Έναν χρόνο μετά, αυτές οι ανησυχίες αυξάνονται. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ένα ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα, έχει πάρει την πρώτη θέση στις κάλπες σε δύο πρόσφατες τοπικές εκλογές σε γερμανικά κρατίδια -ενώ η ακροαριστερά Die Linke μόλις κέρδισε τις εκλογές στο Βερολίνο. Η δημοφιλία του Μερτς έχει κάνει «βουτιά» στο 13%. Υπάρχει ευρέως η εικασία πως μπορεί σύντομα να χρειαστεί να παραιτηθεί.
Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, άρα ό,τι συμβαίνει εκεί θα ταρακουνήσει ολόκληρη την ήπειρο.
Εν τω μεταξύ, στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, η Μαρίν Λε Πεν, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ακροδεξιού κόμματος Rassemblement National, ηγείται στις δημοσκοπήσεις εν όψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους.
Μήπως, λοιπόν, το κέντρο της Ευρώπης ετοιμάζεται να καταρρεύσει; Και μήπως η ευρωπαϊκή δημοκρατία πράγματι σπαταλά την «τελευταία ευκαιρία» της;
Ευτυχώς, η πολιτική πραγματικότητα είναι μάλλον λιγότερο δραματική. Παρά τις τρέχουσες αναταράξεις, το πολιτικό κέντρο της Ευρώπης πιθανόν θα κρατήσει. Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι γι’ αυτό: ο πρώτος είναι η ευρεία χρήση της αναλογικής αντιπροσώπευσης στις ευρωπαϊκές εκλογές. Ο δεύτερος είναι η τάση των ακροδεξιών κομμάτων είτε να αποτυγχάνουν είτε να κινούνται μετριοπαθώς όταν βρίσκονται στην κυβέρνηση. Αυτό αντανακλά το τρίτο σημείο: τους σοβαρούς περιορισμούς που θέτει η συμμετοχή ως μέλους της ΕΕ στα λαϊκιστικά, αντικαθεστωτικά κόμματα.
Τα κόμματα που θεωρούνται ευρέως ως «ακροδεξιά» έχουν ήδη εισέλθει σε κυβερνήσεις σε σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες. Τα αποτελέσματα είναι διδακτικά.
Στην Ολλανδία, το PVV του οποίου ηγείται ο Γκέερτ Βίλντερς, αναδύθηκε από τις εκλογές του 2023 ως το μοναδικό μεγάλο κόμμα και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ηγήθηκε ενός κυβερνητικού συνασπισμού. Τελικά όμως το κόμμα του Βίλντερς «εκνευρίστηκε» με τους περιορισμούς που θέτουν οι πολιτικές των συνασπισμών και η ευρωπαϊκή νομοθεσία και έφυγε από την κυβέρνηση. Η υποστήριξη προς το PVV μειώθηκε έντονα στις επόμενες εκλογές -και η Ολλανδία αυτή τη στιγμή κυβερνάται από έναν άλλον κεντρώο συνασπισμό.
Το αυστριακό ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας επίσης συμμετείχε σε δυο κυβερνητικούς συνασπισμούς από το 2000 -και κέρδισε τις περισσότερες ψήφους στις εκλογές του 2024. Αλλά δεν κατάφερε να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό και αυτή τη στιγμή βρίσκεται εκτός εξουσίας.
Οι εμπειρίες της Ολλανδίας και της Αυστρίας υπογραμμίζουν το πώς η αναλογική αντιπροσώπευση περιορίζει τις πολιτικές επιλογές της ακροδεξιάς. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σχετικό στη Γερμανία, όπου τα κεντρώα κόμματα έχουν μια πολιτική «τείχους προστασίας» που τους απαγορεύει να συγκυβερνήσουν με την ακροδεξιά.
Η Εναλλακτική για τη Γερμανία έχει αυτή τη στιγμή ποσοστό λίγο χαμηλότερο του 30% σε εθνικό επίπεδο στις δημοσκοπήσεις. Αν πιάσει αυτά τα επίπεδα στις εθνικές εκλογές, ή τα ξεπεράσει, θα είναι πολύ πιο δύσκολο να σχηματίσει έναν κεντρώο συνασπισμό. Αλλά το πιθανότερο είναι πως η AfD και πάλι θα βρεθεί εκτός εξουσίας.
