Στις 21 Σεπτεμβρίου 2026 το Χρηματιστήριο Αθηνών αλλάζει επίσημα κατηγορία. Μετά από δεκατρία χρόνια στο καθεστώς της Προηγμένης Αναδυόμενης Αγοράς, επιστρέφει στην ομάδα των Ανεπτυγμένων Αγορών — εκεί δηλαδή που βρισκόταν πριν την κρίση χρέους του 2013.
Πρόκειται για πρώτη φορά που ένας μεγάλος διεθνής οίκος δεικτών αποφασίζει να «διορθώσει» μια τέτοια υποβάθμιση. Είναι κάτι που δεν έχει συμβεί ξανά σε καμία άλλη αγορά της Ευρωζώνης. Το γεγονός δεν είναι απλώς συμβολικό: αλλάζει ουσιαστικά ποιος «βλέπει» και ποιος αγοράζει ελληνικές μετοχές τα επόμενα χρόνια — και, όπως δείχνει ήδη η πορεία της αγοράς τις τελευταίες ημέρες, η επίδρασή του έχει αρχίσει να αποτυπώνεται πολύ πριν την επίσημη ημερομηνία.
Το χρονοδιάγραμμα: Μια αναβάθμιση σε πέντε βήματα
Η διαδικασία ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2025, όταν η συμβουλευτική επιτροπή του FTSE Russell αποφάσισε την αναβάθμιση με περιθώριο προσαρμογής της ελληνικής αγοράς, δίνοντας δώδεκα μήνες στην επενδυτική κοινότητα.
Από τότε η ακολουθία έχει πάρει την τελική της μορφή, ως «4 συν 1» αναβαθμίσεις μέσα σε περίπου εννέα μήνες: μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 2026 εφαρμόζουν την αλλαγή ταυτόχρονα ο FTSE Russell, ο STOXX Europe 600 και ο S&P Dow Jones Indices ενώ τον Μάιο του 2027 ακολουθεί η MSCI, ο μεγαλύτερος και με τη μεγαλύτερη επίδραση πάροχος δεικτών για τα παθητικά κεφάλαια·
Τον Ιούνιο του 2027 έρχεται η ένταξη στον STOXX DM World, οπότε οι ελληνικές μετοχές γίνονται επιλέξιμες και για μελλοντικές αναθεωρήσεις του EURO STOXX 50.
Η σύνθεση της φετινής αναθεώρησης του FTSE Russell οριστικοποιήθηκε ήδη στις 7 Σεπτεμβρίου, όπως προβλεπόταν: οι αλλαγές μπορούσαν να τροποποιηθούν έως το κλείσιμο της Παρασκευής 4 Σεπτεμβρίου, και από χθες θεωρούνται πρακτικά οριστικές, με ενδεχόμενες μεταβολές να εξετάζονται πλέον μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Βρισκόμαστε, συνεπώς, ήδη στην τελική ευθεία πριν την 21η Σεπτεμβρίου.
Στο μεταξύ διευκρινίστηκε και το πρακτικό σκέλος της εφαρμογής: η αλλαγή γίνεται εφάπαξ, στο πλαίσιο της εξαμηνιαίας αναθεώρησης του FTSE Global Equity Index Series (GEIS), με τα αποτελέσματα να έχουν ήδη ανακοινωθεί από τον FTSE Russell στις 21 Αυγούστου.
Το ουσιαστικό rebalancing των χαρτοφυλακίων θα πραγματοποιηθεί στο κλείσιμο της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου, ώστε οι νέες σταθμίσεις να είναι ενεργές από το άνοιγμα της αγοράς τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου — εκεί αναμένεται να αποτυπωθεί το μεγαλύτερο μέρος των υποχρεωτικών κινήσεων από τα index funds, αν και ένα μέρος της προσαρμογής έχει ήδη προεξοφληθεί, καθώς η αγορά γνωρίζει εδώ και μήνες την ημερομηνία και τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας στάθμισης.
Γιατί συμβαίνει τώρα
Η ελληνική αγορά ήταν η μόνη στην Ευρωζώνη που από το 2013, εν μέσω της δημοσιονομικής κρίσης, υποβιβάστηκε από τις Ανεπτυγμένες στις Αναδυόμενες Αγορές. Η επιστροφή της τώρα ερμηνεύεται ως αναγνώριση της σταδιακής θεσμικής ανασυγκρότησης της τελευταίας δεκαετίας: αναβάθμιση των μηχανισμών διαπραγμάτευσης, ενίσχυση της εποπτείας, αλλά και γενικότερη βελτίωση του μακροοικονομικού και δημοσιονομικού περιβάλλοντος.
