Ο πόλεμος που είχε σκοπό να φέρει μια γρήγορη ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος βρίσκεται τώρα στον όγδοο μήνα του, χωρίς να διαφαίνεται το τέλος του.
Τι μπορεί, λοιπόν, να συμβεί στη συνέχεια; Το προκαταρκτικό μου συμπέρασμα είναι πως δεν θα πρέπει ποτέ κανείς να υποτιμά την ανθρώπινη βλακεία ή την ανθρώπινη ευφυία. Μέχρι στιγμής έχουμε χοντρικά ισοπαλία των δυο. Για πόσο θα κρατήσει αυτό; Αυτό είναι το ερώτημα.
Σε μια συγκλονιστική ανάλυση, ο John Mearsheimer του Πανεπιστημίου του Σικάγο περιγράφει τον πόλεμο στο Ιράν ως τη «Μητέρα όλων των Στρατηγικών Γκαφών».
Μεταξύ άλλων, σημειώνει, οι ΗΠΑ πήγαν στον πόλεμο με τον ψευδή ισχυρισμό πως το Ιράν βρίσκοταν στο χείλος της απόκτησης πυρηνικού όπλου· νόμιζαν πως η αεροπορική δύναμη από μόνη της θα έφερνε αλλαγή καθεστώτος, κάτι που ποτέ δεν ήταν αποτελεσματικό· δεν είχαν κάποιο εναλλακτικό σχέδιο για να αντιμετωπίσουν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν.
Επίσης, δεν πέτυχαν κανέναν από τους τέσσερις βασικούς στόχους τους –αλλαγή καθεστώτος, τερματισμό της δυνατότητας εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν, τερματισμό της δυνατότητας πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και τερματισμό της υποστήριξης προς τη Χαμάς, τη Χεζμπολά και τους Χούθι.
Το κλείσιμο των Στενών έχει κάνει σημαντική ζημιά στη διεθνή οικονομία και μπορεί να κάνει ακόμα περισσότερη· και η δομή της συμμαχίας των ΗΠΑ (στον Κόλπο και αλλού) έχει βλαφθεί. Όλα αυτά, επιπλέον, είναι η μισή μόνο λίστα των παραπόνων.
Η ηλιθιότητα είναι πράγματι εντυπωσιακή. Ακόμα και τώρα δεν μπορούμε να μαντέψουμε πώς θα τελειώσει. Ωστόσο υπάρχει ένα αντεπιχείρημα. Ο πόλεμος μπορεί πράγματι να είναι μια στρατηγική γκάφα. Αλλά η οικονομική ζημιά ήταν απρόσμενα μέτρια.
Όπως σημείωνε τον Αύγουστο ο Johannes Urpelainen του Johns Hopkins School of Advanced International Studies, «πολλοί ειδήμονες νόμιζαν αρχικά πως αυτή η διατάραξη στον εφοδιασμό θα έστελνε τις τιμές του πετρελαίου στα 200 δολάρια το βαρέλι, προκαλώντας τεράστιο πληθωρισμό και παγκόσμια ύφεση. Αντ’ αυτού, οι τιμές του πετρελαίου κορυφώθηκαν στα 126 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο του 2026». Σήμερα, η πραγματική τιμή του αργού πετρελαίου εξακολουθεί να είναι κοντά στον μακροχρόνιο μέσο όρο της από το 1972. (Βλ. διαγράμματα).
Πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό, δεδομένου ότι ο Fatih Birol, επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, δήλωσε τον Μάρτιο πως αυτή ήταν «η μεγαλύτερη απειλή στην ιστορία για την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια»; Η απάντηση είναι η ευφυΐα.
Ο Urpelainen σημειώνει πως «πρώτον, η ενεργειακή μετάβαση έχει μειώσει την εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο. Δεύτερον, οι εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν αποδειχθεί ανθεκτικές και προσαρμοστικές.
Τρίτον, οι παραγωγοί εκτός Μέσης Ανατολής ενήργησαν γρήγορα για να παράγουν περισσότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Τέλος, η χρήση των παγκόσμιων πετρελαϊκών αποθεματικών έχει καλύψει το υπόλοιπο κενό».
Η ευελιξία ισχύει ιδιαιτέρως στον Κόλπο. Ο πρώην διπλωμάτης Mohammed Elsoukkary γράφει: «μέχρι το τέλος του Σεπτεμβρίου οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις φέρνουν τις περιφερειακές εξαγωγές αργού σε περίπου 16,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σε σύγκριση με τα 19,5 εκατ. βαρέλια τον Φεβρουάριο, συμπεριλαμβανομένων περίπου 9,7 εκατ. βαρελιών που μεταφέρονται μέσω των Στενών του Ορμούζ».
Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό επίτευγμα. Ωστόσο, μην ξεχνάμε πως καταναλώνουμε προϊόντα, όχι αργό πετρέλαιο. Υπήρξε σημαντική ζημιά για τα διυλιστήρια στον Κόλπο. Επιπλέον, τα διυλιστήρια έχουν στηθεί ώστε να επεξεργάζονται συγκεκριμένους τύπους αργού πετρελαίου, άρα έχουν προκύψει ελλείψεις προϊόντων.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το diesel. Αυτό οδήγησε ακόμα και τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να εξετάσει ένα σχέδιο (πλέον το εγκατέλειψε) για παύση των αμερικανικών εξαγωγών. Αλλά άλλα προϊόντα εμφάνισαν επίσης μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών από το αργό πετρέλαιο, κυρίως το φυσικό αέριο και το θείο.