Η κατάσταση στη Γαλλία είναι διαφορετική επειδή ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών είναι μια αναμέτρηση όπου ο νικητής τα παίρνει όλα. Αν η Λε Πεν κερδίσει τον επόμενο Μάιο, τότε θα εισέλθει στο Παλάτι των Ηλυσίων.
Αλλά το παράδειγμα της Ιταλίας υποδηλώνει πως μια ακροδεξιά κυβέρνηση στη Γαλλία μπορεί να μην είναι τόσο ακραία όσο φοβούνται ορισμένοι. Η Τζόρτζια Μελόνι, η πρωθυπουργός της Ιταλίας, ηγείται ενός πολιτικού κόμματος που έχει τις ρίζες του στην ακροδεξιά που θαυμάζει τον Μουσολίνι. Αλλά η ίδια σε μεγάλο βαθμό κυβερνά από την κεντροδεξιά, αποφεύγοντας μια αντιπαράθεση με τους εταίρους της στην ΕΕ που ίσως να κόστιζε στην Ιταλία ευρωπαϊκά κονδύλια και να τρόμαζε τις αγορές χρέους.
Η ιταλική αριστερά δείχνει τις σκληρότερες πολιτικές της Μελόνι για τη μετανάστευση και το άσυλο ως ενδείξεις πως διατηρεί τα ακροδεξιά της ένστικτα. Αλλά σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τώρα τρόπους για να περιορίσουν την εισροή αιτούντων άσυλο. Αυτή είναι μια αντίδραση στην αυξανόμενη ανησυχία των ψηφοφόρων -άρα αναμφίβολα μια έκφραση της δημοκρατίας και όχι άρνησή της.
Η Λε Πεν εδώ και χρόνια αλλάξει την εικόνα του κόμματός της – απορρίπτοντας πολλές από τις πιο ακραίες πολιτικές και σχέσεις. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, έχει διαρρήξει τις σχέσεις της με τον πατέρα της, τον ιδρυτή του κόμματος, και έχει απορρίψει σχέδια για έξοδο από το ενιαίο νόμισμα της Ευρώπης.
Η ακροδεξιά ηγέτιδα εξακολουθεί να διατηρεί ένστικτα που διαφέρουν από το γαλλικό κατεστημένο. Πρόσφατα δεσμεύτηκε να τερματίσει τη γαλλική οικονομική βοήθεια προς την Ουκρανία. Ορισμένες πολιτικές της -όπως η δέσμευση για εθνική προτίμηση για Γάλλους που αναζητούν εργασία και γαλλικές επιχειρήσεις – θα την έφερναν σε σύγκρουση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.
Αν όμως αναλάβει την προεδρία, η Λε Πεν είναι πιθανό να δει πως μια ολοκληρωτική αντιπαράθεση με την υπόλοιπη ΕΕ θα έχει υπερβολικά μεγάλο πολιτικό και οικονομικό κόστος. Η συμμετοχή σε μια λειτουργική εσωτερική αγορά της ΕΕ παραμένει βασική για την υγεία της γαλλικής οικονομίας. Οι ψηφοφόροι της χώρας το γνωρίζουν αυτό. Οι αγορές ομολόγων -που είναι ένας ακόμα μεγάλος περιορισμός για τις καταχρεωμένες κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας -επίσης θα τρόμαζαν.
Πολλοί από τους φόβους αναφορικά με την Λε Πεν, την AfD και την υπόλοιπη ευρωπαϊκή ακροδεξιά αντανακλούν μνήμες της δεκαετίας του 1930. Η εμπειρία τότε ήταν πως μόλις οι ακροδεξιοί ηγέτες -όπως ο Χίτλερ ή ο Φράνκο- ανέλαβαν την εξουσία, γρήγορα υπονόμευσαν τη δημοκρατία και έφυγαν από την εξουσία μόνο όταν πέθαναν.
Αλλά η σύγχρονη εμπειρία της Ευρώπης είναι πολύ διαφορετική. Η ακροδεξιά έχει μπει στην κυβέρνηση -και αποχώρησε από αυτήν ειρηνικά. Ακόμα και ο Βίκτορ Ορμπάν της Ουγγαρίας αποδέχθηκε την ήττα του στις εκλογές που διενεργήθηκαν νωρίτερα φέτος.
Η άνοδος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία και της Λε Πεν είναι δραματική και θα αυξήσει τις πολιτικές εντάσεις και την αστάθεια. Αλλά αυτό δεν προμηνύεται το τέλος της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.