Στη σφαίρα της αβεβαιότητας συνεχίζει να κινείται η βιομηχανία, που περιμένει ακόμη τις κυβερνητικές εξαγγελίες για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και συνεχίζει να πληρώνει 20% ακριβότερα το ρεύμα από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της, όταν μια σειρά χωρών της ΕΕ εφαρμόζουν καιρό τώρα σχήματα στήριξης του ενεργοβόρου τομέα τους.
Τέσσερις σχεδόν μήνες μετά τη δέσμευση του πρωθυπουργού στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ ότι τα μέτρα δεν θα αργήσουν, οι πληροφορίες παραπέμπουν σε μια εν εξελίξει διαπραγμάτευση με τις Βρυξέλλες, ενώ ο σύνδεσμος συνεχίζει να μην έχει επίσημη ενημέρωση για την τύχη της πρότασης που είχε καταθέσει.
Σε αυτό το ατέρμονο σίριαλ για το βιομηχανικό ρεύμα, η μείωση του οποίου σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αποτελεί προτεραιότητα, στην Ελλάδα ακόμη δεν υπάρχει κάτι το απτό. Η τελευταία εξέλιξη αφορά το τέλος της ελληνικής εκδοχής του περίφημου «ιταλικού μοντέλου», ύψους 150 εκατ. ευρώ τον χρόνο για μια τριετία, στο οποίο πόνταρε πολλά η βιομηχανία για τη μείωση του ενεργειακού της κόστους.
Το θέμα έχει μπει στην άκρη μετά τις επιφυλάξεις των Βρυξελλών, δεν υπάρχει πρόθεση να προχωρήσει και «δεν αποτελεί πλέον το βασικό σενάριο», όπως εξηγούν πηγές του ΥΠΕΝ. Και επιμένουν ότι εφόσον η κυβέρνηση εφαρμόσει μονομερώς το ελληνικό μοντέλο, χωρίς να το κοινοποιήσει στην Κομισιόν, τότε εκείνη μαθηματικά θα προσφύγει κατά της Ελλάδας.
Το ίδιο μήνυμα έστειλε χθες από το βήμα του Athens Energy Summit και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, λέγοντας ότι «θα ήταν λάθος μήνυμα προς την Ευρώπη να δείξουμε ότι αυτενεργούμε. Οι επαφές με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν φημίζονται για την ταχύτητά τους αλλά είμαστε κοντά σε λύση».
Στο ερώτημα τι παρουσιάζεται ως εναλλακτικό μέτρο, η απάντηση παραπέμπει σε ένα μέτρο που αποτελεί εδώ και χρόνια κεκτημένο και ψηφισμένο για τις ελληνικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις: Ο λόγος για την επιδότηση που λαμβάνουν ούτως ή άλλως μέσω ενός μηχανισμού για την αντιστάθμιση του ενεργειακού τους κόστους, επειδή οι τιμές ρεύματος επιβαρύνονται με το κόστος του CO2.
Τα χρήματα αυτά επρόκειτο να διαμορφωθούν φέτος για την ελληνική βιομηχανία στα 250 εκατ. ευρώ, αλλά με βάση τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για την αντιστάθμιση που ανακοίνωσε πρόσφατα η Κομισιόν, η Ελλάδα, λόγω της απολιγνιτοποίησης, είδε τον εθνικό συντελεστή εκπομπών CO2, βάσει του οποίου προκύπτει το ανθρακικό αποτύπωμα κάθε χώρας, να υφίσταται μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις στην ΕΕ. Και να υποχωρεί κατά 25%, από 0,73 τόνους tCO₂/ MWh σε 0,58 tCO₂/.
Στην πράξη, επειδή το εθνικό μας αποτύπωμα έγινε πιο «πράσινο», μειώθηκε και η επιβάρυνση της βιομηχανίας από τους ρύπους, άρα και τα χρήματα που δικαιούται ως αποζημίωση (αντιστάθμιση) για την περίοδο 2026-2030. Μεσοσταθμικά η απώλεια αυτή υπολογίζεται σε 17 εκατ. ευρώ τον χρόνο.
