Μετακινούνται πάλι οι τεκτονικές πλάκες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, μετά την πρωτοβουλία Τραμπ για μεγάλη και γρήγορη απορρύθμιση.
Η χαλάρωση των εποπτικών κανόνων μεταφράζεται σε μεγαλύτερα κέρδη για τις αμερικανικές τράπεζες, σύμφωνα με ανάλυση της Alvarez & Marsal, ενώ κατά πόδας ακολουθεί και το Ηνωμένο Βασίλειο στη χαλάρωση των εποπτικών κανόνων. Σε αντίθετη κατεύθυνση, της σταθερότητας ή ακόμη και αυστηροποποίησης των κανόνων, κινούνται Ευρωπαϊκή Ένωση και Ελβετία.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών έσφιξε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – 2009, με βασική προτεραιότητα να μην επαναληφθούν καταρρεύσεις τραπεζών -και πρωτίστως όσων κατατάσσονται στις παγκόσμιες συστημικές τράπεζες (G-SIBs).
Οι μνήμες από την κρίση, με σοβαρότερο επεισόδιο την κατάρρευση της Lehman Brothers, αρχίζουν να «ξεθωριάζουν», ενώ καταλυτική είναι η επίδραση της έλευσης του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, με σημαία της πολιτικής του στον τραπεζικό τομέα -και όχι μόνο- την απορρύθμιση.
Η χαλάρωση των εποπτικών κανόνων δεν είναι μια θεωρητική άσκηση, αλλά ένας μηχανισμός που μπορεί να φέρει άμεσα περισσότερα κέρδη για τις τράπεζες και τους μετόχους τους και, ως εκ τούτου, καλύτερες αποτιμήσεις για τις μετοχές.
Με τη μείωση των απαιτούμενων εποπτικών κεφαλαίων, οι τράπεζες μπορούν να επεκτείνουν το ενεργητικό τους και να αυξήσουν τα κέρδη τους. Το πλεονέκτημα, από αυτή την άποψη, έχουν οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της A&M, η τράπεζα που θα έχει τα μεγαλύτερα οφέλη από την απορρύθμιση στις ΗΠΑ, η Morgan Stanley, θα αυξήσει κατά 42% τα κέρδη ανά μετοχή και την απόδοση κεφαλαίου κατά 8%.
Όπως φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στον πίνακα της A&M η ρυθμιστική χαλάρωση δίνει μεγάλα πλεονεκτήματα στις παγκόσμια συστημικές αμερικανικές τράπεζες. Με επτά πρωτοβουλίες χαλάρωσης των κανόνων, οι αμερικανικές μεγάλες τράπεζες θα εξοικονομήσουν 1,68% από τα ελάχιστα απαιτούμενα κεφάλαια (απελευθερώνουν 138 δισ. κεφαλαίων) και αυτό θα ανεβάσει την απόδοση κεφαλαίου κατά 5,8%, καθώς θα μπορέσουν να επεκτείνουν την περίμετρο του ενεργητικού τους κατά 2,6 τρισ. δολ. ή κατά 16%. Σημαντικά θα είναι τα αντίστοιχα οφέλη και για τις βρετανικές τράπεζες από συνολικά 6 πρωτοβουλίες χαλάρωσης των κανόνων.
Αντίθετα, στην Ευρώπη προβλέπονται δύο πρωτοβουλίες χαλάρωσης και άλλες δύο για αυστηροποίηση, με αποτέλεσμα να αναμένεται μικρή αύξηση των απαιτούμενων κεφαλαίων με αρνητική επίδραση (-1%) στην απόδοση κεφαλαίου.
Ακόμη πιο δύσκολο θα γίνει το εποπτικό πλαίσιο για τις ελβετικές τράπεζες, λόγω της κατάρρευσης της Credit Suisse, καθώς αναμένονται τέσσερις πρωτοβουλίες αυστηροποίησης των κανόνων, που θα αυξήσουν κατά 24 δισ. δολ. τα απαιτούμενα κεφάλαια και θα μειώσουν κατά 8,3% την απόδοση κεφαλαίου.
Ρυθμιστικός κατακερματισμός
Όπως σημειώνει η A&M, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, όπου τα ρυθμιστικά πλαίσια για την κεφαλαιακή επάρκεια αποκλίνουν σημαντικά ανά περιοχή, δημιουργώντας ένα μη ισορροπημένο πεδίο ανταγωνισμού.
Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο ηγούνται ενός κύματος απορρύθμισης, το οποίο αναμένεται να μειώσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις μεγάλες τράπεζες (G-SIBs), απελευθερώνοντας κεφάλαια για δανεισμό και ενισχύοντας την κερδοφορία τους. Αντίθετα, η Ευρώπη κινείται προς την κατεύθυνση της απλοποίησης των κανόνων χωρίς μείωση του συνολικού επιπέδου κεφαλαίων, ενώ η Ελβετία ενισχύει δραστικά τις απαιτήσεις μετά την κατάρρευση της Credit Suisse.
