Σύνοψη
Ένας πρώην μαθητής του Μάικλ Σάντελ επιστρέφει στις ιδέες του πολιτικού φιλοσόφου για να κατανοήσει πώς η φιλελεύθερη σκέψη -με την «ανεκτικότητα» που οδήγησε στην αποφυγή συζήτησης ηθικών ερωτημάτων, με την αξιοκρατική ρητορική και την τεχνοκρατική εμπιστοσύνη στις αγορές- δημιούργησε το ηθικό κενό που γέμισαν οι λαϊκιστές. Ο Σάντελ είχε προειδοποιήσει εδώ και δεκαετίες· η γενιά που τον άκουσε δεν τον πίστεψε αρκετά. Τώρα, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η απογοήτευση από τον λαϊκισμό θα ανοίξει χώρο για πολιτική ανανέωση -ή αν οι αυταρχικές εναλλακτικές θα εδραιωθούν. |
Του Martin Sandbu
Μια Παρασκευή του φθινοπώρου που μας πέρασε, έλαβα μήνυμα στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο το οποίο με ειδοποιούσε ότι ο Μάικλ Σάντελ, πολιτικός φιλόσοφος στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, θα λάμβανε το Βραβείο Berggruen, ένα είδος Νόμπελ για δημόσιους διανοούμενους.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι ο Σάντελ, διαχρονικός επικριτής του φιλοσοφικού φιλελευθερισμού που έχει επηρεάσει την πολιτική ζωή στη Δύση εδώ και μισό αιώνα, ήταν άξιος νικητής. Ο 72χρονος διδάσκει στο Χάρβαρντ από το 1980, αλλά έχει βρει απήχηση πέρα από τον ακαδημαϊκό μικρόκοσμο, με την εξαιρετικά δημοφιλή σωκρατική προσέγγισή του στη διερεύνηση ηθικών ζητημάτων, τονίζοντας την ανάγκη για μια δημόσια φιλοσοφία που θα είναι λιγότερο υποταγμένη στην αγορά και θα δίνει μεγαλύτερο βάρος στο κοινό αγαθό.
Χαίρει της προσοχής εθνικών ηγετών. Οι δημόσιες διαλέξεις του έχουν προσελκύσει κατάμεστα ακροατήρια σε υπαίθρια στάδια, στην Όπερα του Σίδνεϊ και στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου. Το προπτυχιακό του μάθημα «Δικαιοσύνη» είναι από τα πιο δημοφιλή στο Χάρβαρντ, προσελκύοντας εκατοντάδες φοιτητές κάθε χρόνο. Τη διαδικτυακή του εκδοχή, η οποία είναι ελεύθερα προσβάσιμη, την έχουν παρακολουθήσει εκατομμύρια θεατές από πολλές χώρες, μεταξύ άλλων και από την Κίνα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ο Σάντελ έχει διαμορφώσει τη σκέψη δεκάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων που κατέλαβαν στη συνέχεια προνομιούχες θέσεις στην παγκόσμια ελίτ.
Ήμουν ένας από αυτούς. Ως υποψήφιος διδάκτορας στην πολιτική οικονομία και τη διακυβέρνηση, παρακολούθησα το μεταπτυχιακό σεμινάριο του Σάντελ και εργάστηκα ως βοηθός διδασκαλίας στο μάθημα «Δικαιοσύνη». Έτσι, η είδηση του βραβείου του Σάντελ, την ώρα που ο κόσμος βυθίζεται σε έναν φαύλο κύκλο επιθετικού αντιφιλελεύθερου εθνικισμού και κοινωνικής αναταραχής, μου προκάλεσε ένα αίσθημα νοσταλγίας για εκείνη την πιο αισιόδοξη περίοδο. Όταν πήγα στο Χάρβαρντ το 1998, έμοιαζε πως η ιστορία είχε τελειώσει και ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός είχε θριαμβεύσει. Η γενιά μου ήταν έτοιμη να κυριαρχήσει στον κόσμο που απλωνόταν ολόγυρά της.
Εκ των υστέρων, τα ζητήματα που έχει θίξει ο Σάντελ από τη δεκαετία του 1980 μοιάζουν να ακολουθούν σταθερά τον ρυθμό των κοινωνικών αλλαγών που οδήγησαν εκείνη την εποχή στο τέλος της. Ήταν από εκείνους που προειδοποίησαν νωρίς ότι η κυρίαρχη φιλελεύθερη σκέψη δεν έδινε τη δέουσα προσοχή στον ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινότητες ώστε να μπορούμε να ζούμε ως αυτοκυβερνώμενοι πολίτες. Προειδοποίησε ότι το να βασιζόμαστε στις αγορές για την οργάνωση κάθε πτυχής της ανθρώπινης ζωής θα υπονομεύσει τις κοινωνικές πρακτικές που προσδίδουν νόημα στη ζωή μας. Και αμφισβήτησε τις πολυδιαφημισμένες αντιλήψεις περί αξιοκρατίας. Ο Σάντελ, λοιπόν, έχει πολλά να πει για τη σημερινή εποχή της οργισμένης πολιτικής πόλωσης.
Ο αναπάντεχος αντίκτυπος της επιρροής του αντικατοπτρίζεται στον τρόπο με τον οποίο το κίνημα MAGA και οι ιδεολογικοί του σύμμαχοι στο εξωτερικό χρησιμοποιούν επιχειρήματα που θυμίζουν διεστραμμένες εκδοχές των προειδοποιήσεων του Σάντελ. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, ο «νονός» του MAGA Στιβ Μπάνον και ο τεχνο-ολιγάρχης Πίτερ Τίελ μοιάζουν σαν «γκροτέσκοι Σάντελ» με τα παράπονά τους για το πού έχει οδηγήσει η φιλελεύθερη ελίτ τη χώρα, αν και υπερασπίζονται θέσεις εντελώς διαφορετικές από τις δικές του.
