Σαφή μηνύματα ότι η βιομηχανία περιμένει να δει τις κυβερνητικές υποσχέσεις για το ενεργειακό κόστος να μετουσιώνονται σε συγκεκριμένα μέτρα και ότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να γίνεται αντικείμενο διαρροών και φημολογίας, στέλνει μέσω του Euro2day.gr ο Πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος.
Σε μια συγκυρία όπου το τόνο δίνουν από τη μια οι συνεχιζόμενες κυβερνητικές δεσμεύσεις ότι «σύντομα θα υπάρξει λύση» και από την άλλη οι διαρροές ότι η Κομισιόν απέρριψε την ελληνική πρόταση, πυρήνας της οποίας είναι το ιταλικό μοντέλο, υποχρεώνοντας το ΥΠΕΝ να ψάξει για άλλες λύσεις, ο ΣΕΒ στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι πρέπει να μπει ένα τέλος στην εκκρεμότητα, καθώς και στις αέναες ζυμώσεις με άγνωστη έκβαση και αβέβαιο χρονοδιάγραμμα.
«Εμείς έχουμε καταθέσει στη κυβέρνηση μια συγκεκριμένη πρόταση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Επίσημη απάντηση δεν έχουμε ακόμη πάρει από το ΥΠΕΝ. Οταν την πάρουμε, θα την σχολιάσουμε. Δεν σχολιάζουμε διαρροές», δηλώνει ο Πρόεδρος του ΣΕΒ, μιλώντας στο Εuro2day.gr εν μέσω πληροφοριών για νέα σενάρια μετά το λεγόμενο «όχι» της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της ΕΕ στο ελληνικό πακέτο προτάσεων και ενώ οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις δείχνουν να χάνουν πλέον την υπομονή τους.
Το ιταλικό μοντέλο, που αποτελεί τη βάση της λύσης που υποστηρίζει ο ΣΕΒ και φαίνεται να διχάζει και την ίδια την κυβέρνηση, συνοψίζεται σε ένα είδος ενεργειακού «δανείου» που μεταφράζεται σε σταθερή χαμηλή τιμή μεγαβατώρας για τρία χρόνια. Σε αντάλλαγμα οι ελληνικές βιομηχανίες θα αναλάβουν τη χρηματοδότηση νέων έργων ΑΠΕ με τη προσθήκη μπαταριών, αυτόνομα ή από κοινού με παραγωγούς, επιστρέφοντας σε βάθος χρόνου εν είδη «τόκου», όχι μόνο την ενέργεια που θα λάβουν, αλλά και το όφελος που θα αποκομίσουν από την σταθερή και προβλέψιμη χαμηλή τιμή.
Η θέση της βιομηχανίας είναι ότι το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση εφόσον έχει τη μορφή ενεργειακού «δανείου» που επιστρέφεται και μάλιστα με «τόκο», επομένως είναι της άποψης ότι δεν απαιτεί τη κοινοποίηση στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της ΕΕ κάτι που θα σήμαινε αναμονή για μήνες ή και για χρόνια έως ότου αποφανθούν οι Βρυξέλλες.
Κάτι με το οποίο λέγεται ότι δεν συμφωνεί το ΥΠΕΝ και ειδικά η πλευρά του υφυπουργού Νίκου Τσάφου που χειρίζεται το θέμα, με τις επιφυλάξεις να εστιάζουν στο γεγονός ότι αν εφαρμοστεί μονομερώς το ελληνικό μοντέλο, τότε μπορεί η Κομισιόν να προσφύγει κατά της Ελλάδας και μάλιστα να δημιουργηθεί πρόβλημα και με το ιταλικό. Και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο λέγεται ότι η κυβέρνηση εξετάζει άλλα μέτρα, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν θα έχουν παρόμοιο οικονομικό αποτύπωμα, τι θα περιλαμβάνουν και πότε θα ανακοινωθούν.
