Η απάντησή μου ήταν η ίδια με αυτήν που έδωσα στις 10 Δεκεμβρίου του 2023, στο άρθρο μου με τίτλο “Britain won’t rejoin the EU for decades — if ever”. Το Brexit ήταν ένα σοβαρό λάθος· αλλά όχι, δεν μπορεί έτσι απλά να αντιστραφεί.
Ο Ηράκλειτος είπε «δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι». Η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούν να επιστρέψουν εκεί που ήταν πριν τον Ιούνιο του 2016. Επιπλέον, η απόπειρα επανένταξης θα δημιουργούσε μια τεράστια σπατάλη ενέργειας και στις δύο πλευρές. Πάνω απ’ όλα, δεν είναι απαραίτητη.
Νόμιζα πως το Brexit θα ήταν ένα μεγάλο λάθος. Αυτό που έχει συμβεί έκτοτε, οπωσδήποτε δεν έχει κάνει το Brexit να μοιάζει καλύτερο. Μήπως το αποτέλεσμα ήταν μια δυναμική οικονομία, μια χώρα ευχαριστημένη με την απόφαση ή μια βαθιά μείωση της συνολικής μετανάστευσης; Όχι, όχι και όχι.
Σήμερα, η χώρα είναι πιο πολιτικά διχασμένη και φτωχότερη απ’ ότι θα ήταν διαφορετικά. Επίσης, απέχει πολύ από το να είναι ευχαριστημένη με την απόφασή της.
Τα περισσότερα από αυτά που πήγαν στραβά ήταν προβλέψιμα. Αλλά κάποια από αυτά ήταν επειδή ο κόσμος κινήθηκε προς μια κατεύθυνση εχθρική προς το Brexit. Το 2016, η ιδέα μιας «παγκόσμιας Βρετανίας» δεν ήταν τόσο παράλογη όσο είναι σήμερα, με την παγκοσμιοποίηση να βρίσκεται σε υποχώρηση, τις ΗΠΑ να είναι αναξιόπιστες, τη Ρωσία να βρίσκεται σε πόλεμο στην Ευρώπη και την Κίνα να είναι ακόμα πιο αυταρχική και μερκαντιλιστική.
Η Ευρώπη δεν είναι μόνο σπίτι του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά επίσης παραμένει και ο σημαντικότερος οικονομικός του εταίρος: το 2025, το 45% του εμπορίου αγαθών του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν και πάλι με την ΕΕ.
Ακόμα και έτσι, η επιστροφή θα δημιουργούσε μερικά νέα μεγάλα προβλήματα. Θα χρειάζονταν οπωσδήποτε ένα νέο δημοψήφισμα, που θα ήταν εξαιρετικά διχαστικό και θα αναζωπύρωνε εκ νέου τις πικρίες.
Έπειτα θα έπρεπε να υπάρχει μια νέα σειρά διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, οι όροι της ένταξης θα ήταν διαφορετικοί από αυτούς που υπήρχαν όταν έφυγε η Βρετανία. Εξαιρέσεις; Εξαιρετικά απίθανο να υπάρξουν αυτή τη φορά.
Με όλα αυτά θα εξαντλούσαν μια κοινοβουλευτική θητεία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όχι μόνο θα έστρεφε την προσοχή από άλλες προτεραιότητες στο εσωτερικό, αλλά θα έκανε το ίδιο και στην ΕΕ, η οποία αντιμετωπίζει πολύ σημαντικότερες προκλήσεις σε επίπεδο οικονομίας και ασφάλειας. Επιπλέον, η ΕΕ θα μπορούσε λογικά να αναρωτηθεί εάν το Ηνωμένο Βασίλειο θα αλλάξει και πάλι γνώμη.
Ο Ηράκλειτος είχε δίκιο. Ευτυχώς υπάρχει μια εναλλακτική: ας την ονομάσουμε την «ελβετική επιλογή», δηλαδή, ένα πλέγμα συμφωνιών που θα καλύπτουν τα σημαντικότερα μέρη της σχέσης.