Τα βασικά επιχειρήματα
| ▶O Σάντελ προειδοποίησε εδώ και δεκαετίες ότι ο φιλελεύθερος εξισωτισμός του Ρολς, ζητώντας ηθική «ουδετερότητα» στη δημόσια σφαίρα, άφηνε τα μεγάλα ερωτήματα στις αγορές και τους τεχνοκράτες -αποδυναμώνοντας τους πολίτες. |
| ▶ Ετσι δημιουργήθηκε η «ανεκτικότητα της αποφυγής», ένα ηθικό κενό στον πυρήνα του δημόσιου λόγου, το οποίο γέμισαν ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο υπερ-εθνικισμός -ακριβώς αυτό που βλέπουμε σήμερα. |
| ▶ Ο Σάντελ αμφισβήτησε την αξιοκρατία ακόμη κι όταν αυτή «λειτουργεί»: η «ρητορική της ανόδου» δημιουργεί στους χαμένους την αίσθηση ότι αξίζουν τη θέση τους, ενώ στους νικητές την ψευδαίσθηση ότι κέρδισαν μόνοι τους. |
| ▶ Το MAGA χρησιμοποιεί τώρα διαστρεβλωμένες εκδοχές των επιχειρημάτων του Σάντελ -τα προβλήματα που εντόπισε είναι αληθινά, αλλά οι λύσεις που προτείνει ο λαϊκισμός είναι αυταρχικές. |
| ▶ Ακόμα και ο Μπάιντεν στις ΗΠΑ απέτυχε να αρθρώσει μια «νέα πολιτική κοινών αγαθών» -τα μέτρα του ήταν σωστά αλλά δεν συγκρότησαν νέα πολιτική οικονομία. |
Αν μη τι άλλο, η άνοδος του λαϊκισμού, την οποία είχε προβλέψει ο Σάντελ, έχει εντείνει τα προβλήματα για τα οποία είχε προειδοποιήσει: τη διάβρωση του δημόσιου πνεύματος, τις πολωμένες κοινωνίες, την εμπορευματοποίηση των πάντων, τις απατηλές υποσχέσεις της αξιοκρατίας -εν ολίγοις, τη διαφθορά της δημόσιας σφαίρας. Παρακολουθώντας αυτές τις εξελίξεις, άρχισα να στοχάζομαι εκ νέου όσα είχε γράψει ο Σάντελ σε βάθος δεκαετιών. Αναρωτήθηκα αν εγώ και οι υπόλοιποι της γενιάς μου είχαμε παραλείψει ή αγνοήσει κάποιο κρίσιμο στοιχείο που θα μας προετοίμαζε για αυτή την πολιτική συγκυρία. Ακόμα, ενδεχομένως, και κάποιο σχέδιο για κάτι καλύτερο.
Έτσι, τον περασμένο Νοέμβριο, ξαναήρθα σε επαφή με τον παλιό μου καθηγητή, και κατά τη διάρκεια του χειμώνα είχαμε αρκετές μακρές συζητήσεις για το πού μπορεί να είχαν πάει στραβά τα πράγματα, τόσο στον χώρο των ιδεών όσο και στον κόσμο γενικότερα.
Απατηλές προσδοκίες
Πρόκειται για ιδιαίτερα οδυνηρά ερωτήματα για τη γενιά μου, για εμάς που τώρα βρισκόμαστε ή πλησιάζουμε τα πενήντα. Είμαστε αρκετά μεγάλοι για να έχουμε ζήσει τον Ψυχρό Πόλεμο και τις επαναστάσεις του 1989 και αρκετά νέοι ώστε να είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε τις νέες κοινωνίες που δημιούργησαν. Ιδιαίτερα για εκείνους με προνομιούχο υπόβαθρο ή εκπαίδευση, αυτό που ο Φράνσις Φουκουγιάμα αποκάλεσε «το τέλος της ιστορίας» υποτίθεται ότι θα καθιστούσε την ευημερία, την ελευθερία και τη διαρκώς αυξανόμενη ανεκτικότητα κάτι το εφικτό. Η απώλεια αυτού του ονείρου είναι η απώλεια της γενιάς μας. Μπορεί, μάλιστα, να είναι και δικό μας λάθος.
Αν ήσουν φοιτητής πολιτικής φιλοσοφίας στα μέσα της δεκαετίας του '90 όφειλες να διαλέξεις στρατόπεδο στη διαμάχη του «φιλελευθερισμού εναντίον του κοινοτισμού», όπως είχε γίνει γνωστή την εποχή εκείνη. Αυτή η αντιπαράθεση ιδεών, με την οποία ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή ως προπτυχιακός φοιτητής στην Οξφόρδη στα μέσα της δεκαετίας του '90, είχε φουντώσει αφότου ο κολοσσός της μεταπολεμικής φιλελεύθερης φιλοσοφίας Τζον Ρολς είχε επαναπροσδιορίσει τον χώρο με το magnum opus του το 1974, τη Θεωρία της Δικαιοσύνης. Στο έργο αυτό, ο Ρολς διατύπωσε τη θεώρησή του για τη «δικαιοσύνη ως ακριβοδικία»: δίκαιη κοινωνία είναι αυτή η οποία στηρίζεται σε πολιτικές και οικονομικές ρυθμίσεις που θα επιλέγονταν από ένα πρόσωπο αν δεν γνώριζε εκ των προτέρων ποια θα ήταν η οικονομική, κοινωνική ή πολιτισμική του θέση σε αυτή. Σε μια τέτοια θέση, ισχυριζόταν ο Ρολς, οι άνθρωποι θα υιοθετούσαν ένα σύστημα με εκείνο το μείγμα οικονομικής ελευθερίας και αναδιανομής που θα μεγιστοποιούσε την υλική ευημερία των λιγότερο ευνοημένων, παρέχοντας ταυτόχρονα ίσες ευκαιρίες για όλους και παραμένοντας ουδέτερο ως προς κάθε θρησκευτική, ηθική ή πολιτισμική αντίληψη για το τι συνιστά μια καλή ζωή.
Αυτή η θεωρία του «φιλελεύθερου εξισωτισμού» είχε τεράστια επιρροή. Μέσα από αυτή, ο Ρολς επαναπροσδιόρισε την πολιτική φιλοσοφία σε σημείο που σχεδόν όλα όσα ακολούθησαν ήταν είτε σχόλια είτε κριτικές πάνω στο έργο του, αμφισβητώντας τα συμπεράσματά του αλλά μέσα στο πλαίσιο που ο ίδιος είχε θέσει. Μόνο μια μειοψηφία στοχαστών το αμφισβήτησε θεμελιωδώς. Ο Σάντελ ανήκε σίγουρα σε αυτή τη μειοψηφία.
