Αξίζει να μιλάμε στον Βλαντίμιρ Πούτιν; Ο Ρώσος πρόεδρος έχει ένα μακρύ ιστορικό παραμυθιάσματος των δυτικών ηγετών.
Ο Τζορτζ Ου. Μπους υποστήριξε πως τον κοίταξε στα μάτια και τον βρήκε «πολύ ευθύ και αξιόπιστο». Η Άνγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολάντ ενεπλάκησαν σε παρατεταμένες και άκαρπες διπλωματικές επαφές με τον Πούτιν μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014.
Ο Στηβ Γουίτκοφ, ο αντιπρόσωπος της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, πήγε την αφέλεια σε νέα επίπεδα πρόσφατα, αποκαλώντας τον Πούτιν «ουμανιστή». Το επόμενο πρωί, ρωσική πυραυλική επίθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό Ντνίπρο στην Ουκρανία σκότωσε 15 πολίτες.
Η επικοινωνία με τη Ρωσία του Πούτιν, όμως, συνεχίζεται. Οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί και οι Αμερικανοί αναμένεται να συναντηθούν σύντομα στο Άμπου Ντάμπι (ή αλλού, εάν παρέμβει ο πόλεμος) για ειρηνευτικές συνομιλίες. Σε αυτό το πλαίσιο, έχουν προκύψει τρεις διαφορετικές δυτικές προσεγγίσεις του Πούτιν.
Της πρώτης προσέγγισης ηγούνται ο Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Τραμπ. Επικεντρώνονται στο να κάνουν την Ουκρανία να εκχωρήσει περαιτέρω εδάφη και, από την πλευρά των ΗΠΑ, να εξασφαλίσουν επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Ρωσία.
Τη δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζουν ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ και ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας Γιόνας Γκαρ Στορε. Οι δύο αυτοί ηγέτες είναι σθεναροί υποστηρικτές της Ουκρανίας –αλλά πιστεύουν πως οι Ευρωπαίοι πρέπει να μιλήσουν απευθείας με τη Ρωσία. Πραγματοποίησαν προ ημερών μια 90λεπτη τηλεφωνική συνομιλία με τον Πούτιν.
Η τρίτη άποψη είναι πως το να μιλάει κανείς στον Πούτιν είναι μάταιο και αντιπαραγωγικό. Αυτή η άποψη είναι δημοφιλής στις χώρες της Βαλτικής και στην Πολωνία.
Για πολλούς μήνες, ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ κυριαρχούσαν στον διάλογο. Η πρόταση ότι η Ουκρανία θα πρέπει να εκχωρήσει έδαφος που κατέχει αυτή τη στιγμή προκειμένου να διασφαλίσει μια ειρηνευτική συμφωνία θεωρήθηκε ως προδοσία στο Κίεβο και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.
Πιο πρόσφατα, προωθούν την ιδέα μεταπολεμικών εμπορικών συμφωνιών μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, η έμφαση των Γουίτκοφ και Κούσνερ να μπουν οι μπίζνες στο επίκεντρο μιας ειρηνευτικής συμφωνίας με τη Ρωσία θεωρείται στην καλύτερη περίπτωση ως αφελής –και διεφθαρμένη στη χειρότερη.
Ο Στουμπ και ο Στόρε βρίσκονται σε στενή επαφή με τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ. Αλλά θεωρούν επίσης πως είναι κακή ιδέα η Ευρώπη και η Ουκρανία να αφήσουν την Ουάσιγκτον να ελέγξει τον διάλογο με τον Πούτιν. Θέλουν να «ξαναμπεί στο παιχνίδι» η Ευρώπη.
Οι ηγέτες της Φινλανδίας και της Νορβηγίας συζήτησαν εκτενώς με τον Ουκρανό πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι προτού μιλήσουν με τον Πούτιν. Χρησιμοποίησαν τη συζήτησή τους με τον Ρώσο ηγέτη για να μεταφέρουν το μήνυμα πως ο Ζελένσκι ενδιαφέρεται να μιλήσει απ’ ευθείας με τον Πούτιν –για τα εδάφη και για τις εγγυήσεις ασφαλείας τόσο για την Ουκρανία, όσο και για τη Ρωσία.
Ο Πούτιν φαίνεται να είπε πως είναι πρόθυμος να συναντηθεί με τον Ζελένσκι, αλλά μόνο όταν είναι ξεκάθαρο πως βρίσκεται κοντά μια τελική συμφωνία.
Για να φτάσουν πιο κοντά σε εκείνο το σημείο, ο Ρώσος, ο Φινλανδός και ο Νορβηγός ηγέτης συζήτησαν επίσης «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης». Σε αυτά περιλαμβάνονται μερικές εκεχειρίες επικεντρωμένες στην προστασία της παραγωγής ενέργειας και των εγκαταστάσεων διακίνησης τροφίμων –καθώς και ανταλλαγές φυλακισμένων.
