Η εκτιμώμενη ύψους 14 τρισ. γεν (88 δισ. δολαρίων) παρέμβαση των ιαπωνικών αρχών μέσα σε διάστημα δύο ημερών εξακολουθεί να είναι σταγόνα στον ωκεανό για τα δεδομένα των αγορών. Μπορεί να προσφέρει μια τόνωση στο γεν, αλλά θα είναι μεταβατική.
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας υπό την καθοδήγηση του υπουργείου Οικονομικών μπορεί να αγοράζει γεν και τίτλους για να ενισχύσει το νόμισμα. Αλλά αν οι επενδυτές δεν έχουν λόγο να πιστέψουν πως έχουν αλλάξει οι θεμελιώδεις συνθήκες, μπορούν απλά να πουλήσουν αντίστοιχη ποσότητα τίτλων σε γεν για να ξαναπιέσουν προς τα κάτω το νόμισμα.
Για να υπάρξει επίπτωση μεγαλύτερης διάρκειας, απαιτείται αλλαγή σε αυτά τα θεμελιώδη. Αν η Τράπεζα της Ιαπωνίας δεσμεύονταν για αύξηση των επιτοκίων με ταχύτερο ρυθμό, κάτι που πολλοί επενδυτές θα θεωρούσαν επιθυμητό δεδομένου ότι ο ιαπωνικός πληθωρισμός μπορεί να ξεπεράσει τον στόχο του 2% σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, αυτό θα βοηθούσε ώστε να αντισταθμιστεί το αδύναμο γεν. Αντ’ αυτού, η Τράπεζα της Ιαπωνίας, ανησυχώντας για την ισχνή καταναλωτική ζήτηση, έχει επιλέξει να διατηρήσει τα επιτόκια στο όχι ακριβώς περιοριστικό 1%.
Μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως η παρέμβαση στην αγορά ξένου συναλλάγματος σηματοδοτεί το μέγεθος της ανησυχίας της Ιαπωνίας για την ισοτιμία και πως αυτή η ανησυχία μπορεί να οδηγήσει την Τράπεζα της Ιαπωνίας να αυξήσει τα επιτόκια ταχύτερα στο μέλλον για να στηρίξει το γεν.
Αυτό είναι το λεγόμενο «signaling effect» της παρέμβασης. Αλλά αν το αδύναμο νόμισμα αποτελεί σημαντική ανησυχία για τον διοικητή της Τράπεζας της Ιαπωνίας Καζούο Ουέντα, οπωσδήποτε θα το έλεγε πιο έντονα απ’ ότι μέχρι τώρα και θα έπραττε ανάλογα.
Οι ιαπωνικές αρχές έχουν βεβαίως παρέμβει και στο παρελθόν στην αγορά ξένου συναλλάγματος του γεν, πιο πρόσφατα πριν από τρεις μήνες. Έτσι, το αξιοσημείωτο γεγονός είναι πως στην παρέμβαση συμμετείχε και το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ –στην πρώτη κοινή του επιχείρηση με την Ιαπωνία μετά από 15 και πλέον χρόνια- και πως αγόρασε γεν χρησιμοποιώντας ευρώ αντί για δολάρια.
Ως εκ τούτου, η παρέμβαση της περασμένης εβδομάδας περιέχει ανησυχητικές πληροφορίες για το δολάριο. Το μήνυμα είναι πως ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεν και Σια ανησυχούσαν πως η πώληση δολαριακών τίτλων για να ενισχυθεί το γεν θα επιβάρυνε περαιτέρω το μακροπρόθεσμο άκρο της αμερικανικής αγοράς ομολόγων. Η αγορά αυτή ήδη δεχόταν πίεση μετά τη συνέντευξη Τύπου του προέδρου της Federal Reserve Κέβιν Γουόρς, η οποία έτυχε κακής υποδοχής.
Η πώληση ευρώ αντανακλά εν μέρει τα διαθέσιμα μέσα που είχαν οι ΗΠΑ για να προχωρήσουν σε αποεπένδυση από το ταμείο σταθεροποίησης νομίσματος. Αλλά ήταν επίσης ένας τρόπος για να μην ζητηθεί από τις αγορές να απορροφήσουν τα επιπλέον treasuries που πωλήθηκαν για να μειωθεί η έκθεση σε δολάριο, κάτι που θα επιδείνωνε μια ήδη ευαίσθητη κατάσταση.
Ομοίως υπήρξε ένα παρόμοιο σήμα στη δήλωση της Ιαπωνίας πως θα χρησιμοποιήσει ένα εργαλείο της Federal Reserve που ονομάζεται Foreign and International Monetary Authorities Repo Facility, ή Fima. Σκοπός του είναι να παρέχει μια εναλλακτική αλλά περιορισμένη μορφή ρευστότητας αντί για να πουλά απευθείας αμερικανικά κρατικά ομόλογα.
Και οι δύο κινήσεις αποτελούν ένδειξη πως το status του δολαρίου ως αποθεματικού νομίσματος δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Οι κεντρικές τράπεζες έχουν συνηθίσει να διατηρούν ξένα αποθεματικά σε δολάρια επειδή οι αγορές των αμερικανικών κρατικών ομολόγων έχουν ρευστότητα.
Οι κεντρικές τράπεζες διακρατούν αμερικανικά treasuries επειδή μπορούν να αγοραστούν και πωληθούν ελεύθερα και χρησιμοποιούνται στις παρεμβάσεις. Όχι όμως τώρα, τουλάχιστον όχι σε απεριόριστη ποσότητα. Αντ’ αυτού, βλέπουμε το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ να παρεμβαίνει με πωλήσεις ευρώ στο πλαίσιο της συνεισφοράς του στην παρέμβαση, περιορίζοντας έτσι τον όγκο των πωλήσεων δολαρίων που χρειάζονται οι ιαπωνικές αρχές.
Αυτή η παρέμβαση του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ είναι καλύτερη από μια τραμπικού τύπου απάντηση με απειλές κατά των ιαπωνικών αρχών με συνέπειες –με δασμούς για παράδειγμα- αν τολμούσαν να αυξήσουν τις πωλήσεις των δολαριακών αποθεματικών τους.
Ο Μπέσεντ, εξηγώντας γιατί οι δύο κυβερνήσεις προχώρησαν σε συντονισμένη παρέμβαση, τόνισε τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Αλλά όταν η παρέμβαση για τη στήριξη ενός νομίσματος πραγματοποιείται από μια κυβέρνηση για την οποία οι αρχές της Ουάσινγκτον δεν τρέφουν τόσο θερμά συναισθήματα, η αμερικανική αποτροπή μπορεί τότε να λάβει την τραμπική μορφή.
Η ουσία είναι πως η Ουάσινγκτον, φοβούμενη τις συνέπειες για τις αμερικανικές χρηματαγορές, είναι απρόθυμη να δει τις ξένες κεντρικές τράπεζες να χρησιμοποιούν τα δολάριά τους. Αυτό μας λέει πως το δολάριο δεν είναι το ελκυστικό αποθεματικό νόμισμα που ήταν κάποτε. Όταν γίνει αντιληπτό αυτό το μήνυμα, και άλλες χώρες θα εντείνουν την αναζήτησή τους για πιο ελκυστικές, έτοιμες προς χρήση εναλλακτικές. Η διαφοροποίηση των αποθεματικών είναι βέβαιο πως θα αποκτήσει δυναμική.
* Ο συγγραφέας του άρθρου είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Μπέρκλεϋ, και συγγραφέας του βιβλίου «Money Beyond Borders: Global Currencies from Croesus to Crypto».