Όταν έφτασα στο Χάρβαρντ, ο Σάντελ είχε ήδη καθιερωθεί ως πολέμιος του κυρίαρχου φιλελεύθερου παραδείγματος, πρώτα με το βιβλίο που δημοσίευσε το 1982, τον Φιλελευθερισμό και τα Όρια της Δικαιοσύνης, και αργότερα, το 1996, με τη Δυσφορία της Δημοκρατίας (Democracy's Discontent) που πρότεινε μια εναλλακτική αντίληψη της πολιτικής με επίκεντρο το κοινό αγαθό. Η φιλοσοφική κριτική του Σάντελ στη θεωρία του Ρολς ήταν ότι προϋπέθετε έναν αφύσικα «αποψιλωμένο εαυτό», τόσο απογυμνωμένο από δεσμούς με την οικογένεια, την κοινότητα, την πατρίδα, την πίστη ή το επάγγελμα, που δεν μπορούσε να στηρίξει τα βασικά συμπεράσματα που εξήγαγε από αυτό το θεμέλιο. Αυτό συνοψίζεται ως «προτεραιότητα του ορθού έναντι του αγαθού», η προαγωγή της αφηρημένης ουδετερότητας έναντι των πολιτισμικά διαμορφωμένων πεποιθήσεων για το τι συνιστά μια καλή ζωή. Δεν ήταν μόνος του. Στοχαστές όπως οι Τσαρλς Τέιλορ, Αλασντάιρ Μακιντάιρ και Μάικλ Γουόλτσερ διατύπωσαν συναφείς ενστάσεις, οι οποίες, μερικές φορές περιφρονητικά, ονομάστηκαν «κοινοτιστική» κριτική της φιλελεύθερης θεωρίας.
Αλλά η κριτική του Σάντελ στον Ρωλς ήταν και πολιτική. «Ανησυχούσα», μου είπε αυτόν τον χειμώνα, «ότι, πολιτικά, η αξίωση να ρυθμιστεί η βασική δομή της κοινωνίας με τρόπο "ουδέτερο" απέναντι στις ανταγωνιστικές ηθικές και ακόμη και πνευματικές αντιλήψεις των πολιτών θα φαινόταν τεχνητή… και αποδυναμωτική. Αν ζητήσουμε από τους ανθρώπους να αφήσουν έξω τις ηθικές και πολιτικές τους πεποιθήσεις όταν εισέρχονται στη δημόσια σφαίρα, τότε, στην ουσία, τα θεμελιώδη ζητήματα αποφασίζονται από τις αγορές και τους τεχνοκράτες, αντί από τους διαβουλευόμενους δημοκρατικούς πολίτες».
Αυτή ακριβώς τη συλλογιστική ήθελα να εξερευνήσω μέσω της επανασύνδεσής μου με τον Σάντελ. Ένιωθα ότι οι ιδέες που απασχολούσαν τους πολιτικούς φιλοσόφους κατά τη διάρκεια εκείνης της κρίσιμης εποχής λίγο πριν την κατάρρευση του κομμουνισμού είχαν διαμορφώσει το πώς ασκούνταν η πολιτική με τρόπο που είχε αφήσει πάρα πολλούς πολίτες αποδυναμωμένους.
Η κρίσιμη ερώτηση
▶ Αναρωτηθείτε αν η απογοήτευση από τον λαϊκισμό θα ανοίξει χώρο για μια «ηθικά πιο στιβαρή πολιτική ζωή» ή αν οι αυταρχικές εναλλακτικές θα εδραιώσουν τον έλεγχό τους πριν προλάβει να αρθρωθεί μια πειστική εναλλακτική. Ο Σάντελ το ονομάζει «το πιο σημαντικό ερώτημα της εποχής μας». |
Όταν επικοινώνησα μαζί του, ο Σάντελ ανταποκρίθηκε αμέσως. Φαινόταν ιδιαίτερα πρόθυμος να με βοηθήσει να τοποθετήσω τις ιδέες του μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της γενιάς μου. Είχε περάσει πάνω από μια δεκαετία από την τελευταία φορά που τον είχα δει, αλλά εκτός από το γεγονός ότι είχε μεγαλώσει -καλωσόρισε το πρώτο του εγγόνι την περίοδο των διαδικτυακών μας συνομιλιών- δεν είχε αλλάξει και πολύ. Ενδιαφερόταν για τις απόψεις των άλλων και ήταν φιλικός όταν διαφωνούσε μαζί τους, όπως τον θυμόμουν από τα σεμινάριά του πριν από ένα τέταρτο του αιώνα.
Καθώς προετοιμάζαμε τις συνομιλίες μας, ο Σάντελ με παρέπεμψε σε ένα απόσπασμα από τη Δυσφορία της Δημοκρατίας. «Στον βαθμό που η σύγχρονη πολιτική θέτει υπό αμφισβήτηση τα κυρίαρχα κράτη και τους κυρίαρχους εαυτούς, είναι πιθανό να προκαλέσει αντιδράσεις από εκείνους που θα εξάλειφαν την αμφισημία, θα ενίσχυαν τα σύνορα, θα οριοθετούσαν αυστηρότερα τη διάκριση μεταξύ των "εντός" και των "εκτός" και θα υπόσχονταν μια πολιτική "για να πάρουμε πίσω τον πολιτισμό μας και να πάρουμε πίσω τη χώρα μας", για να "ανακτήσουμε την κυριαρχία μας" με εκδικητική μανία».
Σήμερα αυτό ακούγεται μάλλον προφητικό. Επιπλέον, όπως του είπα, τον τοποθετεί στον ρόλο της Κασσάνδρας, της μάντισσας της ελληνικής μυθολογίας που την είχαν καταραστεί να μην πιστεύει κανείς τις προφητείες της, με τραγικά αποτελέσματα. Αν αυτό ισχύει, υποδηλώνει κάτι άβολο για όσους από εμάς ήμασταν σε θέση να ακούσουμε. Εγώ, για παράδειγμα, ήμουν δεκτικός στην κριτική του Σάντελ. Ένας από τους λόγους που επέλεξα να κάνω διδακτορικό ήταν η ελπίδα να βρω μια διέξοδο από τον αδιάφορο μοιρολατρισμό που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην αμερικανική και βρετανική πολιτική. Η δεκαετία του 1990 ήταν η χρυσή εποχή της παγκοσμιοποίησης, μια περίοδος κατά την οποία οι άνθρωποι που βρίσκονταν στην εξουσία είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στις αγορές. Όσο ήταν δυνατό να γνωρίζει κανείς, κατευθυνόμασταν σε ένα μέλλον όπου θα κυριαρχούσε η ελεύθερη αγορά, έναν όλο και πιο ενοποιημένο και «επίπεδο» κόσμο, στον οποίο τα τεχνητά εμπόδια και τα φυσικά κόστη συναλλαγών θα εξαφανίζονταν. «Δεν υπήρχε εναλλακτική» στην περιορισμένη δράση του κράτους ή στην οικονομική παγκοσμιοποίηση, όπως θα υποστήριζαν πολιτικοί από τη Μάργκαρετ Θάτσερ μέχρι την Άγγελα Μέρκελ. Και όχι μόνο αυτό, υπήρχε η υπόνοια ότι η έλλειψη επιλογής σε αυτό το ζήτημα ήταν αποδεκτή, επειδή αυτό θα ήταν το καλύτερο αποτέλεσμα για όλους.
Στη σύντομη ακαδημαϊκή μου καριέρα, και κατόπιν στη δημοσιογραφία, αναζητούσα ρωγμές στα καθιερωμένα επιχειρήματα της οικονομικής πολιτικής, για να δείξω ότι υπήρχαν περισσότερες εναλλακτικές από όσες συνήθως ήταν αποδεκτό. Οι ερωτήσεις που μου είχε μάθει να θέτω ο Σάντελ συνέβαλαν σε αυτή την επιθυμία. Παρ' όλα αυτά, τότε πίστευα ότι ο Σάντελ διαμαρτυρόταν περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Τα επιχειρήματά του μου φαινόντουσαν υπερβολικά αντιφιλελεύθερα· η υποβάθμιση της ατομικής προτίμησης υπέρ ευρύτερων, πολιτισμικών πηγών νοήματος μου φαινόταν παλιομοδίτικη, ακόμη και λίγο συντηρητική. Ή ίσως απλώς έμοιαζε με γονική νουθεσία σε κάποιον που ετοιμαζόταν να εισέλθει σε έναν κόσμο που μόλις άρχιζε να ανοίγει.
Ξαναδιαβάζοντας τώρα το έργο του Σάντελ, μια ιδέα ξεχωρίζει στην οποία δεν είχα δώσει αρκετή προσοχή: η επιμονή ότι πρέπει να μας ενδιαφέρουν «οι συνέπειες της οικονομικής ισχύος στην πολιτική ζωή». Είναι μια βαθύτερη οπτική για το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε την οικονομική πολιτική, σε σύγκριση με αυτή που είχαν οι περισσότεροι κεντρώοι πολιτικοί μετά το 1989. Και η αδυναμία να την εκτιμήσει κανείς εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τι πήγε στραβά στη Δύση.
Πραγματική ελευθερία
Ο Σάντελ πάντα απέρριπτε την ταμπέλα του «κοινοτιστή». Η έγνοιά του ήταν, και παραμένει, να προωθήσει μια διαφορετική αντίληψη της ελευθερίας από εκείνη που συνδέθηκε με τον Ρωλς. Στη φιλελεύθερη θεωρία, υποστήριζε, η ελευθερία σημαίνει «να αποκτώ ό,τι θέλω, να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου — αρκεί να μην παραβιάζω τα δικαιώματα των άλλων να επιδιώκουν την ικανοποίηση των δικών τους επιθυμιών». Όμως αυτή η «καταναλωτική» αντίληψη της ελευθερίας εκτοπίζει μια «πολιτική» εκδοχή, όπου τα άτομα είναι ελεύθερα μόνο στο βαθμό που μπορούν να έχουν μια «σημαντική φωνή στη διαμόρφωση των δυνάμεων που καθορίζουν το συλλογικό εγχείρημα».
Η διάκριση αυτή έχει μακρά παράδοση· οι φιλόσοφοι συζητούν για αιώνες τι σημαίνει πραγματική ελευθερία. Δεν είχα σκεφτεί για πολύ καιρό αυτή τη διαμάχη όταν το όνομα του Σάντελ εμφανίστηκε στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο. Αλλά έκανα λάθος που την ξέχασα. Οι ιδέες διαμορφώνουν την πολιτική, και μια καταναλωτική αντίληψη της ελευθερίας ταίριαζε τέλεια στους «πολιτικούς επιχειρηματίες» της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, είναι πλέον σαφές ότι ένα αίσθημα αποδυνάμωσης έχει συσσωρευτεί στις δυτικές κοινωνίες με την πάροδο του χρόνου.
Ανέφερα στον Σάντελ ότι ο φιλελευθερισμός του Ρωλς είχε θέσει τα θεμέλια για τον «Τρίτο Δρόμο», την κατά βάση κεντρώα πολιτική θέση που υιοθέτησαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της δεκαετίας του 1990, με μπροστάρηδες τους Μπιλ Κλίντον και Τόνι Μπλερ, και ακολούθως τα σκανδιναβικά και γερμανικά εργατικά κόμματα. Μόλις η δικαιοσύνη έγινε κυρίως ζήτημα διασφάλισης της δίκαιης κατανομής υλικών ανταμοιβών και πολιτικών ελευθεριών, η νέα κεντροαριστερά δεν άργησε να ακολουθήσει την πορεία προς μια τεχνοκρατική υιοθέτηση των μηχανισμών της αγοράς και της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.
Ο Σάντελ συμφώνησε. Ενώ μια πιο παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική ερμηνεία του Ρωλς ήταν επίσης δυνατή, είπε, νίκησε ο φιλελευθερισμός που ήταν φιλικός προς την αγορά. Τα κόμματα της κεντροαριστεράς άρχισαν να χρησιμοποιούν τα κίνητρα της αγοράς ως κύριο εργαλείο διακυβέρνησης. Συχνά ασπάζονταν την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και σχεδίαζαν μεταρρυθμίσεις του κράτους πρόνοιας ώστε να καθίσταται λιγότερο ελκυστικό να παραμένει κάποιος εκτός εργασίας. Η πολυσυζητημένη φράση του Πίτερ Μάντελσον για το Νέο Εργατικό Κόμμα ότι ήταν «όλο και πιο άνετο στο να γίνονται κάποιοι πλούσιοι, αρκεί να πληρώνουν τους φόρους τους» ήταν η χαρακτηριστική έκφραση αυτής της εκδοχής του φιλελευθερισμού του Ρωλς.
Θα ήταν λάθος να κατηγορήσουμε ευθέως τον Ρωλς για αυτά τα πολιτικά αποτελέσματα. Ένας φίλος ακαδημαϊκός διαφώνησε έντονα, επικαλούμενος «το μέρος της Θεωρίας της Δικαιοσύνης που κανείς δεν διαβάζει», όπου ο Ρωλς λέει ότι η κοινωνία πρέπει να παρέχει «τις κοινωνικές βάσεις του αυτοσεβασμού». Η κυριαρχία της οικονομικής επιστήμης ήταν που, σύμφωνα με τον φίλο μου, οδήγησε την πολιτική σε λάθος δρόμο. Ωστόσο, υπήρχε αναμφισβήτητη συγγένεια μεταξύ του φιλελευθερισμού του Ρωλς και ορισμένων αντιλήψεων των οικονομολόγων. Αφού η δικαιοσύνη απαιτεί απλώς εκείνες τις ρυθμίσεις με τις οποίες οι φτωχοί παίρνουν όσο το δυνατόν περισσότερα, τότε είναι ζήτημα των οικονομολόγων να ανακαλύψουν ποιες είναι αυτές οι ρυθμίσεις. Τότε, οι περισσότεροι οικονομολόγοι πίστευαν ότι η απάντηση ήταν οι αγορές με ένα χαλαρό ρυθμιστικό πλαίσιο και η παγκοσμιοποίηση, σε συνδυασμό με μια επαρκή αναδιανομή.
