Σε κρίσιμο «σταυροδρόμι» οδεύει η ελληνική οικονομία, καθώς το 2026 θα αποτελέσει έτος-ορόσημο για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, μιας και -εκτός των άλλων πρόδρομων φαινομένων, όπως το οικονομικό αποτύπωμα που θα αφήσουν, για παράδειγμα, οι κινητοποιήσεις των αγροτών- κλείνει η «στρόφιγγα» του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Τ.Α.Α.), οι πόροι του οποίου τροφοδότησαν σε μεγάλο βαθμό τη μεγέθυνση του ΑΕΠ τα χρόνια μετά την πανδημία.
Η εξεύρεση εναλλακτικών πηγών ενίσχυσης των επενδύσεων, σ' ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας και αστάθειας, δεν είναι εύκολη υπόθεση, ακόμα κι αν η τουριστική βιομηχανία συνεχίσει την ανοδική της τροχιά, όπως επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Μπορεί οι ταξιδιωτικές εισπράξεις την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025 να έφθασαν τα 22,3 δισ. ευρώ και ο αριθμός των ταξιδιωτών τα 35 εκατομμύρια (εξέλιξη που οδήγησε το ταξιδιωτικό ισοζύγιο σε πλεόνασμα 19,47 δισ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 18,24 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024), το ζητούμενο ωστόσο είναι κατά πόσο «αντέχει» η χώρα (σε υποδομές, εργατικό δυναμικό κ.λπ.) να υποστηρίξει μια θεαματική αύξηση του αριθμού των επισκεπτών σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η οποία θα ισοσκελίσει τις απώλειες από τα άλλα μέτωπα.
Επενδύσεις και ιδιωτική κατανάλωση, που αποτελούν τους τροφοδότες της ανάπτυξης, άρχισαν να φθίνουν, όπως προκύπτει και από τις προβλέψεις του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου που συνέταξε το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο για την περίοδο 2026-2029.
Η δημοσιονομική ευελιξία άρχισε ήδη να περιορίζεται, το αναπτυξιακό «μομέντουμ» της ελληνικής οικονομίας επιβραδύνεται αισθητά και η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια νέα πραγματικότητα πολύ πιο απαιτητική από τη σημερινή.
Κεντρικός παράγοντας της επιβράδυνσης είναι η ολοκλήρωση των εισροών από το Ταμείο Ανάκαμψης τον Αύγουστο του 2026. Τα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο θα έχουν έως τότε ολοκληρωθεί ή θα απαιτούν πλέον εθνικούς πόρους για να συνεχίσουν.
Για μια οικονομία που είδε πάνω από το μισό της επενδυτικής της ανόδου μετά την πανδημία να συνδέεται μ' αυτό το ευρωπαϊκό εργαλείο, η επόμενη ημέρα δεν είναι αυτονόητη.
Η ιδιωτική επενδυτική δαπάνη που δεν συνδέεται με το Ταμείο Ανάκαμψης παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, ενώ οι αναλυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισημαίνουν ότι χωρίς το Ταμείο ο ελληνικός επενδυτικός λόγος θα ήταν τουλάχιστον πέντε ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερος.
Αυτή η εξάρτηση αποτυπώνεται και στις μακροοικονομικές προβλέψεις του πολυετούς, καθώς μετά το άλμα των επενδύσεων κατά 10,2% το 2026, ακολουθεί απότομη κάμψη στο 4,1% το 2027, για να διολισθήσουν στο 0,9% το 2028 και μόλις 0,8% το 2029.
Αντίστοιχα, η ανάπτυξη από το 2,4% του 2026 πέφτει σε ταχύτητα στο 1,7% το 2027 και συνεχίζει να χαμηλώνει φθάνοντας στο 1,3% στο τέλος της τετραετίας.
Παράλληλα, το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας περιορίζει σημαντικά την ευελιξία της οικονομικής πολιτικής. Η αύξηση των καθαρών δαπανών έχει πλέον συγκεκριμένο «ταβάνι», ενώ η υποχρέωση για σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα για την εξυπηρέτηση των δαπανών για τόκους δεσμεύει τους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε αναπτυξιακές παρεμβάσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα στην τριετία 2027-2029 θα πρέπει να παράγει πλεονάσματα της τάξης του 2,7%, με εξαίρεση το 2026, όπου ο πήχης είναι τοποθετημένος υψηλότερα, στο 2,8%.
Αβεβαιότητες
Και όλα αυτά εν μέσω ανησυχιών και αβεβαιοτήτων, εντός και εκτός της χώρας, όπως σημειώνουν Τράπεζα της Ελλάδος και Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ).
Όπως επισημαίνεται στην τριμηνιαία έκθεση του Γραφείου, οι ανησυχίες εστιάζονται στο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (παρότι έχει βελτιωθεί) και στα ενεργειακά ρίσκα, τα οποία ναι μεν έχουν περιοριστεί και δεν είναι ανεξέλεγκτα, αλλά εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις.
Ο βασικός κίνδυνος, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού, αφορά την αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον και τις επιπτώσεις της στις ιδιωτικές επενδύσεις. Η αβεβαιότητα δεν ακυρώνει επενδυτικά σχέδια, αλλά τα «παγώνει», κάτι που καθιστά κρίσιμο το 2026. Με ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, οι επενδύσεις κινούνται γύρω στο 7%, ενώ μετά το 2026 το τοπίο γίνεται πιο θολό.
Καθοριστικός παραμένει και ο στόχος της μείωσης του χρέους προς τη «μαγική περιοχή» του 100% του ΑΕΠ. Υπάρχουν περιθώρια τα επόμενα δύο χρόνια το χρέος να αποκλιμακωθεί κοντά στο 120%, μετά όμως δυσκολεύουν τα πράγματα, καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας γίνονται ασθενέστεροι.
Διαρθρωτικές αδυναμίες
Οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία σχετίζονται κυρίως με τις διαρθρωτικές αδυναμίες της, αναφέρει από την πλευρά της η Τράπεζα της Ελλάδος στην έκθεση νομισματικής πολιτικής.
Η επιμονή του πληθωρισμού -ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών- και η στενότητα στην αγορά εργασίας, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερες μισθολογικές πιέσεις, αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη.
Επιπλέον, αρνητικές επιδράσεις θα μπορούσαν να προέλθουν από ενδεχόμενες φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής κρίσης, από χαμηλότερο του αναμενομένου ρυθμό απορρόφησης και αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και από πιθανές καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, η υποτονική παραγωγικότητα και οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις ενδέχεται να περιορίσουν τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική.
Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας συνέχισε να επιδεινώνεται το πρώτο εννεάμηνο του 2025 ως προς τις σχετικές τιμές, ενώ η ελαφρά βελτίωση ως προς το κόστος εργασίας διατηρήθηκε το πρώτο εξάμηνο. Αρνητικά επιδρά στους δείκτες ονομαστικής και συνακόλουθα πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας της Ελλάδας η συνεχιζόμενη και το 2025 ανατίμηση του ευρώ, λόγω της εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ και των προσδοκιών για τις βραχυπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.
Σύμφωνα με την έκθεση, κινδύνους για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αποτελούν και η αβεβαιότητα από τις εύθραυστες διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας.