάκες και αθετούσαν πληρωμές χρέους και τις αμερικανικές τράπεζες-αγριόγατες έως την κρίση των ενυπόθηκων δανείων. Διδάγματα από το παρελθόν με σημασία.

Δημοσιεύθηκε: 25 Απριλίου 2026 - 08:38

Load more
Κλείστε τα μάτια σας και φανταστείτε το εξής: το χρέος εκτινάσσεται ακόμα υψηλότερα, οι λαϊκιστικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας αυξάνονται και ο νέος ηγέτης φοβάται μια πολιτική εξέγερση. Έτσι προχωράει σε ένα ριζοσπαστικό βήμα: διαγράφει όλα τα καταναλωτικά δάνεια για να επανεκκινήσει την οικονομία και να αναζωογονήσει την κοινωνία.

Είναι αυτή μια περιγραφή του μέλλοντος της Αμερικής, της Ευρώπης ή της Ιαπωνίας; Ίσως νομίσετε κάτι τέτοιο, δεδομένων των ταχύτατα αυξανόμενων κρατικών χρεών, του εύθραυστου πολιτικού κλίματος και της ισχνής οικονομικής ανάπτυξης.

Oι εγκεκριμένες από το κράτος περίοδοι διαγραφής χρεών ήταν στην πραγματικότητα η προτιμώμενη κοινωνικοοικονομική βαλβίδα ασφαλείας της αρχαίας Βαβυλώνας.

Αν και η Βαβυλώνα δεν είχε χρήματα -τουλάχιστον υπό την έννοια που γνωρίζουμε σήμερα- είχε ένα περίπλοκο οικοσύστημα πιστώσεων μεταξύ εμπόρων, χωρικών και της άρχουσας οικογένειας, που καταγράφονταν σε πήλινες πλάκες. Κάθε λίγες δεκαετίες, αυτά τα αυξανόμενα χρέη απειλούσαν να προκαλέσουν πολιτική έκρηξη.

Ετσι, οι αρχαίοι Μεσοποτάμιοι ηγέτες «θα κήρυτταν μια απαλλαγή χρέους», λέει Αμερικανίδα ιστορικός Amanda Podany. «[Κυριολεκτικά] έσπαζαν τις πήλινες πλάκες» -δηλαδή, προχωρούσαν συμβολικά σε άφεση χρέους.

Πολύ πριν τα σύγχρονα οικονομικά, ηγέτες όπως ο Χαμουραμπί στην αρχαία Μεσοποταμία αντιμετώπιζαν ένα πολιτικό πρόβλημα που εξακολουθεί να στοιχειώνει τις οικονομίες μας σήμερα: όταν τα χρέη του λαού αυξάνονται ταχύτερα από την ικανότητά του να τα αποπληρώσει, τότε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα μπορεί να αρχίσει να ραγίζει.

Ο Χαμουραμπί υιοθέτησε μια ριζοσπαστική λύση: ακύρωνε τελείως τα χρέη. H Amanda Podany, ομότιμη καθηγήτρια ιστορίας στο Κρατικό Πολυτεχνικό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στην Πομόνα, και ερευνήτρια που συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, λέει στους οικοδεσπότες του «The Story of Money», την αρθρογράφο των FT Gillian Tett και τον συντάκτη του FT Alphaville Robin Wigglesworth, τι λένε αυτοί οι ιωβηλαίοι του χρέους για το πώς λειτουργούσε η οικονομία της αρχαίας Μεσοποταμείας και τι μπορούν να μας διδάξουν για το χρέος σήμερα.

Οι δημοσιονομικές πιέσεις συνεχίζουν να ταλανίζουν τον κόσμο σήμερα, μαζί με το διαρκώς μεταβαλλόμενο μείγμα άλλων δεινών. Την περασμένη εβδομάδα, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα πραγματοποίησαν τις ετήσιες εαρινές συνεδριάσεις τους σε μια ασυνήθιστα ζεστή για την εποχή Ουάσινγκτον, οι οποίες ήταν γεμάτες οικονομικές προβλέψεις.