«Μεγάλη και γρήγορη» απορρύθμιση από τον Τραμπ
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αναλάβει μια πρωτοβουλία απορρύθμισης για τις αμερικανικές τράπεζες, που προβλέπεται να είναι «μεγάλη σε κλίμακα και ταχεία στην εκτέλεση».
Οι αμερικανικές μεγάλες τράπεζες (G-SIBs) αναμένεται να επιτύχουν συνολική απελευθέρωση βασικών κεφαλαίων (Common Equity Tier 1 - CET1) κατά 168 μονάδες βάσης (μ.β.). Αυτό μεταφράζεται σε απελευθέρωση κεφαλαίου CET1 ύψους 14% ή περίπου 2,6 τρισ. δολ. σε πρόσθετη δυναμικότητα ενεργητικού (asset capacity) για νέα δάνεια ή κινήσεις στις αγορές, ποσό ισοδύναμο με το ήμισυ του μεγέθους της JPMorgan Chase ή το 16% του συνολικού ενεργητικού των αμερικανικών τραπεζών.
Προβλέπεται σημαντική ώθηση στην κερδοφορία (ROE uplift) των αμερικανικών τραπεζών κατά 6% και αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS accretion) κατά 35%.
Ειδικά μέτρα απορρύθμισης περιλαμβάνουν τη μείωση του Stress Capital Buffer (SCB) κατά -100 μ.β. και τη μείωση της προσαύξησης G-SIB κατά -68 μ.β. Επιπλέον, η μεταρρύθμιση του ενισχυμένου Δείκτη Μόχλευσης (eSLR) αναμένεται να απελευθερώσει Tier-1 κεφάλαιο κατά -99 μ.β.
Ηνωμένο Βασίλειο: Ακολουθεί κατά πόδας τις ΗΠΑ
Το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να ακολουθήσει την πορεία των ΗΠΑ, με τις ρυθμιστικές αρχές να εξετάζουν μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου μετά το Brexit. Αναμένεται απελευθέρωση CET1 κεφαλαίων κατά 102 μονάδες βάσης (bps), η οποία μεταφράζεται σε περίπου 0,5 τρισ. δολ. επιπλέον δυναμικότητα, ή το 9% του συνολικού ενεργητικού των τραπεζών του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η κερδοφορία των τραπεζών (ROE uplift) προβλέπεται να αυξηθεί κατά 3% , με αύξηση των κερδών ανά μετοχή (EPS) κατά 19%.
Οι πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση κεφαλαιακών απαιτήσεων με εκτιμώμενη απελευθέρωση CET1 -70bps και την απλοποίηση των κανόνων ring-fencing με πρόσθετη απελευθέρωση -32 μ.β. Επίσης, η βελτίωση των αποτελεσμάτων των stress test του 2025 αναμένεται να μειώσει την απαίτηση για το δεύτερο «στρώμα» κεφαλαίων (Pillar 2 Guidance - P2G) κατά -83bps.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Απλοποίηση κανόνων χωρίς μείωση εποπτικών κεφαλαίων
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συζήτηση επικεντρώνεται στην απλοποίηση και όχι στη μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) έχουν τονίσει ότι τα συνολικά επίπεδα κεφαλαίου δεν πρέπει να μειωθούν.
Οι ευρωπαϊκές G-SIBs αναμένεται να δουν ουδέτερη έως αρνητική επίδραση, με συνολική αύξηση των ελάχιστων απαιτήσεων CET1 κατά +104 μονάδες βάσης (bps). Η απόδοση κεφαλαίου (ROE) προβλέπεται να μειωθεί κατά 1% ως αποτέλεσμα των αλλαγών.
Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην εφαρμογή του CRR3 (Capital Requirements Regulation 3), η οποία εκτιμάται ότι θα έχει επίπτωση +187bps για τις ευρωπαϊκές G-SIBs.
Την Πέμπτη, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι, ανταποκρινόμενη σε παράπονα για ένα υπερβολικά ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, παρουσίασε προτάσεις για τη μείωση του διοικητικού βάρους της τραπεζικής εποπτείας. Στόχος είναι η «απλοποίηση του πλαισίου» χωρίς να διακινδυνεύεται «η ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος».
Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι οι τρέχοντες κανόνες κεφαλαίου στην ΕΕ είναι υπερβολικά περίπλοκοι και κινδυνεύουν να μην είναι κατανοητοί από τους επενδυτές. Πρότεινε την συνένωση ορισμένων μεμονωμένων κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας που εφαρμόζει στις τράπεζες, με βάση το ατομικό προφίλ κινδύνου τους, συγχωνεύοντας τέσσερα υφιστάμενα αποθέματα σε δύο.
Η ΕΚΤ δεν αφήνει, πάντως, πολλά περιθώρια για αλλαγές που θα εξασθενήσουν τους εποπτικούς κανόνες, με τη μείωση των ελάχιστων απαιτήσεων εποπτικών κεφαλαίων. Όπως σημειώνει, οι τράπεζες θα πρέπει να «διατηρήσουν τα τρέχοντα επίπεδα ανθεκτικότητας».
Ευνοημένα πιθανότατα θα είναι τα μικρότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται και οι τέσσερις ελληνικές, συστημικές τράπεζες), καθώς η ΕΚΤ πρότεινε την αύξηση του ορίου ενεργητικού και την προσθήκη περισσότερων εξαιρέσεων, ώστε να εξαιρεθούν από τα διεθνή πρότυπα της Βασιλείας, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για μεγάλες και πιο επικίνδυνες τράπεζες με διασυνοριακή δραστηριότητα.
Σήμερα, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα με ενεργητικό άνω των 5 δισ. ευρώ πρέπει να συμμορφώνονται με αυτούς τους κανόνες, κάτι που κρίθηκε ότι δημιουργεί «αδικαιολόγητη πολυπλοκότητα» και κόστος για τράπεζες που είναι υπερβολικά μικρές για να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Ελβετία: «Σφίγγουν» οι κανόνες μετά την Credit Suisse
Στον αντίποδα, η Ελβετία κινείται αποφασιστικά προς την αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, κυρίως για τις μεγάλες τράπεζες, ως απάντηση στην κατάρρευση της Credit Suisse.
Ειδικότερα, σχεδιάζονται μέτρα που θα αυξήσουν σημαντικά τις ελάχιστες απαιτήσεις CET1 για την UBS (τη μόνη ελβετική G-SIB), κατά +769 μονάδες βάσης (bps), ανεβάζοντας το ελάχιστο CET1 στο 19%. Αυτή η αύξηση αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση της κερδοφορίας (ROE decline) της UBS κατά 8%.
Η αύξηση οφείλεται κυρίως στην πρόταση για πλήρη αφαίρεση των ξένων συμμετοχών από το κεφάλαιο και σε άλλες αφαιρέσεις από τα εποπτικά κεφάλαια. Επιπλέον, η εισαγωγή του resolvability buffer («μαξιλάρι» για τα κόστη ενδεχόμενης εκκαθάρισης) αναμένεται να αυξήσει τις απαιτήσεις MREL κατά 500 μ.β.
Ανησυχεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
Πάντως, η κούρσα που άρχισε ο Τραμπ με στόχο τη χαλάρωση των εποπτικών κανόνων για τις τράπεζες προκαλεί έντονη ανησυχία στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και σε πολλούς αναλυτές που επισημαίνουν τον κίνδυνο να βρεθεί και πάλι ανοχύρωτο το σύστημα σε μια σοβαρή κρίση.
Η πρόσφατη θέση του ΔΝΤ, όπως διατυπώθηκε στην έκθεση Global Financial Stability Report (GFSR) του Οκτωβρίου 2025, κινείται σε αντίθεση με το κύμα τραπεζικής απορρύθμισης που παρατηρείται στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το ΔΝΤ υιοθετεί μια στάση αυξημένης επαγρύπνησης και καλεί για ενίσχυση, και όχι χαλάρωση, των εποπτικών προτύπων. Μεταξύ άλλων, το ΔΝΤ τονίζει ότι ο μη τραπεζικός τομέας (όπως τα hedge funds, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες), ο οποίος λειτουργεί ως επί το πλείστον υπό ελαφρύτερη εποπτεία σε σχέση με τις τράπεζες, αποτελεί πλέον πηγή νέων κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Αυτές οι ευπάθειες μπορούν να μεταδοθούν γρήγορα στον πυρήνα του τραπεζικού συστήματος, ενισχύοντας τους κλυδωνισμούς και καθιστώντας δυσκολότερη τη διαχείριση κρίσεων.
Το Ταμείο υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας και της ρευστότητας των τραπεζών μέσω της πλήρους εφαρμογής των διεθνώς συμφωνημένων προτύπων, κυρίως της Βασιλείας ΙΙΙ (Basel III). Αυτή η σύσταση έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις κινήσεις απορρύθμισης που στοχεύουν στη μείωση των κεφαλαιακών αποθεμάτων.
Τα stress tests του ΔΝΤ δείχνουν ότι, σε ένα δυσμενές σενάριο (όπου ο μη τραπεζικός τομέας γίνεται πιο επικίνδυνος και αντλεί πλήρως πιστωτικές γραμμές από τις τράπεζες), πολλές τράπεζες, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, θα δουν τους δείκτες κεφαλαίου τους να μειώνονται σημαντικά, γεγονός που υπογραμμίζει την συνεχιζόμενη τρωτότητα του συστήματος.
Το ΔΝΤ προτρέπει τις ρυθμιστικές αρχές να παραμείνουν σε εγρήγορση και να δώσουν προτεραιότητα στη διατήρηση της ανθεκτικότητας του συστήματος, δίνοντας έμφαση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα έναντι των πιέσεων για μείωση του ρυθμιστικού κόστους.
Κάτι, βεβαίως, που δεν «ακούγεται» στον Λευκό Οίκο.