Πώς θα χάσουμε όσο το δυνατόν λιγότερα...
Τούτων δοθέντων, το υποκατάστατο που αναζητά η κυβέρνηση μετά το στοπ της Κομισιόν στο ιταλικό μοντέλο, ως μέτρο μείωσης του κόστους των ενεργοβόρων επιχειρήσεων, είναι να αυξηθεί ο συντελεστής της χώρας για το ανθρακικό αποτύπωμα, ώστε η ελληνική βιομηχανία να… χάσει όσο το δυνατόν λιγότερα από τα 17 εκατ. τον χρόνο. Ή και να κερδίσει κάτι επιπλέον.
Ενώ δηλαδή η βιομηχανία υπολόγιζε ότι θα εισπράξει 150 εκατ. ευρώ, τώρα το «παζάρι» με τις Βρυξέλλες αφορά το πώς θα υποστεί όσο το δυνατόν μικρότερη απώλεια από ένα υφιστάμενο μέτρο.
Στο ερώτημα πώς τα πράγματα έφτασαν ως εδώ, η απάντηση πηγών του ΥΠΕΝ είναι ότι η Κομισιόν απαγορεύει τον συνδυασμό δύο εργαλείων κρατικής ενίσχυσης για τη στήριξη του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας: Δεν επιτρέπει δηλαδή τη χρηματοδότηση δύο φορές για το ίδιο επιλέξιμο κόστος.
Αυτό σημαίνει ότι οι επιδοτήσεις από το ιταλικό μοντέλο ή από το νέο κοινοτικό πλαίσιο για κρατικές ενισχύσεις (γνωστό ως CISAF) δεν μπορούν να «σωρευθούν» με άλλες ενισχύσεις που λαμβάνουν οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις από άλλα εγκεκριμένα σχήματα, όπως π.χ. η αντιστάθμιση.
Ενα πολύ σημαντικό εργαλείο στήριξης των επιλέξιμων ενεργοβόρων βιομηχανιών στην περίπτωση της Ελλάδας, το οποίο θα κινδύνευε -λένε οι ίδιες πηγές- να απενεργοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, σε περίπτωση συμψηφισμού του με άλλο μέτρο.
Στο επιχείρημα αυτό, η βιομηχανία διαφωνεί. Και επιμένει ότι το ιταλικό μοντέλο δεν είναι κρατική ενίσχυση, καθώς αφορά ένα είδος ενεργειακού «δανείου» (σταθερή τιμή μεγαβατώρας για τρία χρόνια) που αποπληρώνεται σε βάθος χρόνου με «τόκο». Και άρα οι επιχειρήσεις μπορεί να λάβουν ταυτόχρονα και έκπτωση στο ρεύμα αλλά και αποζημίωση για τους ρύπους, χωρίς τα δύο μέτρα να εμπίπτουν στην παραπάνω απαγόρευση.
Αλλά επειδή το ΥΠΕΝ έχει διαφορετική άποψη, επιμένει ότι η βασική του προτεραιότητα είναι να μη «θυσιάσει» τα έσοδα από την αντιστάθμιση, που με στοιχεία 2023, έφτασαν στα 287 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα. Την ίδια χρονιά, η Ολλανδία εισέπραξε 147 εκατ., η Φινλανδία 143 εκατ. και η Ρουμανία 116,7 εκατ.
Ανάλογο πρόβλημα με εμάς λέγεται ότι έχει και η Γερμανία. Στο σενάριο που συμφωνήσει στο νέο κοινοτικό πλαίσιο στήριξης (CISAF) και πάρει έκπτωση στο ρεύμα, θα πρέπει να απεμπολήσει το ποσό των 2,4 δισ. ευρώ που εισπράττει τον χρόνο ως αντιστάθμιση, μακράν το υψηλότερο στην ΕΕ.
Η δε Ιταλία, παρά το μέγεθός της, δεν εισπράττει ως αντιστάθμιση παρά μόνο 165 εκατ. ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι είχε «χώρο» και εξηγεί, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το πώς κατάφερε να κατοχυρώσει έκπτωση βάσει του ιταλικού μοντέλου.
Ο φαύλος κύκλος
Σε αυτόν τον λαβύρινθο των διαπραγματεύσεων με την κοινοτική γραφειοκρατία συνεχίζει να βρίσκεται η υπόθεση με το βιομηχανικό ρεύμα.
Το μεν ΥΠΕΝ ζητά από την DG Comp να λάβει υπόψη τον περιφερειακό συντελεστή για την αντιστάθμιση, δηλαδή αυτόν της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, που είναι υψηλότερος του ελληνικού (0,96 tCO₂/MWh), έτσι ώστε να… αυξηθεί το ανθρακικό αποτύπωμα της χώρας, άρα και η αποζημίωση που εισπράττει η βιομηχανία.
Ευελπιστεί ότι αν πειστεί η Κομισιόν όχι μόνο να τον επαναφέρει εκεί που ήταν αλλά και να πλησιάσει στα επίπεδα των Βαλκάνιων γειτόνων μας, ίσως προκύψουν για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες κάποια επιπλέον εκατομμύρια, λένε οι ίδιες πηγές.
Α. Κοντολέων: Κεκτημένο μέτρο η αντιστάθμιση, όχι εναλλακτική
Το ερώτημα βέβαια είναι ότι ακόμη και αν οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες τελεσφορήσουν, το αποτέλεσμα της φερόμενης ως λύσης προφανώς και δεν θα αντιμετωπίζει το πρόβλημα του ενεργειακού κόστους. Η συζήτηση για τα μέτρα ελάφρυνσης του βιομηχανικού ρεύματος δεν μπορεί να περιορίζονται σε ένα ποσό της τάξης των 17 εκατ. ευρώ τον χρόνο, παρότι πηγές του ΥΠΕΝ διαμηνύουν ότι εξετάζονται και άλλα μέτρα, αποφεύγοντας ωστόσο να τα ονομάσουν.
«Κεκτημένο μέτρο η αντιστάθμιση, κακώς προτείνεται να αποτελέσει το εναλλακτικό μέτρο», δηλώνει από την πλευρά του στο euro2day.gr ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ Αντώνης Κοντολέων. Πόσο μάλλον όταν σήμερα δεν μπορούμε να ποσοτικοποιήσουμε το τι θα κερδίσουν οι 57 ελληνικές βιομηχανίες που ωφελούνται απ’ αυτό, όπως λέει.
Τονίζει ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι και η Γερμανία, που εφαρμόζει αντιστάθμιση 100% και παράλληλα περιμένει έγκριση για το CISAF, το οποίο ως μέτρο στηρίζει τις υπόλοιπες βιομηχανίες που δεν παίρνουν επιδότηση ως αποζημίωση για τα κόστη CO2.
Ταυτόχρονα επισημαίνει ότι διαφαίνεται η πρόθεση να ικανοποιηθεί πρόταση επιδότησης του συνόλου των ηλεκτροπαραγωγών με capacity μηχανισμό που θα επιβαρύνει τον Ελληνα καταναλωτή με 400 εκατ. €/ετησίως, όχι όπως το γαλλικό σχήμα που απλά επιδοτεί την ισχύ που προκύπτει ως αναγκαία από τη μελέτη επάρκειας και ευελιξίας.
Σε κάθε περίπτωση, εκφράζει τον φόβο ότι η βιομηχανία θα περιμένει πολύ καιρό ακόμη να μάθει εάν θα ληφθούν και ποια μέτρα για να διασφαλιστεί ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας ως προς τους ανταγωνιστές της.