Όπως σημείωσε ο Anton Spisak σε μελέτη της πιο πρόσφατης συμφωνίας ΕΕ-Ελβετίας για λογαριασμό του Κέντρου Ευρωπαϊκών Μεταρρυθμίσεων, το αποτέλεσμα είναι μάλλον χαοτικό. Αλλά ίσως μπορεί να λειτουργήσει. Χωρίς να μπαίνουμε σε όλες τις λεπτομέρειες, φαίνεται ξεκάθαρο πως το Ηνωμένο Βασίλειο χρειάζεται να είναι όσο το δυνατόν στενότερα ευθυγραμμισμένο με την ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική και την ενιαία αγορά.
Χρειάζεται επίσης να συμμετέχει όσο το δυνατόν περισσότερο στις ευρωπαϊκές πολιτικές για την ασφάλεια, την επιστήμη, την εκπαίδευση, τα χρηματοοικονομικά και τα φυτοϋγειονομικά ζητήματα.
Το τίμημα του να μην είναι μέλος θα ήταν πως το Ηνωμένο Βασίλειο θα ήταν η πλευρά που θα έπρεπε να δεχθεί τους κανόνες και όχι να τους καταρτίσει. Αλλά τα υποτιθέμενα οφέλη της αυτονομίας έχουν αποδειχθεί υπερβολικά.
Ιδανικά, κατά την άποψή μου, το Ηνωμένο Βασίλειο θα εντασσόταν στην τελωνειακή ένωση, τις περιοχές ελεύθερου εμπορίου της ΕΕ και στην ενιαία αγορά. Θα έκανε επίσης οικονομικές συνεισφορές σε ουσιώδη ευρωπαϊκά προγράμματα.
Το προφανέστερο εμπόδιο θα ήταν η ανάγκη να αποδεχθεί την ελεύθερη κίνηση της εργασίας. Αλλά υπάρχουν τρεις λόγοι για τους οποίους αυτό θα πρέπει να είναι μικρότερο πρόβλημα απ’ όσο ήταν πριν το Brexit.
Το πρώτο είναι πως έχει πλέον γίνει σαφές πως η μετανάστευση θα χρειαστεί να συνεχιστεί: το επιτάσσουν τα δημογραφικά του Ηνωμένου Βασιλείου. Το δεύτερο είναι πως οι δυο βασικοί λόγοι για την εισροή μεταναστών από την ΕΕ πριν το Brexit –η διεύρυνση προς ανατολάς και η κρίση στην ευρωζώνη- ανήκουν τώρα στο παρελθόν.
Το τρίτο είναι πως είναι ξεκάθαρο ότι οι μετανάστες από την ΕΕ έχουν ενσωματωθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο με σχετική ευκολία. Επιπλέον, μια μεγάλη περαιτέρω διεύρυνση είναι απίθανη, με εξαίρεση ίσως την Ουκρανία. Θα ήταν αυτό τόσο δύσκολο;
Το μεγάλο πλεονέκτημα ενός τέτοιου μωσαϊκού είναι πως δεν θα απαιτούσε ένα ακόμα δημοψήφισμα. Ναι, θα ήταν δύσκολο να γίνει διαπραγμάτευση και θα προκαλούσε τριβές. Αλλά θα εδραίωνε επίσης περαιτέρω αυτό που είναι εξαιρετικά πιθανό να παραμείνει η σημαντικότερη σχέση που έχει το Ηνωμένο Βασίλειο.
Θα επιστρέψει η παλιά σχέση με τις ΗΠΑ, ακόμα και όταν φύγει ο Ντόναλντ Τραμπ; Αμφιβάλλω. Αν επέστρεφε και αυτή η νέα σχέση με την ΕΕ δεν λειτουργούσε, θα μπορούσε να αλλάξει. Αν, από την άλλη πλευρά, λειτουργούσε καλά στις επόμενες δεκαετίες, η απόφαση για επανένταξη θα λαμβανόταν από μια πολύ καλύτερη και πιο εδραιωμένη πλατφόρμα σε σχέση με τη σημερινή, αλλά επίσης αφότου η χώρα έχει βιώσει το Brexit.
Γνωρίζουμε τώρα την πραγματικότητα. Το Brexit δεν είναι απλώς μια υπόσχεση τώρα. Δεν μπορούμε λογικά να αντιστρέψουμε το Brexit βραχυμεσοπρόθεσμα. Αλλά επίσης δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε εκεί που είμαστε.
Σε αυτή τη νέα και δύσκολη εποχή, το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να έρθει πιο κοντά πάλι στους Ευρωπαίους εταίρους. Θα πρέπει να το κάνει λίγο λίγο και προσεκτικά.