Σε κινούμενη άμμο βρίσκεται η μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, που συνεχίζει να πληρώνει 20% ακριβότερο ρεύμα από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές της και βλέπει τον ορίζοντα λήψης των αποφάσεων ολοένα και να απομακρύνεται μετά τη «κόκκινη κάρτα» της Κομισιόν στο ελληνικό πακέτο προτάσεων.
Τρεις μήνες μετά τη δέσμευση του Πρωθυπουργού στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ τον Οκτώβριο ότι τα μέτρα δεν θα αργήσουν, όχι μόνο δεν υπάρχει κάτι το απτό στον ορίζοντα, αλλά και όλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων της κυβέρνησης με τις Βρυξέλλες, με άγνωστη έκβαση και χρονοδιάγραμμα.
Τα παραπάνω συμβαίνουν σε μια συγκυρία όπου η συζήτηση στην Ευρώπη εστιάζει σε μέτρα που θα ανατρέψουν την αποβιομηχάνιση και θα στηρίξουν τις επιχειρήσεις, με όλες τις χώρες να αναζητούν τρόπους ενίσχυσης των βιομηχανιών τους, χωρίς ενίοτε να διστάζουν ακόμη και να παρακάμψουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες όπως πρόλαβε και έκανε εγκαίρως η Ιταλία.
Τούτων δοθέντων το κλίμα στους κόλπους της βιομηχανίας που ενημερώθηκε για την άρνηση της Κομισιόν να εγκρίνει την ελληνική πρόταση, η οποία ήταν μια εκδοχή του λεγόμενου «ιταλικού μοντέλου» (ένα είδος τριετούς ενεργειακού δανείου με σταθερή χαμηλή τιμή μεγαβατώρας), δεν είναι καλό.
Πόσο πληρώνουν οι άλλοι
Οι επιχειρήσεις βλέπουν τα ελληνικά μέτρα να αργούν και το χάσμα με τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό να μεγαλώνει, καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να μην παίζει με τους ίδιους κανόνες της Νότιας και Κεντρικής Ευρώπης.
Τον κώδωνα του κινδύνου έκρουσε χθες ο Πρόεδρος της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών (ΕΒΙΚΕΝ), Αντώνης Κοντολέων που μιλώντας στο κανάλι της Ναυτεμπορικής άσκησε κριτική στους χειρισμούς του ΥΠΕΝ θυμίζοντας τις δεσμεύσεις του Πρωθυπουργού, ενώ αντίστοιχοι προβληματισμοί υπάρχουν και σε επίπεδο ΣΕΒ.
Στη περίπτωση της Ιταλίας, για παράδειγμα, που πρόλαβε και πήρε το πράσινο φως της Κομισιόν, όταν ακόμη δεν υπήρχε το νέο κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις, γνωστό ως CISAF (προβλέπει υπό όρους ανώτατη σταθερή τιμή 50 €/ MWh για μια βιομηχανία), το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» μπήκε σε εφαρμογή από τον Ιανουάριο.
Και σημαίνει ότι μια βιομηχανία στην Ιταλία πληρώνει πλέον για ρεύμα 62,5 €/Μεγαβατώρα, έναντι των αρκετά πάνω από 100 € στην περίπτωση μιας ελληνικής. Τα κόστη είναι χαμηλά και για τις πρώτες χώρες που έσπευσαν να ενταχθούν στο CISAF, δηλαδή τη Γερμανία (50 €/MWh) και τη Βουλγαρία (επίσης 62,5 €/MWh). Στο σύνολο των υπόλοιπων χωρών, τα κόστη της βιομηχανίας εξαρτώνται ως ένα βαθμό από τη χονδρική (εκτός και αν έχουν διμερή συμβόλαια), ωστόσο αργά ή γρήγορα θα μειωθούν. Είναι βέβαιο ότι όλο και περισσότερες θα επιλέξουν να ενταχθούν στο νέο πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις.
Αλλες εναλλακτικές δεν φαίνεται να υπάρχουν. Οι Βρυξέλλες έχουν διαμηνύσει σε όλες τις κυβερνήσεις ότι τώρα που μπήκαν οι κανόνες και θεσμοθετήθηκε κοινοτικό πλαίσιο για τις ενισχύσεις, χώρος για παρεκκλίσεις δεν υπάρχει, όπως το «μοντέλο της Ιταλίας».
Η ελληνική βιομηχανία από την άλλη υποστηρίζει ότι το «ιταλικό μοντέλο» δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, επομένως μπορεί να εφαρμοστεί ανεξαρτήτως του CISAF. Κάτι με το οποίο λέγεται ότι διαφωνεί το ΥΠΕΝ καθώς, όπως λέει, η Κομισιόν το ενημέρωσε ότι αν εφαρμοστεί μονομερώς το ελληνικό μοντέλο, τότε μπορεί να προσφύγει κατά της Ελλάδας και μάλιστα να δημιουργηθεί πρόβλημα και με το ιταλικό.