Σε αυτές περιλαμβάνονται η πρόβλεψη πως ο λόγος του παγκόσμιου δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ θα εκτιναχθεί στο 100% το 2029, από λιγότερο από 80% που ήταν το 2015 – και είναι ήδη 235% εάν συμπεριλάβετε το χρέος του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό είναι ανησυχητικό δεδομένου του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της αναταραχής στις αγορές ενέργειας, τη διατάραξη που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη και την αναταραχή στον σκιώδη κλάδο των ιδιωτικών πιστώσεων.

Λίγο πριν τη συνεδρίαση, ο Ray Dalio, ιδρυτής του hedge fund Bridgewater, προειδοποίησε πως οι δημοσιονομικές πιέσεις τροφοδοτούν τις γεωπολιτικές συρράξεις, και αντίστροφα και -όπως έχει υποστηρίξει και προηγουμένως- προκαλούν έναν οιονεί «εμφύλιο πόλεμο» στην Αμερική.

«Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει άλλο ένα δύσκολο τεστ», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Pierre-Olivier Gourinchas, παρουσιάζοντας τις τελευταίες προβλέψεις του ΔΝΤ. «Τα πτωτικά ρίσκα είναι ξεκάθαρα πολύ αυξημένα».

Την ώρα που χρηματοδότες και οικονομικοί μανδαρίνοι βλέπουν το μέλλον, κάποιοι δεν προσέχουν μια άλλη πηγή πληροφόρησης -αν όχι πολιτικής έμπνευσης: την ιστορία. Ενώ είναι εύκολο να υποθέσουμε πως ζούμε σε μια μοναδική στιγμή στην ανθρώπινη εξέλιξη, πολλές από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα έχουν απίστευτες ομοιότητες με το παρελθόν.

«Εξακολουθούμε να αναλύουμε την αποσύνθεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Κινεζικής Αυτοκρατορίας, και των αποτυχιών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που οδήγησε στη Ναζιστική Γερμανία», σημείωσε ο Jamie Dimon, CEO και πρόεδρος της JPMorgan, στην ετήσια επιστολή του στις αρχές του μήνα.

«Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλες τάσεις που θα πρέπει να μελετήσουμε -είναι σαν κινούμενες τεκτονικές πλάκες που μπορούν να καθορίσουν τη μελλοντιη πορεία της ιστορίας».

Ο οικονομολόγος John Kenneth Galbraith αστειεύτηκε κάποτε πως «ελάχιστοι είναι οι τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας όπου η ιστορία έχει τόσο μικρή σημασία, όσο στον κόσμο των χρηματοοικονομικών».

Σε μια προσπάθεια να καλύψουμε αυτό το έλλειμμα, οι FT λανσάρουν ένα podcast για την ιστορία των χρηματοοικονομικών. Τα ακόλουθα έξι μαθήματα από το παρελθόν παραμένουν επίκαιρα σήμερα.

Τα ασφαλή περιουσιακά στοιχεία συχνά είναι τα πιο επικίνδυνα

Σε κανέναν επενδυτή δεν αρέσει να χάνει χρήματα στο χρηματιστήριο ή στα junk bonds. Αλλά κανένας δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται πως κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ακόμα και τα μεγάλα κραχ από μόνα τους σπανίως αρκούν για να προκαλέσουν σημαντικά οικονομικά προβλήματα.

Για παράδειγμα, το κραχ της Μαύρης Δευτέρας του 1987 είχε αμελητέα οικονομική επίπτωση. Ο S&P 500 έχασε σχεδόν το ήμισυ της αξίας του όταν έσκασε η φούσκα των dotcom στις αρχές του 2000, αλλά αυτό προκάλεσε απλώς μια ήπια ύφεση.

Ωστόσο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα τείνει να καταρρέει όταν οι τίτλοι που οι επενδυτές υπέθεταν πως είναι «βράχοι» αποδεικνύονται πως είναι κάθε άλλο παρά «βράχοι».

Ένα από τα πιο πρώιμα παραδείγματα είναι η λεγόμενη «Χρεοκοπία της Τριάδας» του 1557, όταν η Γαλλία, η Ισπανία και η Ολλανδία αθέτησαν τα χρέη τους και «ταρακούνησαν συθέμελα την οικονομία και το εμπόριο της Ευρώπης», σύμφωνα με μια ύστερη αναφορά.