Το χρέος της γενικής κυβέρνησης έχει υποχωρήσει από 207% του ΑΕΠ το 2020 σε 146,1% το 2025, με πρόβλεψη για περαιτέρω αποκλιμάκωση στο 136,8% φέτος — η ταχύτητα αυτής της πτώσης ήταν, άλλωστε, το βασικό επιχείρημα πίσω από την αναβάθμιση των προοπτικών της χώρας από σταθερές σε θετικές που ανακοίνωσε η DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου, διατηρώντας παράλληλα την πιστοληπτική αξιολόγηση στο BBB.
Ο οίκος υπενθυμίζει πάντως ότι το ελληνικό χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωζώνη, και εντοπίζει ως καθοδικούς κινδύνους μια πιθανή κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων και την αναμενόμενη εξασθένιση των επενδύσεων μόλις ολοκληρωθούν οι εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.
Δύο παράλληλα «καλάθια»: FTSE Russell και STOXX Europe 600
Η αναβάθμιση αφορά στην πράξη δύο ξεχωριστά συμβάντα, που αξίζει να μη συγχέονται. Το πρώτο και ευρύτερο είναι η αναταξινόμηση του FTSE Russell στους δείκτες Developed Europe Mid, Small και Micro Cap, που αφορά συνολικά 63 ελληνικές μετοχές.
Το δεύτερο, πιο στενό αλλά πιο άμεσο σε επίδραση, είναι η ένταξη εννέα ελληνικών μετοχών στον STOXX Europe 600 (και στον ευρύτερο EURO STOXX) από τις 21 Σεπτεμβρίου: Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank, ΔΕΗ, Metlen Energy & Metals, ΓΕΚ Τέρνα, Motor Oil και Jumbo.
Η JPMorgan αναθεώρησε πρόσφατα προς τα πάνω την εκτίμησή της για τις συνολικές ροές προς αυτές τις εννέα μετοχές, από 957 εκατ. σε πάνω από 1,1 δισ. δολάρια, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χθες εξέδωσε νέα έκθεση ανεβάζοντας το ποσό στα 2,8 δισ. δολάρια.
Η Deutsche Bank, πάντως, χαρακτηρίζει την άμεση επίδραση της ένταξης στον STOXX Europe 600 «όχι game changer» και τοποθετεί το πραγματικά καθοριστικό βήμα τον Μάιο του 2027, στην αναβάθμιση από τη MSCI — δεδομένου ότι περίπου το 70% των διεθνών funds ακολουθεί δείκτες MSCI, πολύ περισσότερα απ' όσα ακολουθούν FTSE ή STOXX.
Οι πιο πρόσφατοι ενδεικτικοί υπολογισμοί του FTSE Russell, με βάση τις τιμές κλεισίματος της 21ης Αυγούστου, τοποθετούν το βάρος του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο 0,072% του FTSE Developed Index, στο 0,091% του FTSE Developed All Cap, στο 0,082% του FTSE Global All Cap και στο 0,065% του FTSE All-World — ποσοστά μικρά, που αποτυπώνουν όμως τη νέα θέση της ελληνικής αγοράς στο παγκόσμιο επενδυτικό σύμπαν.
Σε ό,τι αφορά το μέγεθος των κεφαλαίων, το Reuters εκτιμά ότι η μετάταξη στον FTSE Russell αυτή καθαυτή θα μπορούσε να προκαλέσει καθαρές παθητικές εισροές γύρω στα 400 εκατ. δολάρια, ενώ άλλες εκτιμήσεις της αγοράς δίνουν ένα ευρύτερο εύρος, από 250 εκατ. έως και 1 δισ. δολάρια, ανάλογα με το πλήθος των funds που τελικά θα προσαρμόσουν τις θέσεις τους.
