Το πολιτικό κέντρο της Γαλλίας κλονίζεται από την κοινωνική έκρηξη

Οι βίαιες ταραχές, η δημοσιονομική ασφυξία και η κρίση εμπιστοσύνης εντείνουν την πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία γράφει το Editorial των FT. H ακροδεξιά και η ακροαριστερά κερδίζουν έδαφος.

Δημοσιεύθηκε: 22 Οκτωβρίου 2026 - 07:22

Load more

Ακόμα και για μια χώρα που είναι εξοικειωμένη με τις μαζικές διαμαρτυρίες τα επεισόδια και οι λεηλασίες που καταγράφηκαν σε όλη τη Γαλλία το Σαββατοκύριακο ήταν σοκαριστικές.

Περίπου 2.400 άνθρωποι συνελήφθησαν και τουλάχιστον 3.000 καταστήματα και επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν ή υπέστησαν ζημιές. Ο όχλος διέρρηξε ή πυρπόλησε δημοτικά κτήρια, δίνοντας στο ξέσπασμά του μία αίσθηση αντάρτικου.

Η ήδη σοβαρά μειωμένη πολιτική ισχύ του προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν κείτεται τώρα στα χαλάσματα του δημαρχείου του 19ου αιώνα της Λιμόζ που σιγοκαίνε, μετά τη φωτιά που έβαλε ο όχλος στο κτίριο.

Η κυβέρνηση έχει κατηγορήσει τους εξτρεμιστές της ακροαριστεράς και τα εγκληματικά στοιχεία για υποκίνηση της αταξίας που σημειώθηκε μια ημέρα μετά τις γενικότερα ειρηνικές διαδηλώσεις ενάντια στη μείωση του βιοτικού επιπέδου, την κατάρρευση των δημοσίων υπηρεσιών και μια σειρά άλλων ζητημάτων που προκαλούν δυσαρέσκεια.

Αντικαπιταλιστές αναρχικοί από το λεγόμενο «μαύρο μπλοκ» μπορεί κάλλιστα να είχαν ρόλο στις βιαιοπραγίες –casseurs, ή καταστροφείς, και κοινοί πλιατσικολόγοι, που έψαχναν για λάφυρα ή για κάποια συγκίνηση οπωσδήποτε έπαιξαν και αυτοί ρόλο.

Ο καθένας φέρει ευθύνη για το ασυλλόγιστο χάος και την καταστροφή. Αλλά και η κυβέρνηση θα πρέπει να φέρει σημαντικό μέρος της ευθύνης, για την κολοσσιαία αποτυχία σε επίπεδο αστυνόμευσης και πληροφοριών.

Οι αρχές εκτίμησαν πολύ λανθασμένα το μέγεθος των διαδηλώσεων του Σαββάτου και την παρουσία ταραχοποιών στοιχείων. Οι αστυνομικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν ήταν ανεπαρκείς και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έφεραν επαρκή εξοπλισμό.

Ερώτημα τίθεται και για την χωρίς σχέδιο προσέγγισή τους στις δημόσιες αναταραχές. Κατά τη διάρκεια εβδομάδων με διαδηλώσεις μαθητών λυκείου, κάποιες φορές χρησιμοποίησαν σκληρές τακτικές. Αυτή τη φορά ήταν ανεπαρκείς.

Τη Δευτέρα ο Μακρόν αρνήθηκε να αποδεχθεί την παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών Λωρέν Νουνιεζ, ο οποίος διετέλεσε κορυφαίος αξιωματούχος της αστυνομίας του Παρισιού. Υπουργοί έχουν πέσει για λιγότερα.

Αυτό το όργιο βίας στους δρόμους προβάλλει μια εικόνα μιας κυβέρνησης που έχει χάσει τον έλεγχο. Διαβρώνει τη λαϊκή εμπιστοσύνη στις κρατικές αρχές, υπονομεύει την επιχειρηματική εμπιστοσύνη και αμαυρώνει τη διεθνή φήμη της Γαλλίας, με δυνητικά βλαπτικές επιπτώσεις για τη σημαντική τουριστική της βιομηχανία.

Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνού, ο οποίος δεν διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και ο πρόεδρος, ο οποίος δεν έχει τη λαϊκή υποστήριξη, δεν μπορούν ρεαλιστικά να κάνουν και πολλά στους τελευταίους μήνες της θητείας τους πριν τις εκλογές την ερχόμενη άνοιξη.

Πρέπει όμως τουλάχιστον να κρατούν τη χώρα ασφαλή. Ο Λεκορνού ζήτησε τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας τη Δευτέρα για να αποτρέψει τις περαιτέρω αναταραχές και δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης.

Ένας λόγος που η κυβέρνηση δυσκολεύεται να εκτονώσει τις μαθητικές διαδηλώσεις, που τώρα απειλούν να εξελιχθούν σε κάτι πιο γενικευμένο, είναι πως δεν έχει χρήμα να ρίξει στο πρόβλημα –η παραδοσιακή απάντηση στις κοινωνικές δυσαρέσκειες.

Ο Μακρόν βρήκε να δώσει περίπου 11 δισ. ευρώ για να εκτονώσει τις διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων το 2018-2019. Αυτή τη φορά τα ταμεία είναι πραγματικά άδεια. Οι αγορές ομολόγων πιέζουν το Παρίσι καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για την έλλειψη ενός συμφωνημένου δρόμου προς τη σταθεροποίηση του χρέους.

Η κυβέρνηση σκοπεύει να κάνει περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων 43 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Οποιαδήποτε απόπειρα να ξοδέψει χρήματα για να γλιτώσει από τα προβλήματα θα μπορούσε να της γυρίσει μπούμερανγκ με νέο ξεπούλημα χρέους και υψηλότερα κόστη δανεισμού.

Καθώς απομένουν έξι μήνες μέχρι τις προεδρικές εκλογές, οι διαδηλώσεις και οι βίαιες συγκρούσεις των τελευταίων εβδομάδων έχουν ενισχύσει τα πολιτικά άκρα της Γαλλίας, ενώ υπονομεύουν το κέντρο.

Για την ακροδεξιά ηγέτιδα Μαρίν Λε Πεν η αίσθηση μιας κυβέρνησης που χάνει τον έλεγχο είναι δώρο. Το κόμμα της έχει αποδώσει την ευθύνη για τα βίαια επεισόδια στη μετανάστευση, προδίδοντας τα χειρότερα ένστικτα του κόμματος. Είναι δύσκολο όμως να διαφωνήσει κανείς με την περιγραφή της για μια προεδρία που «έχει χάσει δυναμική, είναι εξουθενωμένη και αποπροσανατολισμένη».

Εν τω μεταξύ, ο ακροαριστερός ηγέτης Ζαν-Λουκ Μελανσόν έχει ενθαρρύνει τους διαδηλωτές και τους έχει χρησιμοποιήσει για να ενισχύσει την ελκυστικότητά του ως αντισυστημικός υποψήφιος, αν και οι εξεγέρσεις αυτού του Σαββατοκύριακου θα μπορούσαν να βλάψουν την πρόσφατη δημοσκοπική του άνοδο.

Ο Εντουάρντ Φιλίπ, ο κορυφαίος κεντρώος, αμαυρώνεται από τη σχέση του με μια αδύναμη κυβέρνηση και δυσκολεύεται να καθορίσει μια ελκυστική νέα κατεύθυνση.

Πράγματι, οι ευρείες δυσαρέσκειες και η γενικότερη ατμόσφαιρα που μυρίζει μπαρούτι έχουν αποκαλύψει το βάθος των κοινωνικών προβλημάτων της Γαλλίας. Δυστυχώς, κανένας από τους υποψήφιους δεν φαίνεται να γνωρίζει τι να κάνει ώστε πραγματικά να τα διορθώσει.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων