Οι κεντρικοί τραπεζίτες προσπαθούν να διατηρήσουν έναν διαχωρισμό μεταξύ των sell-offs στις αγορές, που θα έπρεπε να είναι ανεκτό, και στις δυσλειτουργίες τους που απειλούν τη συστημική σταθερότητα και απαιτούν παρέμβαση.
Ωστόσο, όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, έτειναν να ξεπερνούν αυτή τη γραμμή, επιστρατεύοντας φραστικές παρεμβάσεις και μέτρα πολιτικής, όχι μόνο για να αντιμετωπίσουν την πραγματική συστημική πίεση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και για να αναστρέψουν απλά «ξεπουλήματα» σε μετοχές. Αυτό κάποιες φορές συνέβη ακόμη και όταν οι μηχανισμοί της αγοράς λειτουργούσαν καλά και η υποκείμενη πραγματική οικονομία ήταν ισχυρή, όπως το τέταρτο τρίμηνο του 2018.
Πράττοντας αυτό, οι κεντρικές τράπεζες αγνοούν συστηματικά τις ανησυχίες για τον ηθικό κίνδυνο, τις φούσκες περιουσιακών στοιχείων και την κακή κατανομή των πόρων σε επίπεδο οικονομίας, προς όφελος της βραχυπρόθεσμης ανακούφισης που προσφέρει μια γρήγορη ανάκαμψη της αγοράς.
Οι κυβερνήσεις έχουν ενεργήσει παρόμοια, επιστρατεύοντας τεράστια δημοσιονομικά πακέτα για να θωρακίσουν τα νοικοκυριά και τους εταιρικούς ισολογισμούς από τους όλο και πιο συχνούς και βίαιους εξωγενείς κραδασμούς (που εκτείνονται από τη χρηματοπιστωτική κρίση και την πανδημία, έως τις στασιμοπληθωριστικές συνέπειες της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία).
Για τους επενδυτές, αυτή η κατάσταση διαμόρφωσε και ενίσχυσε μια ισχυρή πεποίθηση στο λεγόμενο «policy put» -την έμμεση εγγύηση ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διαθέτουν τόσο τη βούληση, όσο και την ικανότητα να τους προστατεύσουν, όχι μόνο από μεγάλες απώλειες αλλά και από την ανησυχητική μεταβλητότητα. Αυτό έχει επηρεάσει βαθιά την ψυχολογία της αγοράς, με πολλούς επενδυτές να βλέπουν τη μεταβλητότητα όχι ως σήμα θεμελιωδών εξελίξεων, αλλά ως μια σχεδόν αυτόματη ευκαιρία αγοράς.
Αυτό εξηγεί γιατί τα sell-offs των μετοχών τα τελευταία χρόνια αποδείχθηκαν εντυπωσιακά βραχύβια, ανεξάρτητα από την υποκείμενη αιτία. Η στρατηγική «buy-the-dip» έχει εξελιχθεί σε μια κυρίαρχη, εξαιρετικά κερδοφόρα επενδυτική προσέγγιση.
Σκεφτείτε πόσο γρήγορα ανέκαμψαν οι παγκόσμιες μετοχές ακόμη και μετά το αρχικό σοκ του πολέμου στο Ιράν, και τις συνοδευτικές (και συνεχιζόμενες) αναταραχές σε κρίσιμους ενεργειακούς διαδρόμους και στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι χρηματιστηριακοί δείκτες των ΗΠΑ όχι μόνο ανέκαμψαν με θεαματικό τρόπο αλλά, έκτοτε, καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Ωστόσο, η υποκείμενη μακροοικονομική πραγματικότητα σημαίνει ότι αυτό το δίχτυ ασφαλείας δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Τα πραγματικά δεδομένα -με κυριότερα τον πληθωρισμό και τα επιτόκια που παραμένουν σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα, το υψηλό χρέος και τις δομικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία- σηματοδοτούν αυστηρότερους περιορισμούς τόσο για τις δημοσιονομικές, όσο και για τις νομισματικές αρχές, υπονομεύοντας την ικανότητά τους να απορροφούν μελλοντικούς χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.
Αν και η προθυμία για την προστασία των αγορών μπορεί να διατηρηθεί, η ικανότητα υλοποίησής της είναι μικρότερη. Οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να αγνοήσουν το παγκόσμιο σοκ του πληθωρισμού.
Πρόσφατα στοιχεία έδειξαν ότι ο ετήσιος γενικός και ο δομικός πληθωρισμός τιμών καταναλωτή στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τις προβλέψεις των αναλυτών. Εξίσου ανησυχητικό είναι ότι οι μελλοντικές πιέσεις στις τιμές παρουσιάζουν έξαρση.
Ο μηνιαίος δείκτης τιμών παραγωγού τον Απρίλιο αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 6%- την ταχύτερη μηνιαία αύξηση του δείκτη από τον Μάρτιο του 2022. Τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών παραγωγού της Ιαπωνίας αντανακλούν μια εξίσου ανησυχητική ανοδική τροχιά, όπως και τα τελευταία στοιχεία από την Ευρώπη.
Αυτή η πραγματικότητα του πληθωρισμού επιβάλλει μια σκληρή επιλογή ανάμεσα στη σταθεροποίηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και την προστασία της μακροπρόθεσμης αξιοπιστίας της πολιτικής τους. Επιπλέον, εγκυμονεί τον κίνδυνο να επιταχύνει την «καταστροφή της ζήτησης» σε ορισμένες οικονομίες λόγω των υψηλότερων τιμών, και όχι μόνο για την ενέργεια.
Με απλά λόγια, τα περιθώρια για αντικυκλικούς δημοσιονομικούς ελιγμούς έχουν εξανεμιστεί στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες. Το υψηλότερο κόστος δανεισμού τροφοδοτεί άμεσα μεγαλύτερες κρατικές δαπάνες για τόκους, ενώ ταυτόχρονα απειλεί τα φορολογικά έσοδα καθώς παρεμποδίζεται η ανάπτυξη.
Αυτή η δημοσιονομική ευπάθεια ξύπνησε τους επί μακρόν αδρανείς «τιμωρούς των ομολόγων». Είμαστε ήδη μάρτυρες της επιστροφής τους και του αντικτύπου της στις πιο ευάλωτες αγορές κρατικού χρέους της G7, κυρίως στην Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το τοπίο για πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες είναι ακόμη πιο ανησυχητικό. Η χρήση των δημοσιονομικών τους αποθεμάτων και των αποθεματικών σε ξένο νόμισμα για την απορρόφηση των εξωτερικών κραδασμών αρχίζει σε κάποιες περιπτώσεις να εξαντλείται, αυξάνοντας την απειλή για καθοδικές πιέσεις στο εγχώριο βιοτικό επίπεδο, φυγής κεφαλαίων και νομισματικής αστάθειας.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται τώρα εγκλωβισμένη σε μια αναπόφευκτα ταραχώδη, δομική αναβαθμονόμηση. Δεδομένου ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν μπορούν να βασίζονται τόσο πολύ στις παλιές παρεμβάσεις πολιτικής, θα πρέπει να επιστρατεύσουν άλλες στρατηγικές -αξιοποιώντας την υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την ενίσχυση της εργασίας με στόχο την επίτευξη πραγματικών κερδών παραγωγικότητας, κινητοποιώντας βαθιά χρηματοδότηση από τις κεφαλαιαγορές, εφαρμόζοντας έξυπνη δημοσιονομική πολιτική όπου τα περιθώρια το επιτρέπουν και προωθώντας έναν πολύ καλύτερο διεθνή συντονισμό πολιτικής.
Για τις αγορές, τέτοιες στρατηγικές είναι εκ φύσεως λιγότερο άμεσες από ένα «policy put». Έτσι, οι επενδυτές θα πρέπει να ζήσουν με μια πιο περίπλοκη δομική αβεβαιότητα για ένα χρονικό διάστημα. Αν και ο ομαλός τερματισμός του πολέμου στη Μέση Ανατολή θα βοηθούσε σημαντικά την κατάσταση, θα χρειαστεί χρόνος προκειμένου η παγκόσμια οικονομία να ανακτήσει τον βαθμό ευελιξίας πολιτικής που οι αγορές έχουν συνηθίσει και, μάλιστα, στον οποίο έχουν βασιστεί.