Πιο πρόσφατα, ήταν πρωτίστως οι φόβοι για την ασφάλεια ακόμα και των κορυφαίας βαθμολογίας στεγαστικών ομολόγων των ΗΠΑ που πυροδότησαν την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2007-2008, παρά το ότι οι πραγματικές απώλειες τελικά αποδείχθηκε πως ήταν λελογισμένα μέτριες.

Σήμερα τα treasuries των ΗΠΑ λειτουργούν ως το «μηδενικού κινδύνου» παγκόσμιο περιουσιακό στοιχείο, στηρίζοντας όχι μόνο τον προϋπολογισμό της αμερικανικής κυβέρνησης, αλλά και ολόκληρο το βασισμένο στο δολάριο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις παγκόσμιες τράπεζες. Η ιστορία δείχνει πως η ζημιά θα μπορούσε να είναι τεράστια αν αμφισβητηθεί σοβαρά αυτή η ασφάλεια.

Ο Mark Twain παρατήρησε πως «δεν είναι αυτό που δεν ξέρεις που σε βάζει σε μπελάδες. Είναι αυτό που γνωρίζεις στα σίγουρα πως δεν είναι έτσι». Τα χρηματοοικονομικά είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα αυτής της κοινοτοπίας.

Οι φούσκες μπορούν να είναι θετικές

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα από τα πιο «καυτά» θέματα στη χρηματοοικονομική σήμερα, με τους αναλυτές της JPMorgan να αποκαλούν την επενδυτική σπατάλη πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε data centers και παραγωγή ενέργειας για τη λειτουργία τους ως «ένα έκτακτο και συνεχιζόμενο γεγονός των κεφαλαιαγορών».

Ωστόσο, ακόμα και τα 5 τρισ. δολάρια που εκτιμά η JPMorgan ότι θα μπορούσαν να δαπανηθούν για την ΤΝ και την σχετιζόμενη με την ΤΝ υποδομή μέχρι το 2030, ωχριούν μπροστά στη μεγαλύτερη επενδυτική έκρηξη στην ιστορία: τον σιδηρόδρομο.

Η κατασκευή την οποία ο Στρατηγός William T Sherman αποκάλεσε «το έργο γιγάντων» αφορούσε πελώριες κεφαλαιακές δαπάνες που χρηματοδοτούνταν κυρίως από ομόλογα.

Μέχρι το 1890 οι σιδηροδρομικές εταιρείες στις ΗΠΑ μόνο είχαν εκδώσει ομόλογα αξίας περίπου 5 δισ. δολαρίων. Το ποσό αυτό, προσαρμοσμένο για τον πληθωρισμό, αντιστοιχεί σε περίπου 180 δισ. σημερινά χρήματα.

Ωστόσο, αυτό υποτιμά την τεράστια κλίμακα του εγχειρήματος, επειδή η αμερικανική οικονομία ήταν πολύ μικρότερη τότε. Το 1890, τα 5 δισ. δολάρια ήταν σχεδόν το ένα τρίτο του ΑΕΠ της Αμερικής, άρα η επενδυτική φρενίτιδα θα μπορούσαμε να πούμε πως ισοδυναμούσε με δαπάνες άνω των 10 τρισ. δολαρίων σήμερα.

Είχε επίσης ως αποτέλεσμα ένα επικών διαστάσεων κραχ, που καθόρισε γενιές. Το 1873 η Jay Cooke & Co, η βασική επενδυτική τράπεζα την οποία διαχειρίζονταν οι κυρίαρχος χρηματοδότης της Αμερικής την εποχή εκείνη, κατέρρευσε ξαφνικά υπό το βάρος των απούλητων ομολόγων σιδηροδρόμων.

Αυτό προκάλεσε μια γιγαντιαία χρηματοπιστωτική κρίση και έφερε αυτό που για καιρό ήταν γνωστό ως Μεγάλη Ύφεση, μέχρι την ακόμα μεγαλύτερη Ύφεση της δεκαετίας του 1930.