Στο μεταξύ, ο κοινοτισμός (communitarianism, η φιλοσοφική τάση που δίνει προτεραιότητα στις κοινωνικές δομές και δεσμούς) απέκτησε τη δική του πολιτική δυναμική. Ο βαθύς σεβασμός του για τα δικαιώματα των ομάδων και την ταυτοτική έκφραση επηρέασε τη συζήτηση για την πολυπολιτισμικότητα κατά τις δεκαετίες του 1990 και 2000, ενθαρρύνοντας συχνά την παράβλεψη των αξιακών συγκρούσεων μεταξύ των πολιτισμών και προετοιμάζοντας το έδαφος για την πολιτική της ταυτότητας που τελικά προκάλεσε εσωτερικές αναταράξεις σε τμήματα της αριστεράς και φανάτισε τμήματα της δεξιάς. Ο Σάντελ κι εγώ συμφωνήσαμε ότι, κατά έναν παράξενο τρόπο, τόσο το φιλελεύθερο όσο και το κοινοτιστικό στρατόπεδο κατέληξαν να απορρίψουν τη σοβαρή εμπλοκή με τον δημοκρατικό πλουραλισμό.
Το ενδιαφέρον του Σάντελ επικεντρώθηκε κυρίως σε αυτό που αποκαλεί «ανεκτικότητα της αποφυγής» που χαρακτηρίζει τον φιλελευθερισμό. Στο ζήτημα αυτό διατύπωσε έναν σημαντικό ισχυρισμό, ότι η απήχηση των αγορών στους κεντρώους μετά το 1989 δεν οφειλόταν μόνο στο ότι «οι αγορές προσφέρουν τα αγαθά», με την έννοια ότι η ανάπτυξη θα χρηματοδοτούσε την αναδιανομή. «Υπήρχε μια βαθύτερη αιτία για την απήχηση αυτή», είπε, που ήταν ότι η στροφή προς την αγορά «φαινόταν να απαλλάσσει τους πολιτικούς και τα κόμματα από την ανάγκη να εμπλακούν σε ακανθώδεις, αμφιλεγόμενες συζητήσεις σχετικά με το πώς πρέπει να αξιολογηθούν τα αγαθά — ποιες συνεισφορές στην οικονομία έχουν τη μεγαλύτερη αξία, πώς πρέπει να κατανεμηθεί το κεφάλαιο μεταξύ διαφορετικών σκοπών». Με άλλα λόγια, η τεχνοκρατική διαχείριση προτιμήθηκε από την ακατέργαστη πολιτική διαφωνία.
Το κατηγορώ του Σάντελ είναι ότι αυτό το είδος φιλελευθερισμού εξοβέλισε από την πολιτική ζωή τα πιο καίρια πολιτικά ερωτήματα, αφήνοντάς τα να επιλυθούν από μηχανισμούς της αγοράς. Υποστήριξα ότι αυτό ήταν παρόμοιο με την απήχηση του «αποτελεσματικού αλτρουισμού» (effective altruism, η νεο-ωφελιμιστική ηθική θεωρία δημοφιλής σε φοιτητές και επιχειρηματίες τεχνολογίας), η οποία υποβαθμίζει τα ηθικά ζητήματα σε υπολογισμούς αποτελεσματικότητας. «Ακριβώς», είπε.
Σε μια αναθεωρημένη έκδοση της Δυσφορίας στη Δημοκρατία, ο Σάντελ φέρνει ως παράδειγμα την προσέγγιση του Μπαράκ Ομπάμα στην οικονομική κρίση του 2008. «Τοποθετούμενος ανάμεσα στους τραπεζίτες και τη λαϊκή οργή, καθώς το κοινό απαιτούσε να μπουν όρια στα μπόνους και να μην υπάρξει διάσωση των τραπεζών, ο Ομπάμα επιδίωξε να μετριάσει τη δημόσια αγανάκτηση, αντί να της δώσει φωνή. [Αντιμετώπισε] την οικονομική κρίση ως τεχνικό πρόβλημα που έπρεπε να λύσουν οι ειδικοί, όχι ως ένα πολιτικό ζήτημα σχετικά με τον ρόλο του χρηματοοικονομικού τομέα στη δημοκρατική ζωή».
Την ίδια στιγμή, ο κοινοτισμός συχνά επέτεινε το αίσθημα της απομόνωσης. Καθώς η πολιτική του έκφραση μέσω της πολιτικής της ταυτότητας γινόταν πιο εσωστρεφής, έτεινε να ενθαρρύνει τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε ταυτότητες βασισμένες σε ομάδες. Ο Σάντελ συμφώνησε ότι και στα δύο στρατόπεδα υπήρχε «ένα είδος αποφυγής της ηθικής αντιπαράθεσης», αντί για έναν «πλουραλισμό εμπλοκής με τις ηθικές διαφωνίες» για το πώς πρέπει να αξιολογηθούν κοινωνικές πρακτικές, ή για τη συνεισφορά διαφορετικών επαγγελμάτων στην οικονομία, ή για τις πολιτισμικές ταυτότητες.
Αν αυτό ισχύει, μπορεί να δει κανείς καθαρά γιατί η επέκταση της παγκοσμιοποίησης επρόκειτο να δημιουργήσει προβλήματα και στις δύο θεωρήσεις. Καθώς η παγκοσμιοποίηση μειώνει τα εμπόδια για κάθε είδους ανθρώπινες επαφές, είναι φυσικό να περιμένει κανείς αύξηση του πλουραλισμού στις οικονομικά ανοιχτές κοινωνίες. Αλλά η αιτιότητα λειτουργεί και αντίστροφα. Αν οι αγορές είναι η λύση στον πλουραλισμό, τότε ο περισσότερος πλουραλισμός απαιτεί περισσότερες αγορές. Και αν η πολιτική της ταυτότητας χωρίζει τις κοινότητες με βάση ταυτοτικά χαρακτηριστικά, ενθαρρύνει επίσης την ανάπτυξη στενότερων διασυνοριακών δεσμών καθώς αυτές οι ταυτότητες υπερβαίνουν τα εθνικά όρια.
Έως αυτό το σημείο, ο Σάντελ και εγώ σχεδόν υποδαυλίζαμε ο ένας την απαισιοδοξία του άλλου. Άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτή η «ανεκτικότητα της ηθικής αποφυγής» μας είχε θέσει σε τροχιά σύγκρουσης. Στην κοινοτικιστική εκδοχή, οι ομάδες τίθενται η μία απέναντι στην άλλη σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος: αν δεν υπάρχει κοινό πολιτικό σχέδιο, η επιτυχία μιας ομάδας πρέπει να θεωρηθεί ήττα για τις άλλες. Σκεφτείτε τη συζήτηση για τις θετικές διακρίσεις. Στη φιλελεύθερη εκδοχή της ελεύθερης αγοράς, μια ομάδα στην οποία η αγορά της αρνείται ό,τι θεωρεί ότι της ανήκει θα την απορρίψει ως αιτία της δυστυχίας της. Σκεφτείτε τη λευκή εργατική τάξη της Αμερικής. Σε κάθε περίπτωση, κάποια ομάδα τελικά θα αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού.
«Μπορώ να προσθέσω μια διευκρίνιση για αυτό το σημείο;» είπε ο Σάντελ. «Ένας τρόπος να δούμε πώς η ανεκτικότητα της αποφυγής οδηγεί στη σύγκρουση είναι ότι όταν σταματάμε να εμπλεκόμαστε σε ηθικές διαφωνίες… δημιουργούμε ένα ηθικό κενό στον πυρήνα του δημόσιου λόγου». Αυτό, κατά τη γνώμη του, είναι το κόστος της πολιτικής πραγματικότητας που έχουμε δει να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του 1990. «Οι δημοκρατικοί πολίτες δεν μπορούν να ανεχθούν για πολύ καιρό έναν δημόσιο λόγο στον οποίο δεν υπάρχει κάποιο ευρύτερο ηθικό νόημα». Αργά ή γρήγορα, αυτό το κενό θα πρέπει να γεμίσει από «στενόμυαλες, μισαλλόδοξες και επικίνδυνες ηθικολογίες δύο ειδών: τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό ή τον υπερ-εθνικισμό. Και αυτό ακριβώς είναι που βλέπουμε».
Η τυραννία της αξιοκρατίας
Απόδειξη της γενναιοδωρίας του Σάντελ είναι ότι προϋποθέτει πως πίσω από τα επιχειρήματα των αντιπάλων του υπάρχουν ηθικές αρχές. Εγώ μπορώ να είμαι λιγότερο γενναιόδωρος με τη δική μου γενιά, της οποίας ο επαγγελματικός βίος ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που οι απολαβές για αυτούς που βρίσκονταν στην κορυφή άρχισαν να εκτοξεύονται.
Μπορεί να εσωτερικεύσαμε τα επιχειρήματα που δικαιολογούσαν την επιτυχία του συστήματος στο οποίο γαλουχηθήκαμε, αλλά αυτό δεν αλλάζει ένα γεγονός: τα επιχειρήματα αυτά μας συνέφεραν.
Μία πτυχή του φιλικού προς τις αγορές φιλελευθερισμού που ο Σάντελ αμφισβητεί εδώ και καιρό είναι η αξιοκρατία — η ιδέα ότι η κοινωνία πρέπει να οργανώνεται έτσι ώστε οι ικανότεροι να προοδεύουν όπως τους αξίζει. Θυμάμαι πώς μας προειδοποιούσε, εμάς τους βοηθούς διδασκαλίας, ότι στα μαθήματα για τη διανεμητική δικαιοσύνη οι προπτυχιακοί φοιτητές θα υπερασπίζονταν όλοι την αξιοκρατία. Ήταν απόλυτα πεπεισμένοι ότι είχαν κερδίσει τις θέσεις τους στο Χάρβαρντ αποκλειστικά χάρη στη σκληρή δουλειά τους.
Στο αμφιθέατρο, ο Σάντελ ζητούσε τότε από τους περίπου 800 παρευρισκόμενους φοιτητές να σηκώσουν το χέρι όσοι ήταν το πρώτο (ή το μοναδικό) παιδί των γονιών τους. Το κάνει ακόμη και σήμερα· και όταν το κάνει, «το 75 έως 80% των φοιτητών σηκώνει το χέρι και ακούγεται ένας αισθητός αναστεναγμός όταν κοιτάζουν γύρω τους και το συνειδητοποιούν». Η υπερεκπροσώπηση αυτή — περισσότερα από τα μισά παιδιά στις ΗΠΑ είναι δεύτερα ή μεταγενέστερα στη σειρά γέννησης — σε συνδυασμό με εύλογους λόγους για τους οποίους η σειρά γέννησης επηρεάζει την προσοχή των γονιών και άλλα πλεονεκτήματα, αποτελεί ένα ισχυρό ερέθισμα για τους φοιτητές του Σάντελ να επανεξετάσουν κατά πόσον μπορούν πράγματι να ισχυριστούν ότι η επιτυχία τους είναι καθαρά αξιοκρατική.
Η πραγματική κατανομή των θέσεων στα ελίτ πανεπιστήμια και άλλων «πυλών» προς την επιτυχία απέχει βέβαια πολύ από το να είναι αξιοκρατική. Όμως η κριτική του Σάντελ στην αξιοκρατία ισχύει ακόμη και όταν αυτή λειτουργεί — ίσως μάλιστα κυρίως τότε. Σε αυτό που ο Σάντελ αποκαλεί «ρητορική της ανόδου», ο ηθικός στόχος είναι απλώς να φτάσει ο καθένας όσο ψηλά του επιτρέπουν τα ταλέντα και η σκληρή δουλειά του. Όταν όμως αναρωτιόμαστε αν οι άνθρωποι σε μια άνιση κοινωνία αξίζουν τη θέση τους, σπάνια ρωτάμε αν μια καλή κοινωνία είναι συμβατή με την ανισότητα.
Η αξία που προσφέρουν τα διαφορετικά επαγγέλματα στην κοινωνία είναι κάτι που αφήνεται να «ανακαλυφθεί» από τις υποτίθεται ουδέτερες αγορές εργασίας. Ο Σάντελ θα έλεγε ότι αυτό είναι ακριβώς το είδος του ερωτήματος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με «εξωτερική ανάθεση» από μια πολιτική οικονομία «φιλική στην αυτοκυβέρνηση». Στο βιβλίο του Η Τυραννία της Αξιοκρατίας (2020), επισημαίνει ότι η αξιοκρατία κάνει τα πράγματα χειρότερα, καθώς δημιουργεί την αίσθηση ότι οι χαμένοι της κοινωνίας αξίζουν τη θέση τους.
Αυτή δεν είναι η μόνη συμφεροντολογική θέση που μπορούν να υιοθετούν οι ελίτ. Ο «Τρίτος Δρόμος» κήρυττε την παγκοσμιοποίηση ως μια «μεταϊδεολογική» ή «υπερκομματική» στάση, μου είπε ο Σάντελ. «Στην πραγματικότητα όμως μόλις και μετά βίας συγκάλυπτε μια αμφισβητήσιμη ηθική και πολιτική θέση». Παρουσίαζε όσους αντιδρούσαν στο οικονομικό άνοιγμα ως αναχρονιστικούς «υπερασπιστές μιας στενόμυαλης, επαρχιώτικης και μισαλλόδοξης θέσης». Το υπονοούμενο, κατά τον Σάντελ, ήταν ότι η αμφισβήτηση της παγκοσμιοποίησης βρισκόταν «στο ίδιο επίπεδο με τη μισαλλοδοξία».
Υπήρχε επίσης αυτό που ο Σάντελ αποκαλεί «skyboxification» της δημόσιας ζωής, αναφερόμενος στις πολυτελείς εταιρικές σουίτες στα γήπεδα. Οι αθλητικές εκδηλώσεις ήταν κάποτε μια εμπειρία ανάμειξης των κοινωνικών τάξεων. Οι διαφορές στις τιμές των εισιτηρίων ήταν μικρές. «Όλοι έπρεπε να περιμένουν στις ίδιες μεγάλες ουρές για την τουαλέτα, όλοι έπιναν την ίδια μπαγιάτικη μπίρα και έτρωγαν τα ίδια χοτ ντογκ. Όταν έβρεχε, όλοι βρέχονταν. Με την έλευση όμως των πολυτελών σουιτών, αυτό έπαψε να ισχύει».
Πρόκειται για ένα συγκεκριμένο παράδειγμα ενός από τα πιο διαβρωτικά αποτελέσματα της αυξανόμενης ανισότητας: ότι νικητές και χαμένοι ολοένα και περισσότερο «ζουν χωριστές ζωές». Δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα διανεμητικής δικαιοσύνης ή άνισων εισοδημάτων, αλλά για την απώλεια των «τυχαίων συναντήσεων» που μας θυμίζουν την κοινή μας ιδιότητα ως πολιτών, «το τι είναι αυτό που μοιραζόμαστε». Πόσοι από εμάς που βρεθήκαμε στη μεριά των νικητών αυτών των εξελίξεων σκεφτήκαμε σοβαρά τι είναι αυτό που, συλλογικά, χάσαμε στη διαδρομή;
Ο δρόμος που δεν ακολουθήθηκε
Ένα ερώτημα που ανυπομονούσα να συζητήσω με τον Σάντελ αφορούσε τον δρόμο που δεν ακολουθήθηκε. Τι θα γινόταν αν οι ψηφοφόροι και οι πολιτικοί είχαν κάνει επιλογές που ευθυγραμμίζονταν περισσότερο με τις συστάσεις του; Πρόκειται για έναν στοχασμό πάνω σε όσα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί, για το αν ίσως θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει ένα μέρος της σημερινής αναταραχής. Όμως το πιο επιτακτικό ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνουμε τώρα, αν δεν είναι ήδη πολύ αργά.
Πολλά από τα επιχειρήματα του Σάντελ χρησιμοποιούνται σήμερα από τους εκφραστές του κινήματος MAGA. Οι ακραίες ενέργειες του Τραμπ δικαιολογούνται ως αναγκαίες για να επανεκτιμηθούν οι αμερικανικές κοινότητες, να αναδειχθεί η αξιοπρέπεια της εργασίας έναντι της αξίας της κατανάλωσης, να αποκατασταθούν οι παραδοσιακές αξίες ή να σταματήσει να δικαιολογείται η άνοδος μιας προνομιούχας, διαπιστευμένης ελίτ. Η επίθεση της κυβέρνησής του στα πανεπιστήμια, συμπεριλαμβανομένου του Χάρβαρντ, προωθεί επιχειρήματα που ακούγονται πολύ παρόμοια με τον τρόπο που ο Σάντελ μιλά για την αξιοκρατία.
Ο Σάντελ είναι απολύτως σαφής για το τι συμβαίνει εδώ, βλέποντας την επίθεση του Τραμπ ως κάτι το εντελώς απροκάλυπτο, μια προσπάθεια «να ασκηθεί εξουσία πάνω σε ανεξάρτητα ιδρύματα της κοινωνίας των πολιτών, τα οποία διαφορετικά θα λειτουργούσαν ως ανάχωμα στο είδος της εξουσίας που επιδιώκει». Παρ' όλα αυτά, ανησυχεί επίσης ότι τα ελίτ πανεπιστήμια «έχουμε επιτρέψει στους εαυτούς μας να επιστρατευθούμε ως μηχανισμοί διαλογής για μια αγοραία, αξιοκρατική κοινωνία». Αυτή η κατάσταση, υποστηρίζει, «εκτοπίζει την εγγενή εκπαιδευτική αποστολή που καθιστά την ανώτατη εκπαίδευση πραγματικά ανώτατη». Η απομάκρυνση από αυτή την αποστολή δημιουργεί το άνοιγμα για τις επιθέσεις του Τραμπ.
Έτσι, ρώτησα τον Σάντελ πώς φαντάζεται μια οικονομία φιλική προς την προαγωγή του κοινού αγαθού. Δεν περίμενα ένα πλήρες πολιτικό πρόγραμμα. Αυτό δεν είναι το αντικείμενο ενός πολιτικού φιλοσόφου. Όμως έδωσε μια σειρά παραδειγμάτων που δείχνουν πώς οι σημερινοί πολιτικοί θα μπορούσαν να σκεφτούν σοβαρά τις συνέπειες της οικονομικής ισχύος στην πολιτική ζωή.
