Το 1971, ο τότε υπουργός Οικονομικών John Connally, απάντησε στις ευρωπαϊκές διαμαρτυρίες για την αμερικανική νομισματική πολιτική με μια απλή, μνημειώδη φράση: «δικό μας το νόμισμα, δικό σας το πρόβλημα».
Πενηνταπέντε χρόνια μετά, δεδομένου του πώς οι σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες της Αμερικής επηρεάζουν τον υπόλοιπο κόσμο, η φράση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: «δικές μας οι αποδόσεις, δικό σας το πρόβλημα».
Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί τους τελευταίους μήνες, με αυτή του 10ετούς treasury που είναι το παγκόσμιο σημείο αναφοράς να αυξάνεται από τα χαμηλά του περίπου 3,96% τον Φεβρουάριο στο 5,36% στις αρχές αυτού του μήνα –το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο δεκαετιών. Τώρα διαπραγματεύεται γύρω στο 5%. Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου κορυφώθηκε πρόσφατα σε επίπεδο που είχαμε να δούμε από το 2002.
Οι πρωταρχικές αιτίες αυτού ήταν οι «δίδυμες μηχανές» της σημερινής δυναμικής στις ΗΠΑ. Η πρώτη είναι η αναπτυξιακή έκρηξη του ιδιωτικού τομέα που οδηγείται από την τεχνολογία και η συνακόλουθη έξαρση στην έκδοση ομολόγων.
Η δεύτερη είναι τα επίμονα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα που συνέπεσαν με την ανάγκη για αναχρηματοδότηση χρέους που λήγει σε μια περίοδο που μειώνεται η διαθεσιμότητα κεφαλαίων από παραδοσιακά αξιόπιστους μακροπρόθεσμους κατόχους αμερικανικών τίτλων σταθερού εισοδήματος.
Αυτό έχει ενταθεί από τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, ιδιαίτερα καθώς οι επίμονα αυξημένες τιμές του ντίζελ και άλλων ενεργειακών προϊόντων μετακυλίονται σε ένα ευρύτερο φάσμα τιμών.
Δεδομένου του μεγέθους της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για χρηματοδότηση ομολόγων, ό,τι συμβαίνει στην αμερικανική αγορά ομολόγων δεν μένει στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, αγγίζει και άλλες χώρες και εκθέτει τις διαρθρωτικές τους αδυναμίες.
Όπως συνέβη και το 1971, οι ΗΠΑ επωφελούνται του «υπερβολικού προνομίου» να έχουν το αποθεματικό νόμισμα του κόσμου. Επωφελούνται επίσης καθώς διαθέτουν το βαθύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στο οποίο οι άλλες χώρες αναθέτουν τη διαχείριση του πλούτου και των αποταμιεύσεών τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες περιοχές της Ευρώπης τιμωρούνται λόγω διαρθρωτικών αδυναμιών, ρίχνοντας αλάτι στις πληγές. Οι ΗΠΑ όχι μόνο έχουν εισαγάγει κεφάλαια από την Ευρώπη, που έχει έναν πιο δυναμικό και επιχειρηματικό ιδιωτικό τομέα, αλλά πλέον εξάγουν οικονομικές πιέσεις μέσω του κόστους δανεισμού που επηρεάζει τις κυβερνήσεις, τις εταιρείες, τα ενυπόθηκα δάνεια και τα νοικοκυριά.
Η Γαλλία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτή τη στιγμή. Έχει γίνει ιδιαίτερα ευάλωτη από τη χαμηλή ανάπτυξη και το εξαιρετικά πολωμένο εγχώριο πολιτικό κλίμα εν όψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους.
Μια πολιτική κατάσταση που δημιουργεί πρόβλημα στη δημοσιονομική προσαρμογή έχει οδηγήσει στο ιστορικά περίεργο φαινόμενο τα ομόλογα μιας χώρας του «πυρήνα» της ευρωζώνης να διαπραγματεύονται σε επίπεδα «περιφέρειας».