Στο ερώτημα γιατί η η Ελλάδα δεν επιλέγει όπως η Γερμανία το νέο πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ, η απάντηση είναι ότι σ’ αυτή τη περίπτωση μια βιομηχανία θα πρέπει να ξεχάσει τα έσοδα που δικαιούται ως αντιστάθμιση του αυξημένου ενεργειακού της κόστους λόγω CO2. «Το νέο κοινοτικό πλαίσιο έχει ένα πρόβλημα. Συμψηφίζει την ανώτατη τιμή των 50 €/MWh, με τα έσοδα από την αντιστάθμιση, άρα το τελικό όφελος θα είναι μικρότερο των προσδοκιών», όπως εξήγησε χθες ο κ. Κοντολέων.
Σε αυτόν το κυκεώνα βρίσκεται εγκλωβισμένη όπως φαίνεται η κυβέρνηση. Και απ' ό,τι φαίνεται το ΥΠΕΝ έχει ανοίξει ένα νέο κύκλο διαπραγματεύσεων με τη Κομισιόν, με άγνωστη ωστόσο έκβαση, όταν η βιομηχανία περιμένει να ακούσει σύντομα κάποιο πλέγμα μέτρων, ακόμη και διαφορετικό από τον αρχικό σχεδιασμό.
Κοντολέων: Υπήρξε ολιγωρία από το ΥΠΕΝ
Την ίδια στιγμή κοντά στα παλιά προβλήματα προστίθενται και νέα. Τόσο επειδή από την 1η Φεβρουαρίου τίθενται σε ισχύ οι νέες αυξημένες χρεώσεις χρήσης συστήματος για την μέση και υψηλή τάση, όσο και επειδή από φέτος οι πόροι που δικαιούται η βιομηχανία μεταξύ 2026-2030 για την αντιστάθμιση του αυξημένου ενεργειακού της κόστους λόγω του CO2, συρρικνώνονται.
Την ανατροπή αυτή φέρνουν οι νέες κατευθυντήριες γραμμές της Κομισιόν, σύμφωνα με τις οποίες το ανθρακικό αποτύπωμα της Ελλάδας μειώθηκε κατά 25%, από 0,73 τόνους tCO₂/MWh σε 0,58 tCO₂/MWh (μια από τις τρεις μεγαλύτερες μειώσεις στην ΕΕ), λόγω της εκτεταμένης απολιγνιτοποίησης.
Η μεγάλη αυτή μείωση που φαινομενικά είναι θετική για τη χώρα, στη πραγματικότητα πλήττει τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, καθώς όσο μικρότερο «γκρίζο» αποτύπωμα έχει μια χώρα, τόσο λιγότερα έσοδα δικαιούται η βιομηχανία της ως αντιστάθμιση. Η απώλεια υπολογίζεται σε άνω των 50 εκατ. ευρώ το χρόνο σταδιακά ως το 2030.
«Υπήρξε ολιγωρία από το ΥΠΕΝ. Δεν είναι δυνατόν η ΕΕ να μας βγάζει κόκκινη κάρτα σε όλα. Κάτι πάει στραβά. Τα μηνύματα υπήρχαν, ωστόσο τρεις μόνο χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, είδαν τόσο μεγάλη μείωση στο ανθρακικό τους αποτύπωμα. Ούτε εξηγείται πώς η Βουλγαρία και η Ρουμανία, δύο συνδεδεμένες με εμάς αγορές, να καταφέρνουν να διατηρήσουν πολύ υψηλότερους συντελεστές εκπομπών, της τάξης των 0,91 και 0,96 tCO₂/MWh αντίστοιχα», ανέφερε για το θέμα χθες ο Πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία στο αγροτικό ρεύμα.
«Δεν θέλω να μπω σε συγκρίσεις με το αγροτικό ρεύμα, καλώς οι αγρότες πήραν τέτοιες τιμές. Σε εμάς ωστόσο φαίνεται σαν όνειρο το να πληρώνουμε 85 ευρώ τη Μεγαβατώρα», είπε.
Τα θέματα με λίγα λόγια είναι αρκετά και είναι βέβαιο ότι μετά το «όχι» των Βρυξελλών στις ελληνικές προτάσεις, οι πιέσεις της βιομηχανίας προς τη κυβέρνηση θα κλιμακωθούν, προκειμένου να πάρει άμεσα κάποιες αποφάσεις, ακόμη και αν αυτές αποκλίνουν εκ των πραγμάτων του αρχικού σχεδιασμού.