Όπως σημείωνε ο Karl Marx με ικανοποίησε σε επιστολή του λίγα χρόνια αργότερα: «στην πραγματικότητα, οι σιδηρόδρομοι διατηρούν μια επίφαση ευημερίας, συσσωρεύοντας χρέη και αυξάνοντας μέρα με τη μέρα τον κεφαλαιακό τους λογαριασμό».

Ωστόσο, η έκρηξη των σιδηροδρόμων μεταμόρφωσε την Αμερική, συνδέοντας στενότερα τις πολιτείες και μετατρέποντας τη χώρα σε μια ασυναγώνιστη βιομηχανική δύναμη. Πολλοί επενδυτές έχασαν τα πάντα, αλλά η υποδομή την οποία χρηματοδότησαν και πάλι αποδείχθηκε ένα τεράστιο δώρο που καθόρισε τον αιώνα.

«Δημιούργησαν νεωτερισμό τόσο με την αποτυχία τους όσο και με την επιτυχία τους», σύμφωνα με τον ιστορικό Richard White.

Θα ακολουθήσει παρόμοια τροχιά η ΤΝ; Θα έχει τόση διάρκεια όσο οι σιδηροδρομικές γραμμές η υποδομή της; Δεν είναι σαφές. Αλλά οι παραλληλισμοί είναι εντυπωσιακοί.

Η μόχλευση είναι θανάσιμη

Το προφανές μάθημα σχεδόν κάθε μεγάλης οικονομικής καταστροφής αξίζει να επαναληφθεί. Η μόχλευση -είτε υπό τη μορφή συμβατικού χρέους από μια τράπεζα, ενός δανείου περιθωρίου από μια χρηματιστηριακή ή των περίπλοκων εργαλείων που προσφέρονται μέσω των παραγώγων συμβολαίων -είναι αυτό που μπορεί να μεταμορφώσει μια φωτιά σε κόλαση. Ωστόσο, η πηγή και η φύση της αλλάζουν συνεχώς.

Όλο και περισσότερο, μια από τις βασικές πηγές μόχλευσης είναι η λεγόμενη αγορά συμφωνιών επαναγοράς, ή repo.

Όπως υποδηλώνει και η ονομασία, η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την πώληση και την επαναγορά χρηματοοικονομικών τίτλων με μια μικρή προσαύξηση, όπου το καταβαλλόμενο επιπλέον ποσό (premium) λειτουργεί ως ένα είδος επιτοκίου για ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο.

Φανταστείτε να πουλάτε ομόλογα αξίας 10 εκατ. δολαρίων έναντι μετρητών, με τη συμφωνία να τα αγοράσετε πίσω για 10,1 εκατ. δολάρια την επόμενη εβδομάδα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ένα εβδομαδιαίο εξασφαλισμένο δάνειο 10 εκατ. δολαρίων με κόστος 100.000 δολάρια.

Τα ομόλογα, οι μετοχές το real estate και άλλα περιουσιακά στοιχεία λειτουργούν ως εγγύηση δανείων όσο υπάρχει η χρηματοοικονομική. Τα ομόλογα εφευρέθηκαν στη Βενετία του 12ου αιώνα για να χρηματοδοτήσουν πολέμους, και χρησιμοποιήθηκαν ως εγγύηση για δάνεια μετά από αυτό.

Η σύγχρονη αγορά repo, όμως, εμφανίστηκε πριν από λιγότερο από έναν αιώνα, όταν ξεκίνησε από τη νέα Federal Reserve ως τρόπος για να διευκολυνθούν οι τραπεζικές αγορές των αμερικανικών κρατικών ομολόγων που πωλούνταν για να χρηματοδοτηθεί η είσοδος της Αμερικής στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έκτοτε, η αγορά repo έχει αποκτήσει τεράστια σημασία και έχει προκαλέσει ποικίλες μίνι κρίσεις και καταστροφές στην πορεία, από την κατάρρευση της Drysdale Securities το 1982 μέχρι την κατάρρευση του hedge fund LTCM το 1998. Στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, το πάγωμα της αγοράς repo ήταν αυτό που «σκότωσε» τόσο την Bear Stearns, όσο και την Lehman Brothers.

Ωστόσο, τα repo συνεχίζουν να αναπτύσσονται έκτοτε. Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ υπολογίζει πως η μόνο η αμερικανική αγορά είναι τώρα σχεδόν 13 τρισ. δολάρια, και ο εμπορικός φορέας International Capital Markets Association εκτίμησε πρόσφατα πως η ευρωπαϊκή αγορά repo βρίσκεται σχεδόν στα 14 τρισ. ευρώ.

Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει μερικές διπλοεγγραφές, δεδομένου ότι τα repo αποτελούν αναμφίβολα την πιο αδιαφανή και χωρίς σύνορα πτυχή των χρηματοοικονομικών. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι η συγκεκριμένη αγορά αποτελεί πυλώνα του παγκόσμιου συστήματος. Δυστυχώς, η ιστορία δείχνει ότι ο δανεισμός μέσω repo μπορεί να ενθαρρύνει την ανοησία και να προκαλέσει ισχυρές πιέσεις κάθε φορά που συρρικνώνεται απότομα

H περιπλοκότητα είναι επικίνδυνη

Όταν το supertanker Exxon Valdez προσάραξε με αποτέλεσμα να διαρρεύσουν 11 εκατ. γαλόνια αργού πετρελαίου στις ακτές της Αλάσκας το 1989, βοήθησε άθελά του να «ξεγεννηθούν» τα πιστωτικά παράγωγα.

Η JPMorgan ήταν υπόλογη για μια πιστωτική γραμμή πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, την οποία η ExxonMobil εκταμίευσε για να πληρώσει τον επακόλουθο καθαρισμό και τα πρόστιμα. Νιώθοντας άβολα με μια τόσο μεγάλη έκθεση σε έναν μόνο πελάτη, και πιεσμένη από τα κεφάλαια που έπρεπε να δεσμεύσει εξαιτίας αυτού, η τράπεζα ζήτησε από τους «μάγους» των παραγώγων της να βρουν μια λύση.

Ανταποκρίθηκαν δημιουργώντας ένα εργαλείο – τα credit-default swaps (CDS)- που παρείχαν ασφάλεια έναντι «κόκκινων» δανείων, που θα μπορούσαν και αυτά δυνητικά να γίνουν εμπορεύσιμα.

Αυτό είχε μεγάλα οφέλη. Αλλά τα CDS «γέννησαν» αργότερα τις εξαιρετικά περίπλοκες συνθετικές «εγγυημένες δανειακές υποχρεώσεις» (collateralised debt obligations, CDO), οι οποίες κατέρρευσαν με πάταγο το 2008.

Και η εφευρετικότητα εκείνων των τραπεζικών στελεχών της JPMorgan στον τομέα των παραγώγων ενέπνευσε επίσης ένα άλλο σύγχρονο φαινόμενο που αρχίζει να ανησυχεί ορισμένες ρυθμιστικές αρχές: τις λεγόμενες «συνθετικές μεταφορές κινδύνου» (synthetic risk transfers, SRT).

Οι SRT είναι συναλλαγές μέσω των οποίων οι τράπεζες αγοράζουν ασφάλιση από επενδυτές έναντι πιθανών «κόκκινων» δανείων, και ως εκ τούτου τους επιτρέπεται να διακρατούν λιγότερα κεφάλαια ως «μαξιλάρι» έναντι ζημιών.

Πρόκειται πλέον για μια ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά, με δάνεια ύψους περίπου 750 δισ. ευρώ να είναι ασφαλισμένα σε ΗΠΑ, Καναδά και Ευρώπη, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, γνωστή από καιρό ως η «κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών».

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι πολλές ρυθμιστικές αρχές τις εγκρίνουν με επιφυλακτικότητα, η BIS προειδοποίησε σε πρόσφατη έκθεσή της ότι «χρήζουν συνεχούς παρακολούθησης από τους επόπτες, καθώς οι αγορές SRT συνεχίζουν να διογκώνονται». Κι αυτό γιατί η περιπλοκότητα μπορεί συχνά να επισκιάσει κινδύνους που ελλοχεύουν ακόμα και μέσα σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές οι οποίες, υποτίθεται, έχουν σχεδιαστεί για τη μείωση του ρίσκου.

Λίγα είναι τα καινά υπό τον ήλιο

Τα stablecoins είναι ένα άλλο «καυτό» θέμα σήμερα. Οι υπέρμαχοι επιχειρηματολογούν πως θα μπορούσαν να κάνουν το τραπεζικό σύστημα ταχύτερο, καλύτερο, ισχυρότερο και πιο ισότιμο, ενώ οι επικριτές λένε πως θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να καλλιεργήσουν την εγκληματικότητα, να διευκολύνουν την τρομοκρατία και να υποβοηθήσουν τα κράτη-ταραξίες. Η ιστορία τυχαίνει να προσφέρει μαθήματα ακόμα και εδώ.

Στην προπολεμική Αμερική -την ταχύτατα αναπτυσσόμενη αλλά χαοτική περίοδο μεταξύ του πολέμου των ΗΠΑ με τη Βρετανία το 1812-15 και του εμφυλίου πολέμου που ξέσπασε το 1865- αυτό που συνιστούσε το «χρήμα» ήταν επίσης μια άμορφη ιδέα.

Οι ΗΠΑ δεν είχαν κάποια πραγματική κεντρική τράπεζα (πλησιέστερος αντίστοιχος θεσμός είχε δει την αίτηση ανανέωσης της άδειάς του να απορρίπτεται το 1835) και οποιαδήποτε εμπορική τράπεζα με κρατική άδεια είχε το δικαίωμα να εκδίδει χαρτονόμισμα, το οποίο υποτίθεται ότι καλυπτόταν από πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ο χρυσός.

Ωστόσο, στην πράξη, «το να γίνει κανείς τραπεζίτης ήταν σχεδόν εξίσου δύσκολο με το να γίνει χτίστης», σύμφωνα με τον Stephen Mihm, καθηγητή ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια.

Πράγματι, πολλά ιδρύματα σε αυτή που ονομάστηκε εποχή της «Ελεύθερης Τραπεζικής» περιφρονούσαν ακόμα και τους πιο χαλαρούς κρατικούς κανόνες και έγιναν γνωστά ως «wildcat banks» (σ.τ.μ: πρόκειται για αμερικανικές τράπεζες που ήταν ασταθείς και συχνά προέβαιναν σε απάτες, η οποίες λειτουργούσαν μεταξύ του 1837 και του 1866 και οι οποίες εξέδιδαν χαρτονομίσματα χωρίς επαρκή αποθέματα χρυσού ή ασημιού).

Οι παραχαράκτες άκμασαν μέσα στο νομισματικό πανδαιμόνιο που προέκυψε. Η ζήτηση για οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως χρήμα ήταν τέτοια -και τα όρια μεταξύ μιας υγιούς τράπεζας, μιας «αγριόγατας» και μιας καθαρής απάτης τόσο θολά- που πολλοί Αμερικανοί απλώς δεν νοιάζονταν.

Η αναταραχή αυτή συνέβαλε τελικά στον Πανικό του 1857, ο οποίος αφάνισε μεγάλα τμήματα του αμερικανικού τραπεζικού κλάδου. Το 1863, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ψήφισε τον Νόμο περί Εθνικών Τραπεζών (National Bank Act), ο οποίος επέβαλε σε όλες τις τράπεζες να καλύπτουν την έκδοση των τραπεζογραμματίων τους με ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου.

Η κυβέρνηση Τραμπ επιδίωξε να κάνει κάτι παρόμοιο με τα stablecoins, με τον λεγόμενο «Νόμο Genius» να ορίζει ότι τα κρυπτονομίσματα αυτά πρέπει να καλύπτονται σε αναλογία ένα προς ένα από δολάρια ΗΠΑ ή άλλα ασφαλή περιουσιακά στοιχεία.

Ωστόσο, καθώς ο έλεγχος, η ρύθμιση και η επιβολή του νόμου αποτελούν συχνά μια θολή υπόθεση στον σύγχρονο κόσμο των κρυπτονομισμάτων -η Tether, ο μεγαλύτερος εκδότης stablecoin, εποπτεύεται κυρίως από το Ελ Σαλβαδόρ- πολλοί ειδικοί φοβούνται ότι το φαινόμενο θα οδηγήσει σε μια επανάληψη της κρίσης των «τραπεζών-αγριόγατων».

Οι σπόροι της επόμενης κρίσης συχνά καλλιεργούνται ως απάντηση στην προηγούμενη

Η κρίση των αμερικανικών αποταμιευτικών και δανειστικών ιδρυμάτων (S&L) έχει πλέον σχεδόν ξεχαστεί. Ωστόσο, περιλάμβανε ένα από τα μεγαλύτερα κύματα τραπεζικών καταρρεύσεων στην ιστορία και βοήθησε να διαμορφωθεί το σκηνικό για την ακόμα μεγαλύτερη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που ξέσπασε το 2008.

Τα αυξανόμενα επιτόκια στις δεκαετίες του 1970 και 1980, σε συνδυασμό με τους μακροχρόνιους κανονισμούς που περιόριζαν τις αποδόσεις που μπορούσαν να προσφέρουν οι τράπεζες στους καταθέτες και τις αλόγιστες εξάρσεις δανεισμού στον κλάδο των ακινήτων, οδήγησαν τελικά στην κατάρρευση πλήθους μικρών τοπικών αμερικανικών τραπεζών.

Το οικονομικό τίμημα ήταν βαρύ, και μόνο η επακόλουθη εξυγίανση κόστισε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ περίπου 200 δισ. δολάρια, σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου το 1993.

Ωστόσο, η κύρια κληρονομιά της κρίσης των S&L ήταν ότι βοήθησε στην τροφοδότηση της αγοράς τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων μέσω μιας εσφαλμένης φοροαπαλλαγής, ενθάρρυνε την απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού κλάδου και ενέπνευσε την εφεύρεση των πιστωτικών παραγώγων. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην καταστροφή του 2008.

Έκτοτε, οι ρυθμιστικές αρχές ανά τον κόσμο επιβλέπουν τις τράπεζες πολύ πιο στενά. Αυτό απέδωσε κάποιες επιτυχίες: ήταν εντυπωσιακό το πόσο καλά ανταποκρίθηκε το τραπεζικό σύστημα κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, δεδομένου ότι αποτέλεσε ένα εξαιρετικά σκληρό stress test.

Όμως, μια συνέπεια των μεταρρυθμίσεων μετά το 2008 είναι ότι οι μεγάλες τράπεζες είναι πλέον λιγότερο πρόθυμες να λειτουργήσουν ως ειδικοί διαπραγματευτές για τίτλους όπως τα κρατικά ομόλογα -και η απουσία τους αυξάνει τη μεταβλητότητα σε περιόδους κρίσης.

Μια άλλη συνέπεια είναι ότι οι ριψοκίνδυνες συναλλαγές μετατοπίστηκαν από τις τράπεζες σε λιγότερο ρυθμιζόμενα και πιο αδιαφανή ιδρύματα, όπως τα hedge funds -το λεγόμενο «σκιώδες τραπεζικό σύστημα» που ανησυχεί σήμερα τις αρχές.

Ο κατάλογος αυτός οπωσδήποτε δεν είναι εξαντλητικός. Υπάρχουν άπειρα άλλα μαθήματα -μικρά και μεγάλα- που μπορούμε να πάρουμε από χιλιετίες χρηματοπιστωτικών και οικονομικών καταστροφών.

Ωστόσο, το κρίσιμης σημασίας σημείο είναι πως η μελέτη της ιστορίας μας κάνει σοφούς. Αυτοί που δεν την μελετούν, είναι καταδικασμένοι να την επαναλάβουν, όπως σημείωσε κάποτε ο Winston Churchill.

Αυτές οι πήλινες πλάκες της Βαβυλώνας δεν είναι απλά μουσειακά αντικείμενα.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων