Η πολιτική κρίση της Δύσης μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια λέξη: δυσπιστία. Οι ψηφοφόροι νοιώθουν κυνισμό, προκατάληψη και θυμό για τα συστήματά τους. Αλλά κάθε ένα από αυτά τα συναισθήματα πηγάζει από την έλλειψη εμπιστοσύνης.
Λιγότερο επείγον θεωρείται το γεγονός ότι η εμπιστοσύνη του υπόλοιπου κόσμου προς την Αμερική καταρρέει. Το γεγονός ότι, στην πλειονότητα των χωρών που συμμετείχαν σε έρευνα του think tank Pew, με έδρα την Ουάσινγκτον, οι πολίτες πλέον εμπιστεύονται περισσότερο την Κίνα παρά τις ΗΠΑ, θα πρέπει να σημαίνει συναγερμό. Ωστόσο η Αμερική εξακολουθεί να ενεργεί σαν να είναι το πιο αξιοθαύμαστο σημείο στη γη.
Για την πτώση δεν ευθύνεται αποκλειστικά ο Ντόναλντ Τραμπ. Όχι μόνο έχουν πάρει την κατιούσα οι ΗΠΑ, αλλά η Κίνα έχει πάρει την ανιούσα. Η πρόσφατη διολίσθηση της φήμης της Αμερικής ξεκίνησε το 2023 όταν πρόεδρος ήταν ο Τζο Μπάιντεν. Αυτό συμπίπτει με την υποστήριξη που παρείχε στην καταστροφική απάντηση του Ισραήλ στη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς. Το κατεστημένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στην επίπτωση του ισραηλινού μιλιταρισμού στην άποψη του κόσμου για την Αμερική, συμπεριλαμβανομένων και των υπολοίπων στη Δύση. Αλλά το Ισραήλ δεν είναι η βασική πηγή της αντιδημοφιλίας των ΗΠΑ.
Η καθησυχαστική άποψη, που είναι επίσης η άποψη των άνετων, είναι πως ο κόσμος απεχθάνεται τις αξίες του Τραμπ. Αυτό υποδηλώνει πως όταν εκλεγεί ένας πιο αξιοθαύμαστος πρόεδρος, η θέση της Αμερικής θα βελτιωθεί. Αυτή η μετρίως καθησυχαστική άποψη δεν υπολογίζει κάτι σημαντικό. Δεν έχουν όλα να κάνουν με τις αξίες. Μια πλειοψηφία χωρών κατατάσσει τις ΗΠΑ υψηλότερα από την Κίνα σε ό,τι αφορά την ελευθερία, ωστόσο νοιώθουν μεγαλύτερη δυσπιστία έναντι των ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, η δυσπιστία είναι συνώνυμο της ανικανότητας.
Ακόμα και στην Αμερική του Τραμπ, ο κόσμος γνωρίζει πως οι άνθρωποι είναι πολύ πιο ελεύθεροι να εκφράσουν τις απόψεις τους και να ασκήσουν την πίστη τους απ’ όσο είναι στην Κίνα. Κυβερνώνται, όμως, οι Αμερικάνοι με μεγαλύτερη ικανότητα; Είναι πιο σταθερή η Αμερική από την Κίνα; Είναι δύσκολο να πούμε ναι και στις δυο περιπτώσεις.
Παρτε για παράδειγμα την αμφιταλαντευόμενη προσέγγιση του Τραμπ ως προς την Επιχείρηση Επική Οργή κατά του Ιράν. Εκτός του ότι είναι ο πιο αντιδημοφιλής πόλεμος στην Αμερική από τότε που άρχισαν να διενεργούνται δημοσκοπήσεις -ακόμα περισσότερο και από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Βιετνάμ, παρά το γεγονός ότι οι απώλειες των ΗΠΑ είναι μακράν μικρότερες- έχει αποξενώσει όλους τους φίλους και συμμάχους της Αμερικής, συμπεριλαμβανομένων άλλων δυτικών λαϊκιστών. Αυτοί δέχονται τώρα προσβολές επειδή δεν συμμετέχουν σε αυτό που θεωρείται από πολλούς ως ο πιο απερίσκεπτος πόλεμος επιλογής της Αμερικής μέχρι σήμερα.
O 3ος Πόλεμος του Κόλπου έχει επίσης εκθέσει το τεράστιο χάσμα προσέγγισης μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ ως προς την ενέργεια. Οι μεγάλες επενδύσεις της Κίνας σε όλες τις μορφές ενέργειας, από τις ΑΠΕ μέχρι τον άνθρακα, έρχονται σε αντίθεση με την κλίση της Αμερικής προς τα ορυκτά καύσιμα.