Δύο «οπτικές» στη κυβέρνηση
Στη μέση αυτής της διελκυστίνδας βρίσκεται η βιομηχανία που συνεχίζει να πληρώνει 20% ακριβότερο ρεύμα από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές της, αντιλαμβάνεται ως γράμμα κενό περιεχομένου τη φράση «λύση σύντομα» που ακούγεται εδώ και μήνες από κυβερνητικά χείλη και έχει μεταφέρει τη δυσαρέσκειά της στους συνεργάτες του Πρωθυπουργού.
Δείγμα του ευρύτερου βραχυκυκλώματος που προκαλεί στη κυβέρνηση το βιομηχανικό ρεύμα και είναι σε γνώση του Μαξίμου το οποίο αντιλαμβάνεται ότι η εκκρεμότητα πρέπει να τελειώνει, είναι και οι διαφορετικές γραμμές σκέψης που εκφράζονται πλέον από κυβερνητικά στελέχη.
Σε άλλη κατεύθυνση για παράδειγμα φαίνεται να κινείται ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος που τάσσεται υπέρ του λεγόμενου ιταλικού μοντέλου, και σε διαφορετική το ΥΠΕΝ που χειρίζεται εδώ και καιρό το θέμα και φέρεται να υποστηρίζει ότι μετά τη «κόκκινη κάρτα» που έβγαλε η Κομισιόν στο πακέτο των ελληνικών προτάσεων, πρέπει να αναζητηθούν άλλες λύσεις.
Οι δύο αυτές γραμμές έγιναν ορατές χθες μετά από συνάντηση που είχε ο κ. Θεοδωρικάκος με την ηγεσία του ΣΕΒ και με αντικείμενο μια σειρά θεμάτων, μεταξύ των οποίων και το βιομηχανικό κόστος.
«Το Υπουργείο Ανάπτυξης και ο ΣΕΒ εργάζονται από κοινού προκειμένου η κυβέρνηση να υιοθετήσει την βέλτιστη και πιο ολοκληρωμένη λύση για τη στήριξη της βιομηχανίας έναντι του ιδιαιτέρως αυξημένου ενεργειακού κόστους, με βάση το ιταλικό μοντέλο. Στόχος να επιλυθεί αυτό το κρίσιμο ζήτημα τις επόμενες εβδομάδες», υποστήριξε ο κ. Θεοδωρικάκος.
«Πέπλο μυστηρίου» ως προς τη λύση
Στα παραπάνω θα πρέπει να συνυπολογίσει κανείς και τη προχθεσινή δήλωση Χατζηδάκη, όταν ερωτήθηκε για το θέμα κατά τη συνέντευξη για τον κυβερνητικό απολογισμό του 2025 και τους βασικούς στόχους του 2026.
«Ισχύει στο ακέραιο η υπόσχεσή μας. Είμαστε σε συζητήσεις με την Κομισιόν για να βρεθεί μια δίκαιη λύση που να αντιμετωπίζει το πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας, αλλά και μια λύση που να είναι συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο. Πιστεύουμε ότι σύντομα θα ανακοινωθούν οι σχετικές πρωτοβουλίες, χωρίς να είμαι σε θέση να προσδιορίσω την ακριβή ημέρα», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
Ένα μήνυμα που ως αποδέκτες δεν είχε μόνο την ενεργοβόρο βιομηχανία προκειμένου να κατευναστούν οι αντιδράσεις της, αλλά πιθανότατα να είχε ως παραλήπτη και τη πλευρά εκείνη του ΥΠΕΝ που έχει ως αρμοδιότητα την εξειδίκευση των μέτρων.
Σημειωτέον πάντως ότι παρά τις παραπάνω δηλώσεις, ένα «πέπλο μυστηρίου» συνεχίζει να καλύπτει ακόμη την επικείμενη παρέμβαση της κυβέρνησης, χωρίς ουδείς να γνωρίζει και κατά πόσο αυτή θα κινείται τελικά στη κατεύθυνση του ιταλικού μοντέλου, που σύμφωνα με τη βιομηχανία δεν αντιμετωπίζει προβλήματα συμβατότητας με την κοινοτική νομοθεσία και υπερτερεί έναντι άλλων εναλλακτικών ή θα αφορά κάτι διαφορετικό και τι θα είναι αυτό.