Εισροές ή εκροές; Μια εκτίμηση που άλλαξε πρόσημο στην πορεία
Η αναβάθμιση δεν σημαίνει αυτόματα «περισσότερα χρήματα μπαίνουν παρά βγαίνουν». Σημαίνει ότι η Ελλάδα βγαίνει από τη «δεξαμενή» των Αναδυόμενων Αγορών, όπου διακινούνται περίπου 2 τρισ. δολάρια, και μπαίνει σε μια πολύ μεγαλύτερη αλλά και πολύ πιο «αραιή» δεξαμενή, αυτή των Ανεπτυγμένων Αγορών.
Η διαφορά κλίμακας είναι τεράστια: στις ανεπτυγμένες αγορές το υπό διαχείριση ενεργητικό αγγίζει τα 52 τρισ. δολάρια, έναντι μόλις 6,3 τρισ. στις αναδυόμενες, με τα παθητικά κεφάλαια να τοποθετούν περίπου το 88% σε ανεπτυγμένες και μόλις 12% σε αναδυόμενες αγορές — η Ελλάδα, δηλαδή, μπαίνει σε μια πολύ μεγαλύτερη «πίτα» συνολικά, αλλά με πολύ μικρότερο σχετικό μερίδιο μέσα σε αυτήν.
Οι πρώτες εκτιμήσεις, όταν ανακοινώθηκε αρχικά η αναβάθμιση το φθινόπωρο του 2025, ήταν αρκετά επιφυλακτικές. Η JP Morgan υπολόγιζε τότε ότι θα υπάρξουν εκροές περίπου 2,84 δισ. δολαρίων από τους δείκτες Αναδυόμενων Αγορών του FTSE, οι οποίες θα αντισταθμίζονταν εν μέρει από εισροές περίπου 2,7 δισ. δολαρίων από τους αντίστοιχους δείκτες Ανεπτυγμένων Αγορών — με αποτέλεσμα μια οριακά αρνητική καθαρή παθητική ροή, γύρω στα 113 εκατ. δολάρια.
Άλλη τράπεζα, λίγους μήνες αργότερα, έδινε παρόμοια εικόνα οριακής ισορροπίας: εκροές περίπου 1,83 δισ. δολαρίων έναντι εισροών περίπου 1,75 δισ. δολαρίων.
Καθώς όμως πλησίαζε η ημερομηνία εφαρμογής, οι εκτιμήσεις άρχισαν σταδιακά να γίνονται πιο αισιόδοξες. Μία ανάλυση μιλούσε πλέον για τρία σενάρια καθαρών εισροών, όπως συνοψίζονται στον πίνακα παρακάτω· η JP Morgan αναθεώρησε τη δική της εκτίμηση σε παθητικές εισροές γύρω στο 1 δισ. δολάρια, με τις τράπεζες και πάλι στο επίκεντρο· και, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η πιο πρόσφατη αναθεώρησή της για το στενότερο «καλάθι» του STOXX Europe 600 έφτασε πλέον το 1,1 δισ. δολάρια.
Το συμπέρασμα από αυτή τη διαδοχή εκτιμήσεων είναι διπλό. Πρώτον, δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των αναλυτών για το ακριβές μέγεθος — οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από οριακά αρνητικές έως πάνω από 1 δισ. δολάρια θετικές, ανάλογα με τις παραδοχές για το ποιες μετοχές «κλειδώνουν» τελικά στους δείκτες και σε ποιο βάρος.
Δεύτερον, η τάση των αναθεωρήσεων είναι σαφώς προς τα πάνω όσο πλησιάζει η ημερομηνία, κάτι που ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η αγορά «χωνεύει» καλύτερα το γεγονός απ' ό,τι αρχικά αναμενόταν. Σε κάθε περίπτωση, βραχυπρόθεσμα η μετάβαση αναμένεται να συνοδευτεί από αυξημένη συναλλακτική δραστηριότητα και μεταβλητότητα, καθώς οι δύο αντίθετες ροές -είσοδος και έξοδος- «συγκρούονται» μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ποιοι φεύγουν και γιατί
Οι εκροές δεν προέρχονται από κάποια απαξίωση της ελληνικής αγοράς, αλλά από έναν καθαρά μηχανικό λόγο: τα funds και τα ETF που είναι δεσμευμένα να ακολουθούν δείκτες Αναδυόμενων Αγορών υποχρεούνται, εξ ορισμού του εντολέα τους, να πουλήσουν τις ελληνικές θέσεις τους τη στιγμή που η χώρα βγαίνει από αυτούς τους δείκτες. Δεν είναι επιλογή διαχειριστή, είναι κανόνας παθητικής διαχείρισης. Αυτό αφορά ιδίως τον δείκτη FTSE Emerging Market All Cap, όπου μέχρι πρότινος συμμετείχαν περίπου 33 ελληνικές εταιρείες.
Μια επιπλέον πολυπλοκότητα προκύπτει από το γεγονός ότι οι διάφοροι οίκοι δεν κινούνται ταυτόχρονα. Ο FTSE Russell, ο S&P Dow Jones και ο STOXX πρόκειται να αναβαθμίσουν την Ελλάδα φέτος τον Σεπτέμβριο, όμως η MSCI θα προχωρήσει στη δική της αναβάθμιση μόλις τον Μάιο του 2027.
Αυτό σημαίνει ότι για περίπου οκτώ μήνες η ελληνική αγορά θα βρίσκεται σε μια ενδιάμεση, «διχασμένη» κατάσταση: εκτός των δεικτών Αναδυόμενων Αγορών του FTSE, αλλά ακόμη μέσα στους αντίστοιχους δείκτες της MSCI.
Πρακτικά, οι εκροές από τα funds που ακολουθούν MSCI EM θα καθυστερήσουν να εμφανιστούν, ενώ οι εισροές από FTSE/STOXX/S&P DM ξεκινούν νωρίτερα — κάτι που εξηγεί γιατί οι πρώτες φάσεις της μετάβασης δείχνουν πιο ευνοϊκές παρά αρνητικές.
Ποιοι μπαίνουν και γιατί έχει σημασία το μέγεθος της «δεξαμενής»
Στον αντίποδα, η είσοδος στους δείκτες Ανεπτυγμένων Αγορών ανοίγει την πρόσβαση σε μια κατηγορία επενδυτών πολύ μεγαλύτερη σε απόλυτο μέγεθος —παρότι με μικρότερη σχετική στάθμιση για την Ελλάδα— καθώς εκεί διακινούνται πολλαπλάσια κεφάλαια σε σχέση με τις Αναδυόμενες Αγορές.
Πρόκειται για funds, συνταξιοδοτικά ταμεία και ETF που, λόγω του καταστατικού ή του επενδυτικού τους εντολέα, δεν επιτρέπεται καν να τοποθετηθούν σε αναδυόμενες αγορές, αλλά μπορούν πλέον να «δουν» ελληνικές μετοχές μέσα από τα δικά τους benchmarks για τις Ανεπτυγμένες Αγορές της Ευρώπης.
Πέρα από τις καθαρά παθητικές ροές, αναμένεται και ουσιαστική αύξηση της κάλυψης από αναλυτές διεθνών οίκων, κάτι που ιστορικά συνοδεύεται από μεγαλύτερη προβολή των εισηγμένων εταιρειών σε ενεργούς (όχι μόνο παθητικούς) διαχειριστές χαρτοφυλακίων.
Ποιες μετοχές αφορά
Η αναθεώρηση του FTSE Russell για τον Σεπτέμβριο του 2026 εντάσσει συνολικά 63 ελληνικές μετοχές στο «ανεπτυγμένο universe» (10 Mid Cap, 22 Small Cap και 30 Micro Cap), κατανεμημένες σε τρεις κατηγορίες κεφαλαιοποίησης — ένα πολύ ευρύτερο σύνολο από τις εννέα μετοχές του STOXX Europe 600.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες μαζί με τη ΔΕΗ και τον ΟΤΕ αποτελούν, ουσιαστικά, τον πυρήνα βάρους της ελληνικής αγοράς μέσα στους νέους δείκτες — και είναι, όπως προαναφέρθηκε, το σημείο όπου αναμένεται να συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των παθητικών εισροών.
Η κατηγορία αυτή είναι η πιο κλαδικά διασκορπισμένη: συνδυάζει ενέργεια, κατασκευές, μεταφορές, λιανεμπόριο, ακίνητα και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, δείχνοντας ότι η αναβάθμιση δεν περιορίζεται στους «συνήθεις υπόπτους».