Οι αποδόσεις σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες επίσης κινούνται ανοδικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο έκθεσης διαρθρωτικών αδυναμιών καθώς οι αυξημένες τιμές ενέργειας εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Έπειτα υπάρχει η πιθανότητα μετάδοσης του προβλήματος στις αμερικανικές αγορές.
Αν και η πιθανότητα αυτή μπορεί να μοιάζει περιορισμένη, ωστόσο εξακολουθεί να ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργηθούν αποσταθεροποιητικοί κύκλοι αλληλεπίδρασης μεταξύ των χρηματοπιστωτικών αγορών των ΗΠΑ και της Ευρώπης.
Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ελπίζουν πως θα υπάρξει σημαντική πτώση στις αμερικανικές αποδόσεις. Ωστόσο η επίτευξη αυτού του ευνοϊκού αποτελέσματος μέσω σημαντικής δημοσιονομικής προσαρμογής στην Αμερική, αν και είναι επιθυμητή, είναι εξαιρετικά απίθανη.
Πράγματι, αν πέσουν οι αποδόσεις, πιθανότατα θα είναι αποτέλεσμα μιας ανώμαλης προσγείωσης της αμερικανικής οικονομίας που θα υπονόμευε άμεσα την παγκόσμια ζήτηση και το εμπόριο, αυξάνοντας ως εκ τούτου την πιθανότητα για ένα νέο κύμα δασμών και περιορισμών. Αυτό θα δημιουργούσε πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες στην Ευρώπη από ό,τι οι τρέχουσες αυξημένες αποδόσεις.
Έτσι η Ευρώπη, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιμένει να σωθεί από την αμερικανική αδυναμία. Ούτε θα πρέπει οι κυβερνήσεις να βασίζονται στις κεντρικές τους τράπεζες όπως πρότεινε σε πρόσφατη συνέντευξή της στους Financial Times η επικεφαλής της ακροδεξιάς της Γαλλίας Μαρίν Λε Πεν.
Ο μόνος τρόπος για να ελαχιστοποιηθεί ο πραγματικός και υπαρκτός κίνδυνος της περαιτέρω οικονομικής ζημιάς είναι να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση της ανάπτυξης και παραγωγικότητας, μεταξύ άλλων με τη μείωση της ρυθμιστικής γραφειοκρατίας, την ολοκλήρωση των σχεδίων της ένωσης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αγοράς σε όλο το μπλοκ, την ενίσχυση του εκσυγχρονισμού και της καινοτομίας των υποδομών, και την ανάπτυξη υποσχόμενων start-ups.
Όλα αυτά θα περιόριζαν επίσης τη ροή ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού για τη χρηματοδότηση του αμερικανικού τεχνολογικού τομέα. Οι χώρες πρέπει επίσης να προχωρήσουν στη δική τους δημοσιονομική προσαρμογή, συμπεριλαμβανομένων των φιλοαναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων στους προϋπολογισμούς.
Αυτό που συμβαίνει στις παγκόσμιες αγορές ομολόγων αποτελεί μια ακόμα υπενθύμιση πως η εποχή που εξαρτώμασταν από την αμερικανική οικονομική γενναιοδωρία ή και ένα περιβάλλον τεχνητά συμπιεσμένων παγκόσμιων επιτοκίων, έχει τελειώσει.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη και αλλού πρέπει να ενεργήσουν αναγνωρίζοντας πως ενώ το σημερινό σοκ των επιτοκίων προέρχεται από τις ΗΠΑ, πρέπει να σχεδιάζουν και να εφαρμόσουν εγχώρια τις λύσεις. Μέχρι να το κάνουν αυτό, η αμερικανική αγορά ομολόγων θα εξακολουθήσει να είναι πρόβλημά τους, και θα γίνει ένα όλο και πιο ακριβό πρόβλημα.