Τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης τιμών στο φυσικό αέριο και την ανάγκη αλλαγής του πλαισίου για τη πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθηκών με το συγκεκριμένο καύσιμο, βάζει στο τραπέζι της ευρωπαϊκής συζήτησης η Ελλάδα σε μια συγκυρία όπου πληθαίνουν στον ορίζοντα τα αρνητικά σινιάλα.
Στον απόηχο των χθεσινών δηλώσεων Μητσοτάκη για βαθύτερες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της κοινής αγοράς ηλεκτρισμού, το ΥΠΕΝ ανοίγει σύμφωνα με τις πληροφορίες τη κουβέντα για την ανάγκη αλλαγής του Κανονισμού που επιβάλει οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου να έχουν πληρότητα 90% μέχρι την 1η Νοέμβριου.
Η παρέμβαση του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενεργειας Νίκου Τσάφου που έγινε, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στην επιτροπή Task Force, την οποία συνέστησε πέρυσι η Κομισιόν για τη πρόληψη ενεργειακών κρίσεων, έρχεται σε μια συγκυρία όπου οι τιμές του φυσικού αερίου μετά την εκτίναξη προ ημερών στα 63 ευρώ, κινούνται στα 56-57 ευρώ / Μεγαβατώρα, δηλαδή 80% υψηλότερα απ’ ότι πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στον Περσικό.
https://www.linkedin.com/embed/feed/update/urn:li:share:7487718532244275201?collapsed=1
Αυτό σημαίνει ότι η αναπλήρωση των αποθεμάτων που βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, θα επιτευχθεί αναγκαστικά με υψηλότερο κόστος, το οποίο θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας το προσεχή χειμώνα.
Σε μια δύσκολη ενεργειακά χρονιά για την Ευρώπη, τα επίπεδα στις ευρωπαϊκές αποθήκες αέριου κινούνται κατά μέσον όρο σήμερα στο 55%, έναντι 70% τέτοια εποχή πέρυσι και ενώ σε πολλές χώρες όπως Ολλανδία, Βέλγιο και Γερμανία «παίζουν» μεταξύ 30-45%. Είτε δεν θα καταστεί εφικτό να γεμίσουν έως το Νοέμβρη, είτε θα γεμίσουν με μαζικές αγορές που θα γίνουν σε υψηλότερες τιμές.
Σε αυτό το κάδρο, το σκεπτικό της ελληνικής παρέμβασης στη Task Force, στηρίζεται σύμφωνα με τις πληροφορίες στη λογική ότι ο ευρωπαικός στόχος για πληρότητα κατά 90% είναι ξεπερασμένος. Κι αυτό, καθώς παραβλέπει το γεγονός ότι από το 2021 και μετά, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ε.Ε. έχει πέσει κατά 20%, λόγω του εξηλεκτρισμού, της διείσδυσης των ΑΠΕ αλλά και της αποβιομηχάνισης.
Το δείχνει και το γράφημα που απεικονίζει τα διαθέσιμα αποθέματα φυσικού αερίου στις αποθήκες σε σχέση με τη κατανάλωση του συγκεκριμένου καυσίμου, όπου η εικόνα της φετινής χρονιάς είναι αρκετά καλύτερη συγκριτικά με τις προηγούμενες (οι τελευταίες απεικονίζονται με γκρι χρώμα).
Συνοψίζοντας, το ερώτημα που θέτει η ελληνική πλευρά προς τη Κομισιόν είναι ότι εφόσον η κατανάλωση φυσικού αερίου δεν είναι αυτή του παρελθόντος και οι ανάγκες της Ε.Ε. είναι πλέον μικρότερες, το μπλοκ των «27» μπορεί να αρκεστεί σε αρκετά χαμηλότερους όγκους.
Και επομένως είναι περιττός, όλος αυτός ο αγώνας δρόμου για μαζικές αγορές αερίου και αναπλήρωση των αποθεμάτων, ο οποίος δημιουργεί έδαφος για κερδοσκοπικά παιχνίδια και διατήρηση των τιμών ψηλά (56-57 ευρώ). Επίπεδα μάλιστα υψηλότερα και απ' αυτά που δείχνουν τα futures για το χειμώνα (54-55 ευρώ), στερώντας το κίνητρο σε μια εταιρεία να αγοράσει αέριο σήμερα για να καλύψει τα κενά τον Δεκέμβριο, τον Γενάρη ή τον Φλεβάρη.
Το πώς θα γίνει δεκτή η ελληνική πρόταση σε κοινοτικό επίπεδο δεν μπορεί να προεξοφληθεί και μένει να φανεί.
Γιατί οι ΑΠΕ δεν μειώνουν πιο πολύ τις τιμές
Το τάιμινγκ ωστόσο συμπίπτει με ένα τοξικό κοκτέιλ ανατιμήσεων σε όλο το ενεργειακό φάσμα και με την επανεμφάνιση φωνών σε πρωθυπουργικό επίπεδο, όπως τα όσα είπε χθες Δευτέρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το Σάλτσμπουργκ για άμεσες μεταρρυθμίσεις στο κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.
Εκτός από την αναφορά του ότι δεν μπορεί να υπάρχει πραγματικά ανταγωνιστική Ευρώπη όταν επιχειρήσεις και νοικοκυριά πληρώνουν την ενέργεια ακριβότερα από τους βασικούς διεθνείς ανταγωνιστές τους, ο πρωθυπουργός έθεσε ξανά ένα θέμα που δεν βρίσκει ευήκοα ώτα στον ευρωπαϊκό Βορρά.
Την ανάγκη αλλαγών στην αρχιτεκτονική της κοινής αγοράς ηλεκτρισμού ώστε το πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να μεταφέρεται στους λογαριασμούς νοικοκυριών και επιχειρήσεων, κάτι που δεν συμβαίνει λόγω του ίδιου του ευρωπαϊκού μοντέλου για την οριακή τιμή (marginal pricing).
Σύμφωνα με αυτό, η τιμή στην οποία αμείβονται όλοι οι παραγωγοί καθορίζεται από το κόστος της τελευταίας μονάδας που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση, δηλαδή της ακριβότερης (εν προκειμένω των σταθμών φυσικού αέριου), που σημαίνει ότι οι παραγωγοί ΑΠΕ εισπράττουν συχνά πολύ υψηλότερες τιμές από το πραγματικό κόστος παραγωγής τους. Στον αντίποδα, οι καταναλωτές δεν απολαμβάνουν πλήρως τα οφέλη της μεγάλης διείσδυσης των φθηνών φωτοβολταικών, αιολικών και υδροηλεκτρικών.
Καθεστώς που όταν θεσπίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η Ευρώπη είχε ανάγκη από μεγάλες επενδύσεις σε νέες μονάδες παραγωγής, τόσο συμβατικές όσο και ΑΠΕ και η ανάγκη μιας υψηλής τιμής αγοράς συνεπάγονταν την ευκολότερη ανάκτηση του κόστους από τους επενδυτές και κίνητρα για νέα έργα.
Σήμερα ωστόσο, με τόσο μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, πληθαίνουν διαρκώς οι φωνές ότι το μοντέλο είναι αναχρονιστικό και πρέπει να αλλάξει ώστε να βρεθεί τρόπος να φτάνει μεγαλύτερο όφελος από τη φθηνή πράσινη ενέργεια στους λογαριασμούς ρεύματος και να ενισχυθεί η ευρωπαική ανταγωνιστικότητα, όπως προτείνει και η έκθεση Ντράγκι.