FTSE Developed Europe Micro Cap — 30 μετοχές
Εδώ βρίσκεται η πολυπληθέστερη αλλά και λιγότερο «ορατή» ομάδα εταιρειών, που αποκτά για πρώτη φορά άμεση γέφυρα με διεθνείς επενδυτές: Alter Ego Media, Alumil, Austriacard Holdings, Τράπεζα της Ελλάδος, BriQ Properties, Μοτοδυναμική, Dimand, Εκτέρ, Evropi Holdings, Fais Συμμετοχών, Fourlis, Ideal Holdings, Ίλυδα, Interlife, Intracom Holdings, Kri-Kri, Lavipharm, Mevaco, Noval Property, Orilina Properties, Παπουτσάνης, Performance Technologies, Premia Properties, Profile Systems, Qualco Group, Real Consulting, Τεχνική Ολυμπιακή, ΟΛΘ, Πλαστικά Θράκης και Trade Estates.
Η κλαδική εικόνα της κατηγορίας είναι ήδη σαφής: αερομεταφορές, κατασκευές, ενέργεια, τράπεζες, λιανεμπόριο, ακίνητα, υποδομές, τουρισμός, πληροφορική, φαρμακευτικά και βιομηχανία — σχεδόν όλο το παραγωγικό φάσμα της χώρας.
Η ευρύτητα αυτής της λίστας είναι από μόνη της ενδεικτική: δεν πρόκειται για μια αναβάθμιση που αφορά μόνο τις πέντε-έξι μεγαλύτερες εισηγμένες, αλλά για μια αλλαγή καθεστώτος που αγγίζει σχεδόν ολόκληρο το παραγωγικό φάσμα της χώρας, με τις τράπεζες να παραμένουν το βαρύτερο και πιο ορατό κομμάτι της.
Το μέγεθος της ανάκαμψης σε αριθμούς
Η κλίμακα της ανάκαμψης βοηθά να καταλάβει κανείς γιατί η αναβάθμιση θεωρείται τομή και όχι απλή τεχνική διαδικασία. Ο δείκτης STOXX Greece Total Market είχε καταρρεύσει κατά 95,4% από το υψηλό του Οκτωβρίου 2007 έως τον πυθμένα του Φεβρουαρίου 2016, και παραμένει ακόμη περίπου δύο τρίτα χαμηλότερα από εκείνο το ιστορικό υψηλό.
Στην τελευταία πενταετία, όμως, έχει ενισχυθεί κατά 280% έναντι 64% για τον STOXX Europe 600, ενώ από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023 ο Γενικός Δείκτης έχει σημειώσει άνοδο 186% έναντι 52% για τον ευρωπαϊκό δείκτη αναφοράς.
Η συνολική κεφαλαιοποίηση του ΧΑ παραμένει πάντως μικρή σε διεθνή κλίμακα — περίπου 213 δισ. δολάρια έναντι σχεδόν 19 τρισ. δολαρίων για ολόκληρο τον STOXX 600 — κάτι που δείχνει πόσο μεγάλο είναι ακόμη το περιθώριο ανάπτυξης, αλλά και πόσο μικρή παραμένει η Ελλάδα μέσα στο ευρωπαϊκό επενδυτικό σύμπαν.
Η αγορά ήδη «τιμολογεί» το γεγονός
Η προσμονή της αναβάθμισης δεν είναι μόνο θεωρητική άσκηση — αντανακλάται ήδη στις τιμές, και η σημερινή συνεδρίαση το επιβεβαιώνει. Το Χρηματιστήριο Αθηνών είχε φτάσει σε υψηλά δεκαεπτά ετών στο κλείσιμο της 7ης Σεπτεμβρίου (2.702,54 μονάδες), υποχώρησε οριακά την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου (-0,15%, στις 2.697,58 μονάδες) και την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου, έκλεισε με ισχυρή άνοδο 1,07%, στις 2.726,49 μονάδες — νέο υψηλό δεκαεπτά ετών, το καλύτερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2009. Ακολούθησε χθες διόρθωση 1,16% στις 2.694 μονάδες με αφορμή τις διεθνείς εξελίξεις.
Σε κάθε περίπτωση η προηγούμενη ήταν η όγδοη συνεχόμενη ανοδική εβδομάδα του Γενικού Δείκτη (+0,9% σε εβδομαδιαία βάση), με την συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς στα 196,2 δισ. ευρώ.
Στήριξη έδωσε και το βελτιωμένο διεθνές κλίμα, μετά την ανακοίνωση του αμερικανικού πληθωρισμού Αυγούστου στο 3,4% και την μερική αποκλιμάκωση της τιμής του πετρελαίου Brent, με την προσοχή της αγοράς να στρέφεται πλέον στη συνεδρίαση της Fed στις 16 Σεπτεμβρίου.
