Γιατί πέφτουν οι τραπεζικές μετοχές ενώ τα επιτόκια αυξάνονται

Η υποχώρηση των τραπεζικών μετοχών αντανακλά ανησυχίες για το κόστος χρηματοδότησης και την πίεση στα περιθώρια κέρδους. Ανθεκτική ζήτηση για δάνεια και οι χαμηλότερες αποτιμήσεις αφήνουν περιθώρια υπεραπόδοσης.

Δημοσιεύθηκε: 10 Οκτωβρίου 2026 - 08:06

Load more

Τα αυξανόμενα επιτόκια μπορούν να αποδειχθούν είτε ευνοϊκά, είτε δυσμενή για τις τράπεζες. Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, η επίδρασή τους είναι θετική.

Η πρόσφατη πτώση των τραπεζικών μετοχών, παρά το γεγονός ότι οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν φτάσει σε υψηλά πολλών δεκαετιών, αντανακλά τις ανησυχίες ότι έχουν ενεργοποιηθεί κάποιες ασυνήθιστες δυνάμεις. 

Οι τράπεζες γενικά ευνοούνται από τα υψηλότερα επιτόκια, καθώς αυτά που χρεώνουν στους δανειολήπτες τείνουν να αυξάνονται περίπου παράλληλα με τα επιτόκια αναφοράς της αγοράς, ενώ μόνο ένα μέρος αυτής της αύξησης μετακυλίεται στους αποταμιευτές μέσω υψηλότερων επιτοκίων καταθέσεων.

Παρ’ όλα αυτά, παρά την πρόσφατη άνοδο των επιτοκίων, ο πανευρωπαϊκός τραπεζικός δείκτης έχει υποχωρήσει κατά 7% από τις αρχές Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας σχεδόν διπλάσιες απώλειες σε σχέση με την ευρύτερη αγορά.

Όσον αφορά τα δάνεια, ένας από τους κινδύνους είναι τα επιτόκια να αυξηθούν τόσο πολύ, ώστε η ζήτηση να αρχίσει να υποχωρεί. Από αυτή την άποψη, ο τραπεζικός δανεισμός μοιάζει με οποιοδήποτε άλλο προϊόν. Το μέσο επιτόκιο ενός στεγαστικού πενταετούς διάρκειας στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεπέρασε πρόσφατα το 6% — κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για τράπεζες όπως η Lloyds, οι οποίες επιδιώκουν να αυξήσουν τη χορήγηση δανείων.

Σημασία έχει και το είδος της μεταβολής των επιτοκίων. Τον τελευταίο καιρό, τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα έχουν καταγράψει μεγαλύτερες αυξήσεις αποδόσεων από ό,τι τα μακροπρόθεσμα. Καθώς το επιχειρηματικό μοντέλο των τραπεζών βασίζεται στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό και στη μακροπρόθεσμη χορήγηση δανείων, αυτή η εξέλιξη —γνωστή στην ορολογία των αγορών ως «bear flattener»— πλήττει την κερδοφορία.

Παράλληλα, αν αυξηθεί το κόστος χρηματοδότησης, τα διευρυνόμενα περιθώρια κέρδους που απολαμβάνουν οι τράπεζες ενδέχεται να αρχίσουν να συρρικνώνονται.

Ο ανταγωνισμός για την προσέλκυση καταθέσεων είναι εντονότερος από ό,τι παλαιότερα, χάρη στις φιλόδοξες fintech εταιρείες που προσφέρουν υψηλές αποδόσεις στις αποταμιεύσεις. Η εμφάνιση νέων ψηφιακών βοηθών τεχνητής νοημοσύνης, όπως το Muse της Meta, δημιουργεί επίσης την —όχι και τόσο ευνοϊκή για τις τράπεζες— προοπτική οι καταναλωτές να διαχειρίζονται τα οικονομικά τους με πιο ενεργό τρόπο.

Ο εντονότερος ανταγωνισμός για την προσέλκυση αποταμιευτών αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση των λεγόμενων «συντελεστών μετακύλισης των επιτοκίων καταθέσεων» (deposit betas). Ο δείκτης αυτός αποτυπώνει σε ποιον βαθμό μια τράπεζα πρέπει να μετακυλίσει στους καταθέτες της μια αύξηση του βασικού επιτοκίου της κεντρικής τράπεζας.

Αναμένεται, λοιπόν, ότι οι επικεφαλής των τραπεζών θα δεχθούν πιεστικές ερωτήσεις σχετικά με αυτόν τον δείκτη, όταν ανακοινώσουν τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου: οι αμερικανικές τράπεζες πρόκειται να το κάνουν την επόμενη εβδομάδα και οι ευρωπαϊκές την εβδομάδα που ακολουθεί.

Δεν συμμερίζονται όλοι αυτές τις ανησυχίες. Οι αναλυτές της Keefe, Bruyette & Woods εκτιμούν ότι στην Ευρώπη το κόστος των καταθέσεων και το κόστος των δανείων αυξάνονται παράλληλα, περιορίζοντας έτσι τις πιέσεις στα περιθώρια κέρδους. Από την πλευρά του, ο οικονομικός διευθυντής της Deutsche Bank, Ράτζα Άκραμ, δήλωσε σε πρόσφατο συνέδριο ότι οι μεταβολές των επιτοκίων αναμένεται να οδηγήσουν σε υψηλότερα έσοδα.

Εξάλλου, δεν είναι όλες οι ασυνήθιστες δυνάμεις αρνητικές. Μέρος της ζήτησης για δάνεια στην Ευρώπη τροφοδοτείται από μακροπρόθεσμες τάσεις, όπως οι επενδύσεις στην άμυνα και στις υποδομές. Αυτό το είδος ζήτησης αναμένεται να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου, ακόμα και όταν οι τιμές του δανεισμού είναι υψηλότερες.

Η ετήσια αύξηση των δανείων προς επιχειρήσεις στην ευρωζώνη ξεπέρασε το 4% τόσο τον Ιούλιο όσο και τον Αύγουστο, φτάνοντας σε υψηλά τριών και πλέον ετών

Η πρόσφατη υποχώρηση των τραπεζικών μετοχών σημαίνει ότι οι προσδοκίες της αγοράς έχουν πλέον διαμορφωθεί σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ο πανευρωπαϊκός τραπεζικός δείκτης διαπραγματεύεται με χαμηλότερο δείκτη τιμής προς κέρδη (forward P/E) σε σύγκριση με τις αρχές του έτους. Αν μάλιστα, οι τράπεζες παρουσιάσουν καλύτερες προοπτικές από τις αναμενόμενες, οι μετοχές τους θα μπορούσαν να φαίνονται ακόμη πιο υποτιμημένες.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν υπεραποδώσει έναντι της ευρύτερης αγοράς επί πέντε συνεχόμενα χρόνια· εξακολουθούν να έχουν πολύ καλές πιθανότητες να το πετύχουν και για έκτη συνεχόμενη χρονιά.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων