H απόφαση της MSCI να µετατάξει το Χρηµατιστήριο της Αθήνας (από εδώ και στο εξής Eutonext Athens) στις αναπτυγµένες κεφαλαιαγορές αποτελεί µια σαφώς θετική εξέλιξη για την ελληνική αγορά, χωρίς ωστόσο να είναι από µόνη της ικανή να επηρεάσει βραχυπρόθεσµα τις τιµές των µετοχών στο ταµπλό.
Όσο και αν η οικονοµία της χώρας υπεραποδίδει έναντι των ευρωπαϊκών, όσο και αν οι ελληνικές µετοχές κερδίζουν όλο και περισσότερο το (αρχικό τουλάχιστον) ενδιαφέρον των διεθνών οίκων, το ταµπλό αυτή την περίοδο θα επηρεαστεί εντονότερα από την ειδησεογραφία σε ό,τι αφορά τον πόλεµο στη Μέση Ανατολή, αλλά και ενδεχοµένως τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις (ανοιχτό πλέον το σενάριο πρόωρων εκλογών, µε τις πρόσφατες δηµοσκοπικές επιδόσεις της κυβέρνησης να απειλούνται).
Όµως, ακόµη και αν ο πόλεµος στη Μέση Ανατολή τερµατιστεί άµεσα, όλα δείχνουν πως έχουµε εισέλθει σε ένα νέο γεωπολιτικό και οικονοµικό περιβάλλον, µε τις εντάσεις και τις αναταράξεις να είναι τόσο συχνές, έτσι ώστε να αποτελούν τη «νέα κανονικότητα» και µε τους επενδυτές να «εκβιάζονται» από τα χαµηλά επιτόκια, από την απουσία «ασφαλών λιµένων» και από το ρίσκο των µετοχικών τίτλων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι περισσότεροι αναλυτές προτείνουν στους πελάτες τους τη δηµιουργία µικτών χαρτοφυλακίων.
Αναλυτές και επενδυτές αυτή την περίοδο επιχειρούν να «διαβάσουν» τα νέα δεδομένα, συνεκτιμώντας από τη μια πλευρά τις επιπτώσεις του πολέμου στην πορεία των επιχειρήσεων και των οικονομιών και από την άλλη πλευρά τις ελκυστικότερες πλέον τιμές που έχουν διαμορφωθεί σε μετοχές και ομόλογα.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο ο πόλεμος θα διαρκέσει το πολύ δύο με τρεις εβδομάδες ακόμη, αφήνοντας σε κάθε περίπτωση το αποτύπωμά του στην αγορά ενέργειας για ένα μεγάλο κομμάτι του 2026.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η επίδραση στον ελληνικό τουρισμό θα είναι περιορισμένη και γενικότερα θα δούμε για φέτος ένα ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 1% με 1,5%, με δεδομένο ότι θα προκύψουν και μέτρα στήριξης από την πλευρά της ελληνικής Πολιτείας. Και όλα αυτά για μια χρηματιστηριακή αγορά που με βάση τα περυσινά εταιρικά κέρδη και τις χρηματικές διανομές, διαπραγματεύεται με ένα μέσο P/E γύρω στο 12 με 12,5 και με μια μέση μερισματική απόδοση κοντά στο 4%.
Ειδικότερα, με βάση τα στοιχεία 48 εισηγμένων εταιρειών που έχουν δημοσιεύσει μέχρι σήμερα τις περυσινές λογιστικές τους καταστάσεις, το 2025 παρατηρείται αθροιστική κερδοφορία 8,9 δισ. ευρώ, η οποία είναι κατά 18,9% υψηλότερη σε σύγκριση με εκείνη της προηγούμενης χρονιάς.
«Με την προϋπόθεση ότι δεν θα δούμε κάποια νέα ανεπιθύμητη επιμήκυνση των πολεμικών συρράξεων πάνω από δύο με τρεις εβδομάδες, οι δείκτες του Euronext Athens δεν παραπέμπουν σε υπερτιμημένο χρηματιστήριο. Μάλλον το αντίθετο θα έλεγα.
Η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται μέσα στο 2026 και οι όποιες επιπτώσεις του πολέμου στα κέρδη των εισηγμένων εταιρειών δεν θα διαρκέσουν παρά για κάποιους μήνες. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αρκετοί χρηματιστηριακοί οίκοι επιμένουν να δίνουν υψηλές τιμές-στόχους για ελληνικές μετοχές ακόμη και μετά το ξέσπασμα του πολέμου στον Ιράν» υποστηρίζει γνωστός χρηματιστηριακός παράγοντας.
Η αναβάθμιση του Euronext Athens από τη Morgan Stanley αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ καλό όπλο για την ελληνική κεφαλαιαγορά, το οποίο ωστόσο χρειάζεται χρόνο και οργάνωση από την πλευρά των εισηγμένων εταιρειών και των διοικήσεών τους για να αποδώσει.
Το γεγονός ότι οι ελληνικοί όμιλοι θα έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες να μπουν στο ραντάρ των μεγάλων ξένων θεσμικών χαρτοφυλακίων αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη, ωστόσο θα πρέπει προηγουμένως να αποδείξουν στους ξένους διαχειριστές ότι «αξίζει τον κόπο» κάποιος απαιτητικός επενδυτής να επενδύσει σ’ αυτές.
Συνολικά, η αναβάθμιση αποτελεί ένα πολύ καλό νέο, το οποίο αφορά ένα μεγάλο μέρος του ταμπλό (κυρίως θα μπορούσαν να ωφεληθούν μόνο τα περισσότερα blue chips, αλλά συνήθως προκαλείται δευτερογενής επίδραση και στις υπόλοιπες μετοχές ενός χρηματιστηρίου).
Όσο για τους φόβους ότι οι εκροές των παθητικών χαρτοφυλακίων των αναδυόμενων αγορών θα είναι σε πρώτη φάση υψηλότερες από τις αντίστοιχες εισροές, η μεγάλη περίοδος που απομένει έως το Μάιο του 2027 είναι πιθανότατα σε θέση να απορροφήσει τους ενδεχόμενους κραδασμούς. Όσο για τις αναφορές που γίνονται σχετικά με την προηγούμενη αναβάθμιση του ΧΑ το έτος 2001, τα πράγματα δεν είναι συγκρίσιμα, καθώς τότε είχε προηγηθεί το «σπάσιμο της φούσκας» του 1999.
Νέο περιβάλλον
Όπως επισημαίνουν χρηματιστηριακοί παράγοντες, οι πολεμικές συρράξεις στη Μέση Ανατολή ήρθαν να μας υπενθυμίσουν για μια ακόμη φορά το πόσο αλλιώτικη είναι η εποχή που ζούμε σε σχέση με το παρελθόν και το πόσο διαφορετικά θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε από την πλευρά μας τα πράγματα.
Αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά ότι οι περίοδοι της κανονικότητας αποτελούν πλέον διαλείμματα ανάμεσα σε εντάσεις, αναταράξεις και κρίσεις. Και αυτό που ευχόμαστε κάθε φορά είναι πως οι κρίσεις αυτές δεν θα λαμβάνουν τόσο μεγάλες διαστάσεις έτσι ώστε να μας «τελειώσουν».
Ας αναλογιστούμε το τί έχει συμβεί κατά τα τελευταία χρόνια. Μετά από την πανδημία της περιόδου 2020-2021, το Φεβρουάριο του 2022 ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση, ενώ από το φθινόπωρο του 2023 έχουμε τις συρράξεις στη Μέση Ανατολή. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ζήσαμε επίσης τους τριγμούς που προκλήθηκαν λόγω της νέας δασμολογικής πολιτικής που υιοθέτησαν οι ΗΠΑ.
Γενικότερα, ακόμη και αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή τερματιστεί άμεσα, τα γεωπολιτικά μέτωπα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, αλλά και μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης θα παραμείνουν ορθάνοιχτα και έτοιμα να προκαλέσουν νέες κρίσεις.
Επιπλέον, πολλές από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Δύσης (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία) διακρίνονται για τους υψηλούς δείκτες δημοσίου χρέους και για τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά τους ελλείμματα, ενώ οι πολιτικές των Κεντρικών Τραπεζών να κόβουν νέο χρήμα φαίνεται πως έχουν εξαντλήσει σε πολύ σημαντικό βαθμό τα όριά τους.
Στο πολιτικό πεδίο τώρα, ο Εμανουέλ Μακρόν πορεύεται «γυμνός» προς τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει κάθε λόγο να φοβάται τις ενδιάμεσες κάλπες, ενώ στην Ελλάδα η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έρχεται να «ανακατέψει την τράπουλα».
Σύμφωνα με γνωστό χρηματιστηριακό παράγοντα, «όλα αυτά σημαίνουν ότι εμείς από την πλευρά μας πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι απέναντι στις κρίσεις πριν αυτές έρθουν (το ζήτημα δεν είναι το αν θα έρθουν, αλλά το πότε θα γίνει αυτό) με την ίδια λογική που πρέπει να ασφαλίζουμε το σπίτι μας πριν έρθει ο σεισμός.
Για παράδειγμα, η εκάστοτε κυβέρνηση θα πρέπει να επιδιώκει μονίμως σημαντικά πλεονάσματα -ή και υπερπλεονάσματα- προκειμένου να μπορεί να στηρίζει την οικονομία σε περιόδους αναταράξεων. Όσοι αρθρογραφούν υπέρ μιας πιο απλόχερης δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να κάνουν δεύτερες σκέψεις, ιδίως όταν η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά σε προεκλογική περίοδο.
Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να συνεχίζουν μεν την αναπτυξιακή τους πορεία, αλλά παράλληλα να είναι προσεκτικές στην πιστωτική τους πολιτική και στα δανειακά τους ανοίγματα, να αμύνονται απέναντι σε πιθανές μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων και ενεργειακών τιμών και γενικότερα να αποφεύγουν μεγάλα ρίσκα. Τα νοικοκυριά καλό είναι να αποταμιεύουν περισσότερο.
Όσο για τους επενδυτές, είναι επιβεβλημένη η χρήση μικτών χαρτοφυλακίων, με τη συμμετοχή των μετοχών να μην υπερβαίνει το 50%-55% και κατά κύριο λόγο να αφορά τίτλους ισχυρών εταιρειών που διανέμουν μερίσματα.
Το μακροχρόνιο της επένδυσης σε ισχυρές εταιρείες αυξάνει την ανθεκτικότητα ενός χαρτοφυλακίου, ενώ παράλληλα τα μετρητά και τα μερίσματα δίνουν την ευκαιρία για επιλεκτικές τοποθετήσεις όταν -και αν- σε περιόδους αναταράξεων προκύπτουν αγοραστικές ευκαιρίες.
Το πρόβλημα σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι στις μέρες μας δεν υπάρχει η πολυτέλεια των ασφαλών επενδυτικών λιμένων. Τα επιτόκια καταθέσεων είναι πολύ χαμηλά (υπολείπονται του πληθωρισμού), το δολάριο εμφανίζεται αδύναμο, η τιμή του χρυσού παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις και οι τιμές των ακινήτων δείχνουν έντονα κουρασμένες μετά από ένα πολυετές ράλι».