Καταρχάς, θα αντιμετώπιζε αυτό που αποκαλεί «skyboxification», καταργώντας τη φορολογική έκπτωση για τη φιλοξενία σε πολυτελείς σουίτες. Αυτό μπορεί να φαίνεται μια ασήμαντη λεπτομέρεια, αλλά δεν αφορά μόνο τη δικαιοσύνη, είπε. Αφορά επίσης «το να τιμούμε αυτό που μοιραζόμαστε όταν πηγαίνουμε να υποστηρίξουμε την τοπική ποδοσφαιρική ομάδα». Πρόκειται για κλασικό Σάντελ, που θυμίζει τα σεμινάριά του όπου συζητούσε αν το ηθικό νόημα των αγαθών μπορεί να επιβιώσει όταν αυτά κατανέμονται (μόνο) μέσω των ελεύθερων αγορών. Θα έκλεινε επίσης φορολογικά παραθυράκια για τις επιχειρήσεις, αλλά στη βάση ενός «οικονομικού πατριωτισμού», υποστηρίζοντας ότι οι εταιρείες που τα εκμεταλλεύονται γυρίζουν την πλάτη στη χώρα που κατέστησε δυνατά τα κέρδη τους.
Θέλει επίσης μέτρα κατά της κυριαρχίας του χρηματοοικονομικού τομέα. Η ένστασή του είναι ότι οι χρηματοοικονομικές αγορές αποτιμούν λανθασμένα τη συνεισφορά στην κοινωνία και αποτρέπουν τη δημοκρατική πολιτική διαβούλευση για το πώς θα πρέπει να αξιολογούνται διαφορετικά είδη εργασίας. Για τον λόγο αυτό τάσσεται υπέρ ενός φόρου χρηματοπιστωτικών συναλλαγών για το κερδοσκοπικό κεφάλαιο και τη μείωση των φόρων στην εργασία. Θα απαγόρευε επίσης τα κινητά τηλέφωνα στα σχολεία και θα άνοιγε μια συζήτηση για περιορισμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τύπου Αυστραλίας ή για την απαγόρευση στοχευμένων ψηφιακών διαφημίσεων.
Και ποια είναι η θέση του για τη θητεία του Τζο Μπάιντεν; Ο Σάντελ επαίνεσε την αναβίωση της αντιμονοπωλιακής πολιτικής από τον Μπάιντεν, την απομάκρυνσή του από τη «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», τις επιδοτήσεις για τη βιομηχανική παραγωγή και την έμφαση στην αξιοπρέπεια της εργασίας αντί για μια «ρητορική της ανόδου». Και όμως, κατέληξε, όλα αυτά τα μέτρα «δεν συγκρότησαν μια νέα πολιτική οικονομία», διότι ο Μπάιντεν, σε αντίθεση με το πρότυπό του Φραγκλίνο Ρούζβελτ, «δεν κατάφερε να αρθρώσει μια νέα πολιτική του κοινού αγαθού».
Καθώς πλησίαζε η νέα χρονιά και οι συνομιλίες μας έφτασαν στο τέλος τους, παρέμενε ένα ζήτημα: η διαμάχη για τις ανοιχτές και τις κλειστές οικονομίες. Νομίζω ότι ο Σάντελ έχει δίκιο ότι ήταν λάθος να περιφρονούμε όσους τάσσονται υπέρ των κλειστών οικονομιών. Παρ' όλα αυτά, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, δεν θα εγκαταλείψω την άποψη ότι υπάρχει κάτι πολύτιμο στην εμβάθυνση των οικονομικών ανταλλαγών μεταξύ των χωρών.
Είπα στον Σάντελ ότι εκείνος και οι ομοϊδεάτες του έχουν την τάση να βάζουν στο ίδιο τσουβάλι τη «παγκοσμιοποίηση», τον «νεοφιλελευθερισμό», την «κυριαρχία του χρηματοοικονομικού τομέα», την «πίστη στην αγορά» και την «αξιακή ουδετερότητα» ως χαρακτηρισμούς του ίδιου ελαττωματικού συστήματος. Στο βιβλίο μου του 2020, Οικονομικά του Ανήκειν, προσπάθησα να προσδιορίσω τις οικονομικές πολιτικές που οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ώστε όλοι οι πολίτες τους να νιώθουν ξανά ενδυναμωμένοι. Υποστήριξα ότι είναι δυνατό να συνδυαστούν πολύ καλύτερες πολιτικές για την κοινωνική συνοχή στο εσωτερικό μιας χώρας, διατηρώντας ταυτόχρονα την οικονομία ενσωματωμένη με τον υπόλοιπο κόσμο, όπως έχουν δείξει οι σκανδιναβικές χώρες και άλλα μέρη της Ευρώπης. Αν ο Σάντελ έχει παραβλέψει αυτή την πιθανότητα, μήπως αυτό οφείλεται στο ότι βασίζεται υπερβολικά στην εμπειρία των ΗΠΑ;
Ο Σάντελ δεν αντέδρασε πολύ έντονα, πέρα από το να επισημάνει την ύπαρξη λαϊκιστικών εξεγέρσεων στην Ευρώπη. Αλλά αυτή η διαφωνία είναι, φυσικά, το είδος της σύγκρουσης ανάμεσα σε ηθικές απόψεις που εκείνος καλωσορίζει. Η προτεραιότητά του είναι να υπάρχουν πολιτικές και πρακτικές που δεν αποκλείουν από τη δημόσια διαβούλευση ανταγωνιστικές απόψεις για το πώς πρέπει να ζούμε τη ζωή μας. Από αυτό, μας καλεί να πιστέψουμε ότι μπορούν να προκύψουν καλύτερες πολιτικές — και μια πιο συνεκτική πολιτεία.
Συμφωνήσαμε ότι η τρέχουσα λαϊκιστική αντίδραση δεν θα ικανοποιήσει τις επιθυμίες ούτε θα απαντήσει στις αδικίες που την γέννησαν. Τι απομένει τότε; Ο Σάντελ βλέπει δύο δυνατότητες. Σε ένα πιθανό μέλλον, η απογοήτευση θα δημιουργήσει ένα περιθώριο για ανανέωση, για τη δημιουργία «μιας ηθικά πιο στιβαρής πολιτικής ζωής». Αλλά αυτό εξαρτάται από «την ηθική και πολιτική φαντασία αυτών που θα προσφέρουν μια εναλλακτική στο κίνημα MAGA και στον Τραμπ». Στη συνέχεια υπάρχει ένα πιο σκοτεινό σενάριο, όπου οι αυταρχικές εναλλακτικές θα εδραιώσουν τον έλεγχο επί των οργισμένων και απογοητευμένων. Προς ποια κατεύθυνση θα πάμε, λέει, «είναι ένα ανοιχτό ερώτημα, το πιο σημαντικό ερώτημα της εποχής μας».