Κάποια στιγμή οι Στουμπ και Στόρε οραματίζονται να κάνουν στην άκρη για να αφήσουν τη Γερμανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο (συν την ΕΕ και πιθανώς την Ιταλία) να αναλάβουν τον διάλογο με το Κρεμλίνο. Αλλά έχουν ήδη αντιμετωπίσει μπαράζ επικρίσεων από ορισμένους Ευρωπαίους συναδέλφους
τους. Η Μέτε Φρέντερικσεν, πρωθυπουργός της Δανίας, δήλωσε πως είναι «πολύ επιφυλακτική με την πρωτοβουλία της Νορβηγίας και της Φινλανδίας» -που όπως άφησε να εννοηθεί θα διασπάσουν την ευρωπαϊκή ενότητα και έτσι θα αμβλύνουν την πίεση προς τη Ρωσία.
Ίσως δεν βοηθά τον Στουμπ και τον Στόρε ότι ο Πούτιν τους υπερασπίστηκε, επαινώντας «ανθρώπους στην Ευρώπη που δεν θέλουν να επιφέρουν στρατηγική ήττα στη Ρωσία, όπως ορισμένοι, αλλά επιδιώκουν να εδραιώσουν κάποιου είδους εποικοδομητικό διάλογο».
Το ερώτημα αν μια «στρατηγική ήττα» για τη Ρωσία θα πρέπει να είναι ο στόχος της Ευρώπης πράγματι υπογραμμίζει τη διαφωνία μεταξύ των στρατοπέδων του Στουμπ και της Φρέντερικσεν. Για την ηγέτιδα της Δανίας –και αυτούς που σκέφτονται όπως αυτή – η μόνη πραγματικά αποδεκτή λύση του πολέμου είναι η ήττα της Ρωσίας και η κατάρρευση του καθεστώτος Πούτιν.
Για το στρατόπεδο Στουμπ-Στόρε, ωστόσο, η ιδέα μιας «στρατηγικής ήττας» για τη Ρωσία είναι μια επικίνδυνη χίμαιρα. Θεωρούν πως είναι απίθανη και, ακόμα και αν συμβεί, τα αποτελέσματα μπορεί να μην είναι απόλυτα καλά. Εκτός από τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ήδη σκέφτονται πώς θα διαμορφωθεί η μεταπολεμική σχέση μεταξύ της Ευρώπης και της Ρωσίας.
Όλες οι πλευρές σε αυτή την ενδο-δυτική διαμάχη αναφορικά με τις συνομιλίες με τον Πούτιν, έχουν τα τυφλά τους σημεία. Η δηλωμένη πεποίθηση της κυβέρνησης Τραμπ πως η Ρωσία μπορεί να δελεαστεί για να εισέλθει σε μια ειρηνευτική συμφωνία με την υπόσχεση οικονομικού οφέλους, διαβάζει εσκεμμένα λάθος αυτό που οδηγεί τον Πούτιν. Δεν επιτέθηκε στην Ουκρανία για οικονομικούς λόγους και δεν θα τερματίσει τον πόλεμο για μια συμφωνία για το πετρέλαιο.
Αυτοί που πιέζουν για στρατηγική ήττα της Ρωσίας, όμως, αυτή τη στιγμή δεν έχουν κάποια πειστική εικόνα ως προς το πώς θα το πετύχουν αυτό. Τείνουν επίσης να υποβαθμίζουν το τεράστιο κόστος που θα έχει για την Ουκρανία η συνέχιση του πολέμου για χρόνια.
Αντιθέτως, εκείνοι οι Ευρωπαίοι που θέλουν να εμπλακούν σε διάλογο με τον Πούτιν τώρα μπορεί να έχουν αυταπάτες ως προς την πραγματική του προθυμία να διαπραγματευτεί έναν ειρηνευτικό διακανονισμό. Όλα δείχνουν πως ο Ρώσος ηγέτης θέλει να γονατίσει την Ουκρανία τον χειμώνα, επιδιώκοντας να καταστρέψει τις ενεργειακές υποδομές και μεγάλο μέρος της ουκρανικής βιομηχανίας.
Ως προς τον Πούτιν, είναι θύμα των ίδιων του των ψευδαισθήσεων. Ο Ρώσος ηγέτης διαρκώς υπερεκτιμά την πρόοδο της Ρωσίας στο πεδίο της μάχης και υποτιμά την ανθεκτικότητα της Ουκρανίας.
Η ειρήνη στην Ουκρανία θα ήταν κάτι υπέροχο. Αλλά εξακολουθεί να φαίνεται πως απέχει πολύ.