Γι’ αυτό ευθύνεται αποκλειστικά ο Τραμπ. Όχι μόνο απέρριψε τα κίνητρα του Μπάιντεν για πράσινη ενέργεια, αλλά πληρώνει μάλιστα εταιρείες για να αποχωρήσουν από εγχειρήματα εναλλακτικής ενέργειας. Αν δεν ήταν το μεγάλο απόθεμα της Κίνας, οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου θα ήταν πολύ υψηλότερες τους τελευταίους μήνες. Αντί να ισχυρίζεται πως η Κίνα βοήθησε ώστε να «στηθούν» οι αμερικανικές εκλογές το 2020, ο Τραμπ ίσως θα έπρεπε να την ευχαριστεί που έσωσε τους καταναλωτές των ΗΠΑ από το να πληρώνουν 6 δολάρια το γαλόνι στα βενζινάδικα.
Η Επιχείρηση Επική Οργή συμπίπτει με σημάδια που δεν μπορούν να αγνοηθούν για την παγκόσμια υπερθέρμανση, ιδιαίτερα στον βορρά. Χώρες όπως η Ινδία και το Ιράν έχουν συνηθίσει τις μεγάλες εξάρσεις θνησιμότητας τα καλοκαίρια. Η Ευρώπη μόλις τώρα μετανοιώνει για την απουσία κλιματιστικών, έχοντας βιώσει τον θερμότερο Ιούνιο που έχει καταγραφεί ποτέ. Η κλιματική αλλαγή μετατοπίζεται πλέον από πεδίο ενασχόλησης των ελίτ σε ζήτημα μαζικής συνειδητοποίησης.
Οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται ως ο «κακός» σε αυτό το ζήτημα, εμμένοντας διπλά σε συνήθειες του 20ου αιώνα. Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, θεωρείται στον παγκόσμιο νότο ως ο φορέας λύσεων. Ακόμα και εκεί που οι ΗΠΑ είναι πιο προηγμένες, όπως με την Tesla του Ίλον Μασκ, η φήμη της χώρας είναι απαίσια. Λίγοι μπορούν να ξεχάσουν την πρόσφατη ακτιβιστική διαφήμιση στο Λονδίνο που έδειχνε το Cybertruck του Μασκ, αλλιώς «Σβάστικαρ». Πάνω του είχε γραμμένες τις λέξεις: «Πάει από το 0 στο 1939 σε 3 δευτερόλεπτα».
Η εμπιστοσύνη μπορεί να εξαφανιστεί γρήγορα αλλά χρειάζεται πολύ καιρό για να ανοικοδομηθεί. Τέσσερις από τις έξι χώρες που εξακολουθούν να εγκρίνουν περισσότερο την Αμερική βρίσκονται στη γειτονιά της Κίνας -η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ινδία και οι Φιλιππίνες.
Αλλά οι χώρες που δεν εμπιστεύονται τις ΗΠΑ περισσότερο είναι και κοντά και μακριά, και όχι μόνο οι ανασφαλείς γείτονες Καναδάς και Μεξικό. Αυτό, παρά το γεγονός πως η εξαγωγική μηχανή της Κίνας απειλεί να «φάει» τους πάντες. Εξαίρεση αποτελούν η Πολωνία, κυρίως επειδή δίπλα της έχει τη Ρωσία, και το Ισραήλ. Ακόμα και η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο εμπιστεύονται περισσότερο την Κίνα από την Αμερική.
Μια έξοδος του Τραμπ οπωσδήποτε θα βοηθούσε. Το διεθνές κύρος της Αμερικής αυξήθηκε απότομα κατά τη μετάβαση από τον Τζορτζ Μπους στον Μπαράκ Ομπάμα. Αλλά ο Ομπάμα δεν κατάφερε να ανακτήσει τα κορυφαία επίπεδα φήμης που απολάμβαναν οι ΗΠΑ τη δεκαετία του 1990.
Θα είναι ακόμα πιο δύσκολο για τον διάδοχο του Τραμπ να γυρίσει το ρολόι πίσω στην εποχή Ομπάμα. Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας κυριαρχείται ολοένα και περισσότερο από την τεχνητή νοημοσύνη. Τα μοντέλα της Κίνας είναι κυρίως φθηνά και ανοικτού πηγαίου κώδικα, ακόμα και αν οι δυνατότητές τους είναι συχνά μικρότερες. Τα μοντέλα της Αμερικής είναι ακριβά και κλειστού κώδικα. Για πρώτη φορά εδώ και γενιές, η κυριαρχία της αμερικανικής τεχνολογίας δεν θεωρείται δεδομένη. Δεν μπορεί πλέον να βασίζεται ούτε καν στον θαυμασμό.