Παράλληλα, αξίζει να παρατηρήσουμε ότι το θετικό κλίμα υποστηρίζεται από εκθέσεις ξένων οίκων : η Deutsche Bank ανέβασε τις τιμές-στόχους για το σύνολο των ελληνικών συστημικών τραπεζών, διατηρώντας σύσταση Buy και εκτιμώντας ότι το τραπεζικό ράλι «έχει ακόμη καύσιμο», η Jefferies χαρακτήρισε τις ελληνικές τράπεζες από τις πλέον ελκυστικές στην Ευρώπη, με νέες συστάσεις Buy για την Optima Bank και την CrediaBank, ενώ πρόσφατα και η Morgan Stanley τοποθετήθηκε ανοδικά, εκτιμώντας ότι το story της μετάβασης από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές βρίσκεται ακόμη «στα μισά της διαδρομής» και αναβαθμίζοντας τις ελληνικές τράπεζες στο ευρωπαϊκό της μοντέλο, με προτίμηση σε τράπεζες, ΔΕΗ και Metlen.
Δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι κινήσεις έρχονται ακριβώς τις ημέρες που κλειδώνει η σύνθεση της αναθεώρησης: οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αποτελούν τον πυρήνα τόσο του Mid Cap δείκτη του FTSE Russell όσο και του «καλαθιού» του STOXX Europe 600, και είναι το σημείο όπου αναμένεται να συγκεντρωθεί το μεγαλύτερο μέρος των παθητικών εισροών από ολόκληρη τη διαδικασία αναβάθμισης.
Τι σημαίνει μακροπρόθεσμα
Πέρα από το βραχυπρόθεσμο «ποιος κερδίζει το ισοζύγιο εισροών-εκροών», η ουσία της αναβάθμισης βρίσκεται αλλού: για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η ελληνική αγορά δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα υψηλού ρίσκου trade ή μια περιφερειακή ευκαιρία περιορισμένης διάρκειας, αλλά εντάσσεται στον κανονικό χάρτη επενδυτικών επιλογών των μεγάλων διεθνών χαρτοφυλακίων.
Αυτό, με τη σειρά του, βελτιώνει το βάθος και τη ρευστότητα της αγοράς, ενισχύει την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων για τις ελληνικές επιχειρήσεις και μπορεί σταδιακά να συμπιέσει το κόστος κεφαλαίου τους.
Το τελικό στοίχημα, ωστόσο, δεν κρίνεται από τις πρώτες εβδομάδες των ροών, αλλά από το αν η ελληνική αγορά θα καταφέρει να παραμείνει ελκυστική μέσα σε ένα πολύ πιο απαιτητικό και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον, όπου δεν συγκρίνεται πια μόνο με άλλες αναδυόμενες αγορές, αλλά με ώριμες ευρωπαϊκές αγορές με πολύ μεγαλύτερο εύρος εταιρειών και μεγαλύτερη ρευστότητα.
Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία θα είναι η αναταξινόμηση από τη MSCI τον Μάιο του 2027, ακολουθούμενη από την ένταξη στον STOXX DM World τον Ιούνιο του ίδιου έτους — δύο βήματα που αναμένεται να φέρουν το μεγαλύτερο και πιο καθοριστικό κύμα παθητικών ροών, δεδομένου του μεγέθους των κεφαλαίων που ακολουθούν ιδίως τους δείκτες της MSCI.
* Διευθυντής Έρευνας (Director of Research) στη Solidus Securities ΑΕΠΕΥ, καθοδηγεί την ανάλυση χαρτοφυλακίων και τη βελτιστοποίηση κατανομής περιουσιακών στοιχείων, αναπτύσσοντας ολοκληρωμένα χρηματοοικονομικά μοντέλα για την αξιολόγηση κινδύνου και την πρόβλεψη τάσεων της αγοράς.
** Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική, φορολογική ή νομική συμβουλή. Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά, βασίζονται σε δημόσια διαθέσιμα ιστορικά δεδομένα και δεν εγγυώνται μελλοντικές αποδόσεις. Πριν από κάθε επενδυτική απόφαση, συμβουλευτείτε πιστοποιημένο επενδυτικό σύμβουλο.