Ωστόσο, η διατάραξη στον εφοδιασμό πετρελαίου, στις τιμές πετρελαίου και στην παγκόσμια οικονομία ευρύτερα, στην πραγματικότητα υπήρξε απρόσμενα διαχειρίσιμη. Σε ό,τι αφορά το σύνολο της οικονομίας, όπως σημειώνει στο Project Syndicate o Nouriel Roubini, αυτό οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην τεράστια επενδυτική έκρηξη που έχει πυροδοτήσει η τεχνητή νοημοσύνη.
Αλλά, για τη μελλοντική υγεία της παγκόσμιας οικονομίας, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το επίπεδο των επενδύσεων, αλλά ο ρυθμός ανάπτυξής τους, όπως και η τελική οικονομική συνεισφορά της ίδιας της τεχνητής νοημοσύνης. Οπωσδήποτε κάποια στιγμή οι επενδύσεις θα επιβραδυνθούν. Ως προς την οικονομική συνεισφορά της τεχνητής νοημοσύνης (ή τις καταστροφικές της ιδιότητες), ποιος γνωρίζει με βεβαιότητα;
Υπάρχουν και άλλες εστίες ευθραυστότητας. Μια από αυτές, την οποία ανέλυσα την περασμένη εβδομάδα, είναι η διαχειρισιμότητα του παγκόσμιου χρέους σε μια περίοδο αυξανόμενων επιτοκίων.
Η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ βρίσκονται στο στόχαστρο. Υπάρχει ένας ιδιαίτερος κίνδυνος για τις χώρες των οποίων το δημόσιο χρέος είναι συντριπτικά βραχυπρόθεσμο αφού, ως εκ τούτου, διαθέτουν ελάχιστη ασφάλεια έναντι της επίπτωσης του υψηλότερου πληθωρισμού στα επιτόκια.
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα, επομένως, είναι αν η αντιπαράθεση μεταξύ της ηλιθιότητας και της ευφυίας θα συνεχιστεί. Εάν συνεχιστεί, το ενεργειακό σοκ τουλάχιστον θα πρέπει να παραμείνει συγκρατημένο.
Αλλά αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο: η τρέχουσα κατάσταση, και κυρίως η μείωση των αποθεμάτων, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Η αξιοσημείωτη καταστολή της εγχώριας ζήτησης από την Κίνα μπορεί επίσης να μην διαρκέσει. Εάν αυτά σταματήσουν, οι τιμές του αργού μπορεί να εκτιναχθούν σε πιο αποσταθεροποιητικά επίπεδα.
Ένα ακόμα μεγαλύτερο ερώτημα είναι προς τα πού θα κατευθυνθεί ο ίδιος ο πόλεμος. Μήπως ο Τραμπ δει το τέλος των ενδιάμεσων εκλογών ως μια ευκαιρία να απελευθερώσει την πολεμοχαρή του διάθεση; Όντας πλέον πολιτικά αποδυναμωμένος, ίσως σκεφτεί ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με αυτούς τους ενοχλητικούς Ιρανούς.
Αν συμβεί αυτό, πόσο μακριά θα μπορούσε (και θα ήθελε) να φτάσει το Ιράν προκαλώντας ζημιές στις πετρελαϊκές υποδομές των γειτόνων του; Αυτό που προκαλεί εντύπωση, άλλωστε, είναι το πόσο πολύ πετρέλαιο του Κόλπου εξακολουθεί να ρέει. Μήπως διαταραχθεί ξανά αυτό;
Εναλλακτικά, θα μπορούσε (ή θα ήθελε) ένα Κογκρέσο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές να ανακόψει τέτοιες προσπάθειες; Ή μήπως ο Τραμπ θα βαρεθεί όλη αυτή την ιστορία και θα αφήσει τις εχθροπραξίες να ξεθυμάνουν σε μια κακότροπη (και πιθανώς άτυπη) κατάπαυση του πυρός;
Ένα πλεονέκτημα των αυθαίρετων δεσποτών είναι ότι μπορούν τόσο εύκολα να βαρεθούν. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο Τραμπ βρίσκει πλέον ιδιαίτερα διασκεδαστικό τον πόλεμο με το Ιράν. Ακόμη και αυτός πρέπει να δυσκολεύεται πραγματικά να πιστέψει ότι πρόκειται για κάποιον σπουδαίο θρίαμβο.
Εξάλλου, όπως λέει και ο Mearsheimer, δεν έχει επιτύχει κανέναν από τους στόχους του. Το Ιράν είναι καταπονημένο, αλλά το απεχθές καθεστώς του και η επιρροή του στον Κόλπο μοιάζουν μάλλον ασφαλή. Ο Τραμπ σίγουρα θα μπει στον πειρασμό να διακηρύξει τη νίκη του και να προχωρήσει παρακάτω.
Ο αμερικανικός λαός θα ήταν ενθουσιασμένος. Μήπως, λοιπόν, τελειώσουν όλα αυτά «όχι με πάταγο, αλλά με μυξοκλάματα;»;