Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανταποκρίθηκαν σε αυτές τις προηγούμενες κρίσεις προσεταιριζόμενοι αποφασιστικά τον τον Τραμπ. Αγκάλιασαν τον Ζελένσκι και τον δασκάλεψαν πώς να ακούγεται ευγνώμων και συμφιλιωτικός στις συναλλαγές του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Και κατέκλυσαν τον Τραμπ με τηλεφωνήματα και κολακείες, σε μια προσπάθεια να αμβλύνουν την αμερικανική πολιτική.
Αυτή τη φορά τα πράγματα μοιάζουν διαφορετικά. Ο Ζελένσκι είναι πολύ λιγότερο συγκρατημένος στα σχόλιά του για τον Τραμπ. Έχει κατηγορήσει ευθέως τις ΗΠΑ ότι διακόπτουν τις δορυφορικές υπηρεσίες στην Ουκρανία και έχει υπονοήσει ότι ο Τραμπ γοητεύεται από τους αυταρχικούς ηγέτες.
Οι Ουκρανοί έχουν επίσης αψηφήσει την απαίτηση των ΗΠΑ να σταματήσουν να πλήττουν ρωσικές εγκαταστάσεις ενέργειας. Αυτό το Σαββατοκύριακο σημειώθηκαν μερικά από τα ισχυρότερα πλήγματα μέχρι τώρα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στην Αγία Πετρούπολη.
Οι δηλώσεις του Ζελένσκι μπορεί να κατευθύνονται, σε μεγάλο βαθμό, από τον θυμό και την αγανάκτηση. Αλλά ίσως υπάρχει επίσης κάποιος υπολογισμός πίσω από αυτήν την αλλαγή τόνου. Με τον Τραμπ να αποδυναμώνεται στις δημοσκοπήσεις και τους Ρεπουμπλικάνους προφανώς να οδεύουν προς ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές, θα μπορούσε να αξίζει να απευθυνθεί στους Αμερικάνους παρακάμπτοντας τον πρόεδρο και τα «τσιράκια» του.
Στον δρόμο προς τις κάλπες ακόμα και ορισμένοι υποψήφιοι των Ρεπουμπλικάνων έχουν αμφισβητήσει το σχέδιο του Τραμπ να αγοράσει ρωσικό ντίζελ. Οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν πως οι Αμερικάνοι δεν μοιράζονται τον θαυμασμό του Τραμπ για τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Υπάρχει επίσης σε εξέλιξη μια σημαντική μετατόπιση στον τρόπο που η Ευρώπη προσεγγίζει τη Ρωσία. Υπάρχει μια αυξανόμενη τάση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που δείχνει ότι οι ηγέτες της ηπείρου δεν μπορούν πλέον να ανεχθούν μια κατάσταση όπου μόνο οι Αμερικάνοι μιλούν με τον Πούτιν. Οι δίαυλοι επικοινωνίας με τους Ρώσους είναι ήδη ανοιχτοί και ένα τηλεφώνημα μεταξύ ευρωπαίων ηγετών και του Πούτιν μπορεί να πραγματοποιηθεί σύντομα.
Η αλλαγή στην προσέγγιση αντανακλά μια πεποίθηση πως ο προσεταιρισμός του Τραμπ είναι όλο και πιο αναποτελεσματικός –ιδιαίτερα δεδομένης της ενασχόλησης του προέδρου με τις ενδιάμεσες εκλογές και τον θυμό του για αυτό που θεωρεί αποτυχία της Ευρώπης να τον βοηθήσει στο Ιράν.
Οι Ευρωπαίοι φοβούνται επίσης πως η αμερικανική πολιτική καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από μια επιθυμία για επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Ρωσία, αντί για ένα συνεκτικό όραμα ασφάλειας.
Η προσέγγιση της ίδιας της Ευρώπης αυτή τη στιγμή στηρίζεται σε δυο βάσεις – την υποστήριξη της Ουκρανίας και τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Και οι δύο πολιτικές θεωρούνται κρίσιμης σημασίας, ιδιαίτερα αφού η υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία εξασθενεί.
Η άμεση ευρωπαϊκή εμπλοκή στις ειρηνευτικές προσπάθειες, όμως, μοιάζει επίσης όλο και περισσότερο αναγκαία –ιδιαίτερα αφού το ευρωπαϊκό χρήμα είναι αυτό που κρατά «ζωντανή» την Ουκρανία, μετά την διακοπή της αμερικανικής οικονομικής βοήθειας.
Οι Ευρωπαίοι φαίνονται σίγουροι πως ο Πούτιν θα είναι πρόθυμος να συνομιλήσει μαζί τους. Αλλά ο ίδιος o Ρώσος ηγέτης εκτιμάται πως ρίχνει την ιδέα μιας τριμερούς συνόδου μεταξύ του ιδίου, του Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ της Κίνας. Μια τέτοια σύνοδος θα εξυπηρετούσε τις αξιώσεις της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης –και θα άφηνε την Ουκρανία και τους σημαντικότερους υποστηρικτές της έξω από το δωμάτιο.
Η ρωσική επιφυλακτικότητα για συνομιλίες με τους Ευρωπαίους ίσως ενισχύεται από το είδος των προτάσεων που θα μπορούσαν να τεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αν και όταν πραγματοποιηθούν οι ευρωπαϊκές συνομιλίες με τον Πούτιν , πιθανόν θα παρουσιαστούν στον Ρώσο ηγέτη δυο πιθανοί δρόμοι προς την ειρήνη.
Ο πρώτος είναι να «παγώσει» η σύγκρουση στην υφιστάμενη γραμμή του μετώπου –με αντάλλαγμα μια εγγύηση πως η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ. Η δεύτερη επιλογή θα είναι η Ουκρανία να εκχωρήσει το υπόλοιπο του Ντονμπάς στη Ρωσία –αλλά στη συνέχεια να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Και οι δυο αυτές επιλογές θα θεωρηθούν ως προδοσία από ορισμένους στην Ουκρανία. Αλλά δεδομένης της ισχυρής επιθυμίας για ειρήνη στη χώρα του, ο Ζελένσκι μπορεί να καταφέρει να πουλήσει οποιαδήποτε από τις δύο επιλογές. Οι Ευρωπαίοι είναι πολύ λιγότερο σίγουροι πως ο Πούτιν είναι έτοιμος να αποδεχθεί οποιαδήποτε από τις δύο ιδέες. Αλλά εξακολουθούν να θεωρούν πως είναι σημαντικό να αρχίσουν να μιλούν απ’ ευθείας στους Ρώσους.
Μαζί με τη διπλωματική αναθεώρηση, υπάρχει επίσης αυξανόμενη ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα να εξαρτάται λιγότερο από την Αμερική για κρίσιμες δυνατότητες –ιδιαιτέρως την δορυφορική κάλυψη που προσφέρουν οι Starshield και Starlink.
Δυο φινλανδικές εταιρείες –η Nokia και η Iceye- ανακοίνωσαν αυτόν τον μήνα συνεργασία για την ανάπτυξη δικτύων δορυφορικών επικοινωνιών για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς. Αλλά οι πρώτες παρουσιάσεις δεν αναμένονται πριν το 2028 –άρα αυτό δεν μπορεί να λύσει τα άμεσα προβλήματα της Ουκρανίας.
Για την ώρα, η κυβέρνηση Ζελένσκι εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές δορυφορικές δυνατότητες τόσο για την άμυνα της χώρα από τις εισερχόμενες επιθέσεις, όσο και για τη συλλογή πληροφοριών για επιθετικές επιχειρήσεις. Πράγματι, οι Ουκρανοί δεν έχουν χάσει την ελπίδα τους πως μπορεί να πείσουν τις ΗΠΑ να δώσουν δορυφορική βοήθεια, επιτρέποντάς τους να στοχεύσουν σημεία εκτόξευσης πυραύλων βαθιά εντός της Ρωσίας.
Το γεγονός πως η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται τόσο πολύ από τις αμερικανικές δυνατότητες ίσως υποδηλώνει πως είναι προς το συμφέρον του Ζελένσκι να συνεχίσει να είναι όσο το δυνατόν πιο δουλοπρεπής γίνεται στον Τραμπ και στον Ίλον Μασκ –με την ελπίδα πως θα ενδώσουν και θα δώσουν στο Κίεβο τη βοήθεια που χρειάζεται.
Αντ’ αυτού, ο Ουκρανός ηγέτης έχει πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Έχει συζητήσει ακόμα και την πιθανότητα οι ΗΠΑ να παίρνουν ανοικτά το μέρος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. «Έχει γίνει σαν τον Κάρνεϊ», είναι η ετυμηγορία ενός κορυφαίου Ευρωπαίου.
Αυτή είναι οπωσδήποτε μια ριψοκίνδυνη στρατηγική. Αλλά ο Τραμπ δεν έχει αφήσει στους Ουκρανούς και πολλές καλύτερες επιλογές.